Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
17.10.2026

Γιώργος Βαρδινογιάννης: Το τελευταίο αντίο στον «Καπετάνιο» που γνώρισα εγώ

Αποχαιρετώντας τον Γιώργο Βαρδινογιάννη, αποχαιρετώ ένα κομμάτι του ελληνικού ποδοσφαίρου που δεν υπάρχει πια με την ίδια μορφή

Πίσω από τον πανίσχυρο πρόεδρο του Παναθηναϊκού υπήρχε ένας άνθρωπος που βίωσα μακριά από τις εντάσεις των γηπέδων. Μια προσωπική μαρτυρία για εκείνον και για τους Θόδωρο Βαρδινογιάννη, Παύλο και Θανάση Γιαννακόπουλο

Ο θάνατος του Γιώργου Βαρδινογιάννη, του εμβληματικού «Καπετάνιου» του Παναθηναϊκού και μιας από τις πλέον αναγνωρίσιμες προσωπικότητες στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου, μου γεννά την προσωπική ανάγκη, να καταθέσω δημόσια τη θλίψη μου για την απώλεια του. Να πω ένα προσωπικό αντίο στον «Καπετάνιο» του Παναθηναϊκού, και μια κατάθεση μνήμης για τέσσερις σπουδαίους επιχειρηματίες, τέσσερις κυρίους (με το Κ κεφαλαίο) μιας άλλης εποχής, που σημάδεψαν τη δική μου δημοσιογραφική διαδρομή.

Να πω το στερνό «αντίο» έναν άνθρωπο που γνώρισα πέρα από τον μύθο του. Και να διατυπώσω ένα δημόσιο «ευχαριστώ», όχι από υποχρέωση, ούτε για να ανταποδώσω εκ των υστέρων μια επαγγελματική ευκαιρία, αλλά επειδή κάποια πράγματα, όταν τα έχεις ζήσει, αισθάνεσαι πως οφείλεις να τα μαρτυρήσεις.

Αποχαιρετώντας τον Γιώργο Βαρδινογιάννη, αποχαιρετώ ένα κομμάτι του ελληνικού ποδοσφαίρου που δεν υπάρχει πια με την ίδια μορφή. Μια εποχή ισχυρών προέδρων, προσωπικών σχέσεων, μεγάλων αντιπαραθέσεων και ανθρώπων που άφηναν το αποτύπωμά τους όχι μόνο με τις αποφάσεις τους, αλλά και με τον τρόπο που επέλεγαν να στέκονται απέναντι στους άλλους.

Ο «Καπετάνιος» έφυγε στα 90 του χρόνια. Η ιστορία του θα συνεχίσει να συζητείται, να προκαλεί αντιδράσεις, να γεννά νοσταλγία και να αποτελεί αντικείμενο διαφορετικών αποτιμήσεων. Έτσι συμβαίνει με τις μεγάλες προσωπικότητες. Δεν χωρούν σε μία παράγραφο, ούτε σε ένα συλλυπητήριο μήνυμα.

Μια ευκαιρία που δεν είχε χρώμα οπαδικό

Στην καριέρα μου έχω σταθεί τυχερός, γιατί με τίμησαν με την εκτίμησή τους τέσσερις σπουδαίοι επιχειρηματίες, τέσσερις άνθρωποι που, παρά την ισχύ, την οικονομική τους επιφάνεια και τη θέση τους στον ελληνικό αθλητισμό, διέθεταν εκείνη την παλιά, ουσιαστική έννοια της λέξης «κύριος». Δύο αδέλφια από δύο οικογένειες που άφησαν ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους στη χώρα: ο Γιώργος και ο Θόδωρος Βαρδινογιάννης, ο Παύλος και ο Θανάσης Γιαννακόπουλος.

Τέσσερις διαφορετικοί χαρακτήρες. Τέσσερις ξεχωριστές προσωπικότητες. Κοινός παρονομαστής, η αξιοπρέπεια με την οποία με αντιμετώπισαν, ακόμη κι όταν δεν υπήρχε κανένας λόγος να το κάνουν.

Η ιστορία ξεκινά στα μέσα της δεκαετίας του '90, στα πρώτα χρόνια της τηλεοπτικής μου ανέλιξης. Η οικογένεια Βαρδινογιάννη μού εμπιστεύτηκε, σε ηλικία που σήμερα θα χαρακτήριζα εξαιρετικά νεαρή για μια τέτοια ευθύνη, τη διεύθυνση του αθλητικού τμήματος του STAR CHANNEL, ενός τηλεοπτικού σταθμού που μόλις έκανε τα πρώτα του βήματα στον ελληνικό τηλεοπτικό χάρτη.

Μεγαλομέτοχος ήταν ο Θόδωρος Βαρδινογιάννης. Και υπάρχει μια λεπτομέρεια που για εμένα δεν έπαψε ποτέ να έχει σημασία: γνώριζαν ότι δεν ήμουν Παναθηναϊκός.

Δεν το αναφέρω για να υπερβάλω, ούτε για να εξωραΐσω εκ των υστέρων ανθρώπους και καταστάσεις. Το αναφέρω επειδή εκείνη η επιλογή είχε ένα σαφές μήνυμα: η επαγγελματική αξιολόγηση μπορούσε να προηγείται των συναισθηματικών προτιμήσεων, των συλλογικών αποχρώσεων. Η εμπιστοσύνη μπορούσε να υπερβαίνει τις αυτονόητες, για πολλούς, ταυτίσεις. Και η ικανότητα ενός ανθρώπου να αναλάβει μια δουλειά μπορούσε να μετρά περισσότερο από το έμβλημα της ομάδας που υποστήριζε.

Ο Θόδωρος Βαρδινογιάννης, με την προχωρημένη για την εποχή τεχνοκρατική αντίληψή του, δεν αντιμετώπισε την επιλογή μου με οπαδικά αντανακλαστικά. Αυτή είναι η δική μου εμπειρία. Και δεν αισθάνομαι την ανάγκη να την παρουσιάσω ως χάρη που πρέπει να ξεπληρωθεί, ούτε να αποδώσω στην οικογένεια εύσημα πέρα από όσα δικαιολογούν τα γεγονότα. Μου έδωσαν μια μεγάλη επαγγελματική ευκαιρία. Την εμπιστοσύνη τους, τη θεωρώ τιμή. Και δεν την ξεχνώ.

Από εκείνη την επαγγελματική αφετηρία άνοιξε ένας ολόκληρος κύκλος γνωριμιών, εμπειριών και προσωπικών στιγμών. Ανάμεσά τους, η συναναστροφή μου με τον Γιώργο Βαρδινογιάννη. Και, παράλληλα, η γνωριμία μου με τους αδελφούς Γιαννακόπουλους, τους ανθρώπους που είχαν συνδέσει το όνομά τους με τη δημιουργία μιας σπουδαίας μπασκετικής δυναστείας, χωρίς εγώ να είμαι, ούτε τότε ούτε σήμερα, κατεξοχήν άνθρωπος του μπάσκετ.

Ο «Καπετάνιος» μακριά από τη φουρτούνα

Με τον Γιώργο Βαρδινογιάννη είχα την τύχη να συνομιλήσω πολλές φορές σε συνθήκες που δεν είχαν καμία σχέση με την ένταση των γηπέδων, τις διοικητικές συγκρούσεις ή τις επιχειρηματικές πιέσεις. Ως διευθυντής του αθλητικού τμήματος του STAR, ακολουθούσα την πράσινη αποστολή στο μεγάλο ευρωπαϊκό ταξίδι του Παναθηναϊκού τη σεζόν 1995-96. Έζησα από κοντά το μεγαλείο εκείνης της ομάδας, τις ιστορικές βραδιές της στο Champions League και, βεβαίως, την τεράστια στιγμή της νίκης επί του Άγιαξ μέσα στο Άμστερνταμ.

Εκεί, σε ταξίδια, ξενοδοχεία, διαδρομές και στιγμές χαλάρωσης, μακριά από την αδρεναλίνη ενός αγώνα ή την πίεση μιας κρίσιμης απόφασης, είχα τη δυνατότητα να γνωρίσω καλύτερα τον άνθρωπο πίσω από τον μύθο. Και είναι διαφορετικό να γνωρίζεις κάποιον από τις εφημερίδες, τις τηλεοπτικές εικόνες και τις δημόσιες αντιπαραθέσεις του και εντελώς διαφορετικό να τον συναντάς σε στιγμές που δεν έχει κανέναν λόγο να υποδυθεί κάτι διαφορετικό από αυτό που πραγματικά είναι.

Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης ήταν ειλικρινής. Αδέκαστος, μαγκιόρος, Κρητίκαρος. Ένας άνθρωπος που δεν περνούσε απαρατήρητος, ούτε επιδίωκε να γίνει αρεστός σε όλους. Φωνακλάς, παρεμβατικός, οξύθυμος, με εκρηκτικές αντιδράσεις και έναν χαρακτήρα που μπορούσε να γίνει δύσκολος για τον συνομιλητή του. Ο «Καπετάνιος» δεν είχε εκπαιδευτεί στην τέχνη της διπλωματικής διαχείρισης των εντυπώσεων. Έλεγε αυτό που πίστευε, συχνά με τρόπο που δεν άφηνε πολλά περιθώρια παρερμηνείας. Αυτή ήταν η δημόσια εικόνα του. Και δεν ήταν κατασκευασμένη. Ήταν ένα πραγματικό κομμάτι του χαρακτήρα του.

Υπήρχε, όμως, και μια άλλη πλευρά. Εκείνη που δεν χωρούσε εύκολα στα τηλεοπτικά πλάνα, στις αντιπαραθέσεις με τους αντιπάλους, στις εκρήξεις του και στις ιστορίες που τον ακολουθούσαν για δεκαετίες.

Ο Γ.B. είχε μια βαθιά συναισθηματική πλευρά. Μια καρδιά μικρού παιδιού, πίσω από την αδιαπραγμάτευτη εικόνα του σκληρού άνδρα. Μπορούσε να θυμώσει, να φωνάξει, να γίνει έξω φρενών. Μπορούσε, όμως, και να αναγνωρίσει το λάθος του. Να παραδεχθεί ότι αδίκησε κάποιον. Να κάνει το δικό του mea culpa, όταν καταλάβαινε ότι είχε ξεπεράσει τα όρια ή είχε σχηματίσει εσφαλμένη εικόνα για μια κατάσταση.

Και αυτό, για έναν άνθρωπο με τη δική του ισχύ και την προσωπικότητά του, δεν ήταν καθόλου αυτονόητο.

Θα μου επιτραπεί μια παρομοίωση που ίσως ξενίσει, αλλά αποδίδει αυτό που εγώ γνώρισα: ήταν ο σκύλος που γάβγιζε δυνατά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήθελε να δαγκώσει. Η φασαρία του δεν ήταν πάντοτε αντιπροσωπευτική των πραγματικών του προθέσεων. Πίσω από την έκρηξη μπορούσες να συναντήσεις έναν άνθρωπο πολύ πιο ευαίσθητο, προσιτό και συναισθηματικό απ' όσο επέτρεπε η δημόσια περσόνα του να φανεί.

Δεν γράφω για να εξωραΐσω τον χαρακτήρα του. Ούτε για να διαγράψω τις συγκρούσεις, τις υπερβολές, τις αντιδράσεις και τις επιλογές που προκάλεσαν αντιπαραθέσεις. Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης ήταν μια πολυσύνθετη προσωπικότητα, από εκείνες που δεν χωρούν σε εύκολες ταξινομήσεις. Αλλά, όταν κάποιος τον γνώριζε από κοντά, μπορούσε να αντιληφθεί ότι η ιστορία του δεν εξαντλούνταν στην εικόνα του αμετακίνητου «Καπετάνιου».

Δεν είναι τυχαίο ότι το προσωνύμιό του είχε πραγματική ναυτική προέλευση, από τη διαδρομή του ως πλοιάρχου, προτού περάσει στο συλλογικό λεξιλόγιο του ελληνικού ποδοσφαίρου. Η θάλασσα, το τιμόνι, η ευθύνη, το ρίσκο και η αίσθηση ότι ο ίδιος έπρεπε να έχει τον έλεγχο ήταν στοιχεία που έμοιαζαν να τον ακολουθούν και στη Λεωφόρο.

Και ίσως αυτή να ήταν η μεγαλύτερη αντίφαση του ανθρώπου που αποχαιρετούμε: ήθελε να φαίνεται σκληρός, αλλά δεν ήταν άκαμπτος. Μπορούσε να συγκρουστεί μετωπικά, αλλά δεν ήταν ανίκανος να αναγνωρίσει το δίκιο του άλλου. Δεν χρειαζόταν να συμφωνείς μαζί του για να διακρίνεις την αυθεντικότητά του.

Οι Γιαννακόπουλοι και μια νύχτα στο Βερολίνο

Η δική μου προσωπική διαδρομή διασταυρώθηκε με εκείνη του Παύλου και του Θανάση Γιαννακόπουλου μέσα από το STAR και τις ανάγκες της αθλητικής ενημέρωσης. Και έχω την αίσθηση ότι, εάν δεν αναφερθώ σε αυτούς τους δύο ανθρώπους, το προσωπικό μου αντίο στον Γιώργο Βαρδινογιάννη θα μείνει μισό.

Με αγκάλιασαν επαγγελματικά. Με εμπιστεύτηκαν. Με προσκάλεσαν και με φιλοξένησαν ως VIP στο ταξίδι τους στο Final Four της Σαραγόσα, το 1995. Είχα μαζί τους ανοιχτή γραμμή επικοινωνίας όποτε το απαιτούσαν οι ανάγκες της επίσημης πληροφόρησής μου για σοβαρά ζητήματα του μπασκετικού Παναθηναϊκού.

Δεν χρειαζόταν να είμαι άνθρωπος του μπάσκετ, ούτε να συμμερίζομαι την οπαδική τους ταυτότητα, για να με αντιμετωπίζουν με σεβασμό. Αυτή ήταν η δική τους προσέγγιση. Και αυτή η συμπεριφορά δεν ξεχνιέται.

Ο Παύλος είχε τη δική του αρχοντιά, μια ηρεμία και μια ευγένεια που δεν χρειαζόταν να διαφημιστούν. Ο Θανάσης είχε την εκρηκτικότητα, τον αυθορμητισμό και τη συναισθηματική εξωστρέφεια που τον έκαναν αμέσως αναγνωρίσιμο. Δύο αδέλφια με κοινό πάθος για τον Παναθηναϊκό, αλλά και με μια ανθρώπινη γενναιοδωρία που εγώ είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω προσωπικά.

Η ιστορία που θα θυμάμαι πάντα: Final Four 2009

Ο Παναθηναϊκός μόλις είχε στεφθεί πρωταθλητής Ευρώπης, νικώντας την ΤΣΣΚΑ Μόσχας σε έναν δραματικό τελικό. Ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς, δικαιολογημένα έξαλλος κατά την άποψή του με τη διαιτησία, είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο έντασης ώστε, αντί να πανηγυρίζει τη μεγάλη επιτυχία της ομάδας του, να αναζητεί τον τρόπο να εκφράσει την οργή του.

Όσοι θυμούνται εκείνο το παιχνίδι, θυμούνται και τη σκηνή μετά το άστοχο τρίποντο του Ραμούνας Σισκάουσκας, όταν ο Παναθηναϊκός εξασφάλισε τον τίτλο και ο Ομπράντοβιτς στράφηκε προς τον Πορτογάλο διαιτητή Ρότσα, διαμαρτυρόμενος έντονα.

Μέσα σε εκείνο το κλίμα, αργά τη νύχτα, ο Θανάσης Γιαννακόπουλος έσπευσε κάτω από τις κερκίδες του τότε «O2 World» για να βρει τον Δημήτρη Ιτούδη, assistant εκείνη την εποχή του Ομπράντοβιτς. Ήθελε να τον κατευνάσει και, κυρίως, να μεσολαβήσει ώστε να αποκατασταθεί μια παρεξήγηση που είχε δημιουργηθεί ανάμεσα στον προπονητή του Παναθηναϊκού και σε εμένα, στον αέρα του τηλεοπτικού ΣΚΑΪ.

Ο Ζοτς, μέσα στα νεύρα και τη σύγχυσή του, δεν είχε αντιληφθεί σωστά την ερώτηση που του είχα απευθύνει. Η ένταση της στιγμής οδήγησε σε ένα επεισόδιο που δεν χρειαζόταν να έχει συνέχεια. Ο Θανάσης, αντί να αρκεστεί στους πανηγυρισμούς για την κατάκτηση του ευρωπαϊκού τίτλου, ασχολήθηκε με το να βρεθεί μια λύση. Και βρέθηκε…

Το αμέσως επόμενο Σάββατο (Κυριακή ο τελικός στη Γερμανία), ο Ομπράντοβιτς ήταν προσκεκλημένος μου στην εκπομπή «ΓΚΟΛ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ» στον ΣΚΑΪ. Το ζήτημα είχε λήξει. Η παρεξήγηση είχε αποκατασταθεί. Και η ζωή, όπως συμβαίνει όταν οι άνθρωποι δεν αφήνουν τον εγωισμό να κυριαρχήσει, συνέχισε κανονικά.

Γιατί τα θυμάμαι όλα αυτά σήμερα; Επειδή ο Θανάσης Γιαννακόπουλος, μέσα στη νύχτα μιας μεγάλης ευρωπαϊκής επιτυχίας, θεώρησε σημαντικό να βοηθήσει έναν δημοσιογράφο με τον οποίο είχε αναπτύξει επαγγελματική σχέση. Δεν ήταν υποχρεωμένος. Δεν του το επέβαλλε κανένας. Το έκανε επειδή έτσι αντιλαμβανόταν τις ανθρώπινες σχέσεις.

Αυτό, για μένα, ήταν μεγαλείο. Όχι το οικονομικό μέγεθος, ούτε η επιρροή, ούτε τα τρόπαια που γέμισαν τις προθήκες του Παναθηναϊκού. Ήταν η ικανότητα να ασχολείσαι με έναν άνθρωπο, ακόμη και όταν εκείνη τη στιγμή έχεις χίλιους άλλους λόγους να ασχοληθείς με κάτι πολύ σημαντικότερο.

Η γενιά των ισχυρών που δεν χρειαζόταν να διαφημίζει τη δύναμή της

Ο Γιώργος και ο Θόδωρος Βαρδινογιάννης, ο Παύλος και ο Θανάσης Γιαννακόπουλος ανήκαν σε μια γενιά επιχειρηματιών που διαχειρίστηκαν τεράστια οικονομική δύναμη και επηρέασαν βαθιά τον ελληνικό αθλητισμό. Δεν ήταν άγιοι. Δεν ήταν αλάνθαστοι. Δεν υπήρξαν υπεράνω κριτικής. Η ισχύς τους, οι αποφάσεις τους και οι συγκρούσεις τους αποτέλεσαν μέρος της δημόσιας ιστορίας του ελληνικού ποδοσφαίρου και του μπάσκετ.

Αλλά υπήρχε και μια άλλη πλευρά, λιγότερο θεαματική και πολύ πιο δύσκολο να καταγραφεί.

Η φιλανθρωπία τους, όπως την έζησα και όπως την αντιλήφθηκα μέσα από τις διηγήσεις και τις μαρτυρίες ανθρώπων που τους γνώριζαν, δεν ήταν υπόθεση δημοσίων σχέσεων. Στην Κρήτη, οι κουμπαριές με ανθρώπους της φτωχολογιάς, οι δεσμοί με οικογένειες που αντιμετώπιζαν δυσκολίες και η στήριξη ανθρώπων που είχαν ανάγκη αποτελούσαν μέρος μιας κοινωνικής παράδοσης που δεν χρειαζόταν πάντοτε δημόσια προβολή. Πολλές από αυτές τις πράξεις, όπως γνωρίζω, επιδίωκαν να παραμείνουν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Θα κρατήσω, λοιπόν, αυτό που έχει για εμένα τη μεγαλύτερη αξία: την αντίληψη ότι η πραγματική προσφορά δεν χρειάζεται πάντοτε χειροκρότημα. Ότι η οικονομική δύναμη μπορεί να αποκτήσει ουσιαστικό κοινωνικό περιεχόμενο όταν μετατρέπεται σε στήριξη για ανθρώπους που δεν έχουν τη δυνατότητα να ανταποδώσουν.

Δεν ήταν μόνο το επιχειρηματικό τους μέγεθος που τους έκανε ξεχωριστούς. Ήταν και ο τρόπος με τον οποίο, στις δικές μου εμπειρίες μαζί τους, μπορούσαν να αντιμετωπίσουν έναν νέο δημοσιογράφο, να του δείξουν εμπιστοσύνη, να τον προσκαλέσουν στο τραπέζι τους και να του συμπεριφερθούν ως επαγγελματία ισότιμο στη συνομιλία, ανεξάρτητα από το πόσο διαφορετικές ήταν οι αφετηρίες τους.

Αυτό δεν αγοράζεται. Δεν επιβάλλεται και δεν το εξασφαλίζει κανένα επιχειρηματικό μέγεθος.

Ο Παναθηναϊκός, ο «Καπετάνιος» και η παρακαταθήκη μιας εποχής

Για τον Παναθηναϊκό, ο Γιώργος Βαρδινογιάννης ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ένας πρόεδρος. Για περισσότερα από είκοσι χρόνια, από το 1979 έως το 2000, υπήρξε η κυρίαρχη φυσιογνωμία της ΠΑΕ, συνδέοντας το όνομά του με τίτλους, μεγάλες ευρωπαϊκές διαδρομές, αλλαγές στην οργάνωση του συλλόγου, τεράστιες μεταγραφές παικτών και στιγμές που παραμένουν ζωντανές στη μνήμη των φιλάθλων.

Η ιστορία, βεβαίως, δεν γράφεται με μία μόνο απόχρωση. Η διοικητική του διαδρομή είχε και συγκρούσεις, αμφισβητήσεις, δύσκολες αποφάσεις και έντονες αντιπαραθέσεις. Ο ίδιος δεν ήταν άνθρωπος που περνούσε απαρατήρητος. Δεν διοικούσε με στόχο να συμφωνούν όλοι μαζί του. Συχνά επέλεγε τη μετωπική σύγκρουση, ακόμη κι όταν αυτή είχε κόστος.

Όμως δεν θα ήθελα, σε αυτό το προσωπικό αντίο, να επιχειρήσω την αποτίμηση της ιστορίας του Παναθηναϊκού ή να αποφανθώ για κάθε επιλογή του «Καπετάνιου».

Εγώ θέλω να θυμάμαι τον άνθρωπο που μπορούσα να συναντήσω σε μια χαλαρή συζήτηση, χωρίς την πίεση ενός αγώνα. Εκείνον που μπορούσε να φωνάζει και λίγο αργότερα να συζητά μαζί σου σαν να μην είχε προηγηθεί τίποτα. Εκείνον που, αν αναγνώριζε ότι σε είχε αδικήσει, μπορούσε να το παραδεχθεί. Τον άνθρωπο που πίσω από τον αυστηρό τόνο και την αδιαπραγμάτευτη στάση έκρυβε μια πλευρά που δεν έβλεπαν όλοι.

Ίσως τελικά αυτή να είναι και η διαφορά ανάμεσα στο να γνωρίζεις έναν δημόσιο άνθρωπο και στο να έχεις την ευκαιρία να τον γνωρίσεις πραγματικά. Η δημόσια εικόνα του καταγράφεται από τις πράξεις του, τις δηλώσεις του, τις συγκρούσεις του. Ο χαρακτήρας του, όμως, αποκαλύπτεται συχνά σε όσα δεν γίνονται είδηση.

Το ευχαριστώ που δεν είναι εξόφληση

Στην πορεία ενός δημοσιογράφου υπάρχουν εκατοντάδες συνεντεύξεις, χιλιάδες ρεπορτάζ, αμέτρητες ώρες στον αέρα, επιτυχίες, λάθη, αντιπαραθέσεις και στιγμές που χάνονται μέσα στην ταχύτητα της καθημερινότητας. Υπάρχουν, όμως, και ορισμένες σχέσεις που ξεπερνούν το στενό πλαίσιο της επαγγελματικής συναλλαγής. Άνθρωποι που σε αντιμετώπισαν με εμπιστοσύνη όταν ήσουν ακόμη στην αρχή. Που σου έδωσαν χώρο να δουλέψεις. Που σου επέτρεψαν να τους γνωρίσεις πέρα από τον δημόσιο ρόλο τους. Αυτά δεν ξεχνιούνται.

Ούτε ξεχνιέται η αίσθηση ότι, σε μια δουλειά που συχνά σε αναγκάζει να βρίσκεσαι απέναντι από τους ανθρώπους που καλείσαι να καλύψεις δημοσιογραφικά, μπορείς να αναπτύξεις σχέσεις αμοιβαίου σεβασμού χωρίς να χάσεις την ανεξαρτησία σου. Να εκτιμάς κάποιον χωρίς να χρειάζεται να συμφωνείς μαζί του. Να αναγνωρίζεις τη γενναιοδωρία του χωρίς να του χαρίζεσαι. Να θυμάσαι το καλό που σου έκανε χωρίς να παραγράφεις τα υπόλοιπα.

Για εμένα, όμως, η απώλειά του είναι και κάτι πολύ προσωπικό. Είναι η αφορμή να θυμηθώ τον Γιώργο, τον Θόδωρο, τον Παύλο και τον Θανάση. Τέσσερις ανθρώπους που, σε διαφορετικές στιγμές και με διαφορετικούς τρόπους, με τίμησαν με την εκτίμησή τους. Τέσσερις ανθρώπους από τους οποίους κρατώ επαγγελματικές ευκαιρίες, προσωπικές αναμνήσεις και την αίσθηση ότι η ανθρώπινη ποιότητα δεν μετριέται με το μέγεθος της περιουσίας ή της εξουσίας σου, αλλά με τον τρόπο που χρησιμοποιείς τη θέση σου απέναντι στους άλλους.

Και κάπου εδώ, όσο κι αν προσπαθώ να κρατήσω τη δημοσιογραφική απόσταση, η συγκίνηση υπερισχύει.

Καλό ταξίδι, Καπετάνιε

Σε ευχαριστώ για όσα έζησα, για όσα γνώρισα και για όσα, τόσα χρόνια μετά, εξακολουθώ να θυμάμαι.

Και για τους τέσσερις σας, Γιώργο, Θόδωρε, Παύλο, Θανάση, κρατώ κάτι που σήμερα μοιάζει πιο πολύτιμο από ποτέ: την εκτίμηση που δεν χρειάστηκε ποτέ να διαφημιστεί.

Ο Ζάμπι από το πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο στην Popaganda: Η Ελλάδα δεν είναι σαν... είναι η χώρα μου
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Ένα «σχεδόν διάφανο γαλάζιο» τεράστιο RIP στον Ρυού Μουρακάμι
ΠΡΟΣΩΠΑ
«Η Λέσχη των Αποκρυφιστών»: ένα κομψοτέχνημα για τους λάτρεις του κλασικού μυστηρίου
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΕΣ
Τι να κάνεις σήμερα, Σάββατο
ΕΞΟΔΟΣ
24.10.2026
Τα παιδιά παίζουν μπάσκετ και οι άθλιοι με τις ζωές τους
ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΑ
Belle & Sebastian: «Δεν θέλουμε οι συναυλίες μας να είναι απλώς μια γιορτή νοσταλγίας»
ΜΟΥΣΙΚΗ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
«Sense»: Η κρυφή γοητεία του Αλέξανδρου Χαραλαμπόπουλου και μιας κουζίνας που άξιζε το αστέρι
ΕΞΟΔΟΣ
24.10.2026
5 φθινοπωρινές αποδράσεις κοντά στην Αθήνα
ΤΑΞΙΔΙ
24.10.2026
Σήμερα θυμόμαστε τη Ρόζα Παρκς με ένα κλασικό biopic
ΣΙΝΕΜΑ
24.10.2026
5 μοντέρνα body horror φιλμ για να τσεκάρεις στο streaming
TV SHOWS
Halloween στην Αθήνα: 4 events για να μπεις σε spooky mood
ΕΞΟΔΟΣ
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2026 / All rights reserved
ΜΗΤ
Αριθμός Πιστοποίησης
Μ.Η.Τ 242199