
(KLODIAN LATO / EUROKINISSI)
Η κουβέντα περί επιτυχίας ή αποτυχίας του έργου ενός προπονητή είναι πολύ γενική όσο και σχετική. Εξαρτάται πάνω σε τι βάση την κάνουμε και, επίσης, αν επηρεάζεται από τα ανεξέλεγκτα συναισθήματα του οπαδού του οποίου η αντικειμενική, ψύχραιμη κρίση, τίθεται παραπάνω από αμφισβήτηση.
Τι θέλω να πω: Στον Παναθηναϊκό δεν χρειάζεται να είσαι ειδήμων του αθλήματος για να αντιληφθείς ότι όσα λεφτά κι αν ρίξει ο Γιάννης Αλαφούζος, την ποδοσφαιρική αφρόκρεμα να ντύσει στα πράσινα, άμα δεν στοχεύσει σε σωστή επιλογή προπονητή, γιατρειά η πληγή δεν έχει. Θα πελαγοδρομεί η ομάδα για απροσδιόριστο διάστημα, όπως συμβαίνει τα τελευταία χρόνια ύστερα από το τέλος της συνεργασίας με τον Γιοβάνοβιτς.
Σάματις δεν κάθισαν «ονοματάρες» από τότε στον πάγκο του Παναθηναϊκού; Ράφα Μπενίτεθ, Φατίχ Τερίμ… Ή μήπως ο Ρουί Βιτόρια κι, ασφαλώς, παλαιότερα ο Λάζλο Μπόλονι είχαν μικρά βιογραφικά;
Ο σημερινός εκλέκτορας της Εθνικής Ελλάδος δεν έπιανε μπάζα εν συγκρίσει με τους προαναφερθέντες και τη διαδρομή τους. Όμως, είχε τον τρόπο του, τη μεθοδική δουλειά και την ποδοσφαιρική αντίληψη των καιρών, να δέσει ένα ανταγωνιστικό σύνολο με διαρκώς αυξανόμενη προοπτική, παρόλο που τα εργαλεία που του είχαν δοθεί τότε στα χέρια του δεν είχαν καμία σχέση με το budget που διατίθεται την τελευταία διετία-τριετία. Αυτή η προοπτική δεν αναγνωρίστηκε από τη διοίκηση, ο Γιοβάνοβιτς έφυγε νύχτα και ο Παναθηναϊκός παραμένει σε αγωνιστικό σκοτάδι.
Ο Νίστρουπ αποτελεί τώρα ένα νέο στοίχημα. Ένας προπονητής σύγχρονος, εργατικός, με φιλοδοξίες και έντονη διάθεση για διάκριση. Το ζητούμενο, όμως, όπως έχει αποδειχθεί περίτρανα, δεν είναι απλώς ποιον φέρνεις, αλλά ποιος μπορεί να εναρμονιστεί άμεσα και ουσιαστικά με τον οργανισμό και το νέο περιβάλλον: τον σύλλογο, τους παίκτες, τον κόσμο, τη χώρα, τη νοοτροπία.
Όλο αυτό είναι και λίγο… λαχείο. Δεν λέει κανείς να μην υπάρχει ορθολογική, βάσει συνθηκών και αναγκών, στόχευση και να… βαράς στα κουτουρού, επειδή ο άλλος διαθέτει όνομα ωστόσο λησμονείς πως τα ράσα δεν κάνουν τον παππά! Η «χημεία» δεν προκύπτει με βιογραφικά.
Άθλος Νίκολιτς με τριπλή υπογραφή
Το ποδόσφαιρο άλλωστε βρίθει παραδειγμάτων που επιβεβαιώνουν αυτήν τη λογική. Ο Μάρκο Νίκολιτς, χωρίς να συνοδεύεται από τον θόρυβο των «μεγάλων» ονομάτων, κατάφερε στην πρώτη του χρονιά να οδηγήσει την ΑΕΚ στην κορυφή. Να την πάρει από το ναδίρ, εκεί όπου στην τελευταία χρονιά του Αλμέιδα είχε ξύσει πάτο και, να την οδηγήσει στο ζενίθ. Άμεσα μάλιστα. Εντός ολίγων μηνών!
Άθλος; Ίσως, μπορεί, Πάντως, δεν ήταν μόνο το δικό του πλάνο, ούτε η επιλογή-διάνα στο πρόσωπό του από τον Μάριο Ηλιόπουλο, αλλά και η συνολική λειτουργία του οργανισμού γύρω του.
Σε αυτό το πλαίσιο, η συμβολή των συνεργατών του αποδείχθηκε κομβική — με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Χαβιέρ Ριμπάλτα, που λειτούργησε ως καταλύτης στη διαμόρφωση αγωνιστικής ταυτότητας, στη σωστή επιλογή προσώπων και στη συνολική ποδοσφαιρική κατεύθυνση. Εκεί αποτυπώνεται ξεκάθαρα ότι ο προπονητής δεν λειτουργεί σε κενό, αλλά ως μέρος ενός συνόλου που όταν «κουμπώνει», απογειώνει το αποτέλεσμα.
Η διδακτική «ιστορία» Λουτσέσκου
Αντίστοιχα, στον ΠΑΟΚ η περίπτωση του Ραζβάν Λουτσέσκου είναι διαφορετική, αλλά εξίσου διδακτική. Δεν πρόκειται απλώς για έναν προπονητή που φέρνει αποτελέσματα, αλλά για μια ισχυρή προσωπικότητα που έχει επιβάλει τον απόλυτο έλεγχο στο ποδοσφαιρικό τμήμα.
Ο Ρουμάνος λειτουργεί ως το απόλυτο «αφεντικό» σε ό,τι αφορά την αγωνιστική κατεύθυνση, τη νοοτροπία και τη διαχείριση του συνόλου. Αυτή η καθαρή ιεραρχία και η σταθερότητα ρόλων είναι που επιτρέπουν στον ΠΑΟΚ να διατηρεί συνοχή και ανταγωνιστικότητα. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να τον χάσει — γιατί αν χαθεί ο ίδιος, χάνεται μαζί του και το σημείο ισορροπίας του οργανισμού.
Άλλωστε αν εξαρτιόταν το φινάλε του θρίλερ που παίζεται εδώ και αρκετό καιρό με την παραμονή του ή όχι στη Θεσσαλονίκη από τα «πετροδόλαρα» της Μέσης Ανατολής, η απόφαση δεν θα δυσκόλευε και θα την είχε πάρει ήδη ο Λουτσέσκου. Είναι η οικογενειακή σχέση του πια, όχι μόνο με τον Ιβάν Σαββίδη, αλλά και με σύσσωμο τον οργανισμό ΠΑΟΚ, με την ομάδα, με τον κόσμο, καθώς και με το περιβάλλον και την πόλη. Ο Ραζβάν είναι πια «ένας από μας» όπως λένε στα λημέρια της Τούμπας. Είναι… λογοδοσμένος, «παντρεμένος» στον βορρά.
Γι’ αυτό και στην Αγγλία «παντρεύονται» τον προπονητή. Επενδύουν στον χρόνο, επιμένουν στην κοινή διαδρομή. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Μικέλ Αρτέτα στην Άρσεναλ. Ανέλαβε το 2019 και χρειάστηκε υπομονή, στήριξη και πίστη για να φτάσει την ομάδα στην κορυφή μετά από χρόνια. Ο Βάσκος χρίστηκε προπονητής των Κανονιέρηδων το 2019 και πέρασαν 22 χρόνια (το 2004 ήταν η τελευταία φορά που πήραν την Premier) για να τους αναδείξει φέτος πρωταθλητές! Και ήδη υπάρχουν φωνές που υποστηρίζουν ότι η συνολική του επιδραστικότητα μπορεί να ξεπεράσει ακόμη και εκείνη του Αρσέν Βενγκέρ!
Το συμπέρασμα είναι σαφές: η επιτυχία στην επιλογή προπονητή δεν αγοράζεται με ονόματα (περίπτωση Παναθηναϊκού). Χτίζεται με επιλογές που ταιριάζουν, με σωστές συνεργασίες, με ξεκάθαρους ρόλους, με χρόνο, με εμπιστοσύνη και —ναι— με μια δόση τύχης (περιπτώσεις δικεφάλων).