
του Νίκου Παπαδογιάννη
Ήταν απομεσήμερο της 5ης Σεπτεμβρίου του σωτηρίου έτους 1997 και περιφερόμασταν στους διαδρόμους του Συνεδριακού Κέντρου της Λωζάννης σαν χαμένοι. Νιώθαμε χαμένοι, ορισμένοι εξ ημών τουλάχιστον, διότι δεν ξέραμε τι θέλαμε. Θέλαμε τη νίκη ή την ήττα; Να κερδίσει η Αθήνα την ψηφοφορία για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 ώστε να γευθούμε όλοι το γλυκό νέκταρ του θριάμβου τακτικής κόντρα στο νόμο του χρήματος και στα μεγάλα συμφέροντα ή μήπως καλύτερα να ηττηθεί ώστε να κρατηθεί η χώρα μακριά από την πορεία χρεοκοπίας και να κλειδωθούν στο χρονοντούλαπο τα χρυσά κουτάλια που ήδη κάποιοι ανέμιζαν σε δημόσια θέα;
Όσοι τουλάχιστον υπηρετούσαμε την Ελευθεροτυπία ήμασταν ταγμένοι με ισχυρά ρεαλιστικά επιχειρήματα υπέρ του «όχι», επειδή βλέπαμε την εγχώρια διαπλοκή να μας περικυκλώνει, με πρόσχημα τους πέντε κύκλους του μεγάλου και του ωραίου. Το όνομα της, ακόμη αδέσμευτης, εφημερίδας μπορούσε να γραφεί και με πεζό «ε» αντί για κεφαλαίο. Δεν θα έχανε τίποτε από το νόημά της η λέξη.
Το Κέιπ Τάουν είχε φέρει στη Λωζάννη τον Νέλσον Μαντέλα, η Στοκχόλμη τον Μπγιορν Μποργκ, η Ρώμη είχε μαέστρο πίσω από τις κουίντες τον Πρίμο Νεμπιόλο, ενώ εμείς… Αλήθεια, ποιους είχαμε εμείς;
Τη Γιάννα Αγγελοπούλου με την καούκα, τον θεσμικά αόρατο σύζυγό της με το παχύ πορτοφόλι, τον Ανδρέα Φούρα με την πασοκική μουστάκα, τον «μίστερ τίποτα» Δημήτρη Αβραμόπουλο, τον Λουκά Παπαδήμο που κρατούσε τα κλειδιά του θησαυροφυλακίου, να ποιους είχαμε. Και πίσω από τις κουρτίνες, ορισμένους τεχνοκράτες -όπως ο μπασκετικός Γιάννης Γιαννάκης- που ήρθαν από άλλους χώρους για να διδάξουν πώς παίζεται αυτό το παιχνίδι.
Στο αρχαίο πνεύμα αθάνατο είχαμε δώσει ρεπό, για να μη πάθουμε πάλι καμιά ζημιά όπως τότε με τη «Χρυσή Ολυμπιάδα» του 1996, η οποία κατέληξε, αν θυμάστε, «Ατλάνταζε» και «Κοκακόλαζε» αντί για «Αθήναζε». Τι τραύμα και αυτό!
Αυτή τη φορά, η ελληνική αντιπροσωπεία είχε καταφτάσει στη Λωζάννη έτοιμη για όλα και αποφασισμένη να ξορκίσει τους αιθεροβάμονες της προγονολατρείας και της ελληνοφρένειας. Μοίρασε τα δωράκια της (τακτική που ακόμη δεν είχαν περάσει στην παρανομία), πλεύρισε τα πρόσωπα κλειδιά, έταξε χατίρια στους «αθανάτους», φιλοξένησε κόσμο στα κότερα του αστακού και του χαβιαριού, υποσχέθηκε ανάπτυξη και τεχνοκρατισμό κόντρα στις νεοελληνικές παθογένειες, ετοίμασε έναν άρτιο φάκελο με έμφαση όχι στα λόγια, αλλά στα έργα.
Εκ των υστέρων, αποδείχθηκε με χαρτί και καλαμάρι (μέσα στο τσάρτερ της επιστροφής) ότι οι insiders της ελληνικής αντιπροσωπείας γνώριζαν προκαταβολικά το αποτέλεσμα όλων των ψηφοφοριών με απόκλιση το πολύ 5%. Δεν πανηγύρισαν όλοι οι Έλληνες «έκπληκτοι» όταν ανακοινώθηκε το αποτέλεσμα στη Λωζάννη. Κάποιοι, στα μετόπισθεν, απλά άκουσαν αυτό που περίμεναν να ακούσουν και χαμογέλασαν δικαιωμένοι για τα προγνωστικά και για την άοκνη προεργασία. Εάν ζούσαμε σε μέρες έξυπνου τζόγου, κάποιοι θα είχαν θησαυρίσει από το στοίχημα στις αγορές της Ασίας. Μπορεί και να το έκαναν, χέρι στη φωτιά δεν βάζω.
Εμένα πάντως δεν μου σφυρίξει κανένας το παραμικρό. Περίμενα να ακούσω από τα χείλη του φοβερού Σάμαραντς «Rome» και τινάχτηκα με το «Athens» σαν κεραυνόπληκτος στα σκοτεινά ορεινά κάποιας τρίτης αίθουσας απ’ όπου οι δημοσιογράφοι παρακολουθούσαν τη διαδικασία. Θυμάμαι ότι για μερικά δευτερόλεπτα έτρεχα στους διαδρόμους με σφιγμένες γροθιές, σαν να είχε βάλει γκολ η αγαπημένη μου ομάδα. Άτιμο πράγμα η έκρηξη αδρεναλίνης, ιδίως όταν ως έθνος είσαι μαθημένος στην ήττα και στην καρπαζιά.
Και αυτή ήταν μία νίκη που σημειώθηκε στο γήπεδο του αντιπάλου, γι’ αυτό και πανηγυρίστηκε τόσο έξαλλα σε όλη τη χώρα. Kατατροπώσαμε τους Ρωμαίους και τους άλλους επειδή παίξαμε το παιχνίδι τους καλύτερα από αυτούς. Όχι πλέον με στείρα επίκληση στους αρχαίους ημών προγόνους και προσευχές στον Δία, αλλά με δύσοσμο χρήμα και υπόγειες διαδρομές.
Και εγένετο εθνικός θρίαμβος, μέσα σε πανελλήνια ανάταση! Η Ρώμη δεν πρόλαβε να πει ούτε την προσευχή της, ενώ οι υπόλοιποι μνηστήρες -ακόμα και ολόκληρος Μαντέλα- αποδείχθηκαν άμαχος πληθυσμός. Τα πάντα εν σοφία ποιήθηκαν.
Από την επόμενη μέρα, βέβαια, και ιδίως μετά από την «κίτρινη κάρτα» του Απριλίου 2000 (οπότε προστέθηκε στην εξίσωση το δόγμα «πληρωνουμε αδρά, αλλιώς δεν προλαβαίνουμε»), μπήκε σε εφαρμογή η ελληνική συνταγή: διαφθορά, προχειρότητα, ωχαδερφισμός, διαπλοκή, ραγιαδισμός, νεποτισμός, τα χρυσά κουτάλια που λέγαμε. Όλα, στο όνομα του εθνικού οράματος και για να μη γίνουμε ρεζίλι στους ξένους.
Έριξα λίγο νερό στο πρόσωπό μου για να συνέλθω από την ηλεκτροπληξία, ήπια μισή γουλιά από τις ελληνικές σαμπάνιες που εμφανίστηκαν ξαφνικά από την κατάψυξη του ελληνικού αρχηγείου και στρώθηκα στο γράψιμο, την ίδια ώρα που ο Φούρας ξύριζε μουστάκι ένεκα χαμένου στοιχήματος, ενώ ο δήμαρχος Αβραμόπουλος ίσιωνε την ατσαλάκωτη γραβάτα για την πανηγυρική συνέντευξη Τύπου.
«Το βράδυ όλοι οι δημοσιογράφοι είστε καλεσμένοι για δείπνο στο καλύτερο εστιατόριο της πόλης», ήρθε το φιρμάνι εκεί που πάλευα με το φαξ των Ελβετών. Το πάρτι είχε μόλις ξεκινήσει.