
Τα τελευταία χρόνια και για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η διεθνής τάξη δεν περιστρέφεται γύρω από μία μόνο υπερδύναμη. Ο κόσμος κινείται ταυτόχρονα προς πολλές κατευθύνσεις: ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται, η Μέση Ανατολή βράζει με την αντιπαράθεση Ισραήλ-Ιράν, η Κίνα πιέζει γύρω από την Ταϊβάν και η Ιαπωνία εξοπλίζεται ξανά μετά από δεκαετίες στρατιωτικών περιορισμών. Κάθε κρίση παρουσιάζεται συχνά σαν ένα ξεχωριστό γεγονός, στην πραγματικότητα όμως όλες συνδέονται με μία βαθύτερη αλλαγή στο παγκόσμιο σύστημα ισχύος που εκτείνεται από τη Μέση Ανατολή μέχρι τον Ειρηνικό και αλλάζει σταδιακά την ισορροπία του πλανήτη.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται το στρατόπεδο των δυτικών συμμάχων: οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Αυστραλία και το Ισραήλ. Από την άλλη πλευρά αναπτύσσεται ένα πιο χαλαρό δίκτυο συνεργασίας που περιλαμβάνει την Κίνα, τη Ρωσία, το Ιράν και τη Βόρεια Κορέα. Δεν πρόκειται για κλασική στρατιωτική συμμαχία όπως στο παρελθόν, είναι όμως ένα πλέγμα σχέσεων που βασίζεται σε οικονομικές συμφωνίες, ενεργειακές συνεργασίες και ανταλλαγή στρατιωτικής τεχνολογίας.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία
Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη ρήξη στη διεθνή τάξη μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, αφού για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες μία μεγάλη δύναμη επιχείρησε να αλλάξει σύνορα στην Ευρώπη με στρατιωτική βία. Ο πόλεμος αυτός δημιούργησε μια νέα γραμμή διαχωρισμού ανάμεσα σε δύο μπλοκ χωρών. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ και μια σειρά συμμάχων τους, και από την άλλη πλευρά βρίσκεται η Ρωσία, η οποία έχει ενισχύσει τη συνεργασία της με χώρες όπως η Κίνα, το Ιράν και η Βόρεια Κορέα. Αν και αυτές οι χώρες δεν αποτελούν επίσημη στρατιωτική συμμαχία, η συνεργασία τους σε ενέργεια, τεχνολογία και στρατιωτικό εξοπλισμό έχει δημιουργήσει ένα νέο γεωπολιτικό πλαίσιο.
Η Μέση Ανατολή ως δεύτερο μεγάλο μέτωπο
Παράλληλα με τον πόλεμο στην Ευρώπη, η Μέση Ανατολή βιώνει τη δική της περίοδο έντασης, με τη σύγκρουση ανάμεσα στο Ισραήλ και το Ιράν να έχει εξελιχθεί σε έναν από τους βασικούς άξονες αντιπαράθεσης στην περιοχή. Το Ιράν έχει δημιουργήσει ένα δίκτυο συμμάχων και ένοπλων οργανώσεων σε διάφορες χώρες της Μέσης Ανατολής, ενώ το Ισραήλ θεωρεί την ανάπτυξη του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος υπαρξιακή απειλή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο βασικός στρατηγικός σύμμαχος του Ισραήλ και έχουν στρατιωτική παρουσία σε πολλές χώρες της περιοχής. Κάθε κλιμάκωση ανάμεσα στο Ισραήλ και το Ιράν έχει άμεσες επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία, κυρίως λόγω της σημασίας της περιοχής για την παραγωγή πετρελαίου. Το Στενό του Ορμούζ, από το οποίο περνά περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου, αποτελεί ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία στον πλανήτη.
Η Κίνα και η στρατηγική της στην Ευρασία
Η Κίνα παρακολουθεί αυτές τις εξελίξεις από μια διαφορετική οπτική. Για το Πεκίνο, η Μέση Ανατολή αποτελεί βασικό ενεργειακό κόμβο, αφού η χώρα εισάγει τεράστιες ποσότητες πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο και έχει αναπτύξει στενές οικονομικές σχέσεις με το Ιράν. Η συνεργασία αυτή ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο με την υπογραφή μιας στρατηγικής συμφωνίας 25 ετών ανάμεσα στην Κίνα και το Ιράν, που περιλαμβάνει επενδύσεις σε υποδομές, ενέργεια και μεταφορές. Η περιοχή αποτελεί επίσης κρίσιμο κομμάτι του μεγάλου κινεζικού σχεδίου Belt and Road, το οποίο επιδιώκει να δημιουργήσει ένα δίκτυο εμπορικών διαδρομών που θα συνδέει την Ασία με την Ευρώπη και την Αφρική.
Το κινεζικό ναυτικό είναι σήμερα το μεγαλύτερο στον κόσμο σε αριθμό πλοίων, ενώ η χώρα επενδύει τεράστια ποσά σε πυραυλικά συστήματα, αεροπορία και διαστημικές τεχνολογίες. Η Κίνα έχει επίσης εντείνει τη στρατιωτική δραστηριότητα γύρω από την Ταϊβάν και στην Ανατολική Σινική Θάλασσα, όπου υπάρχουν και εδαφικές διαφορές με την Ιαπωνία για τα νησιά Senkaku. Από την οπτική του Τόκιο, η στρατιωτική ενίσχυση είναι μια μορφή αποτροπής απέναντι σε αυτή τη νέα πραγματικότητα.
Είναι η Ταϊβάν το πιο επικίνδυνο σημείο του πλανήτη;
Παρά τη σημασία της Μέσης Ανατολής και της Ουκρανίας, πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι το πιο επικίνδυνο γεωπολιτικό σημείο του πλανήτη βρίσκεται στην Ανατολική Ασία. Η Ταϊβάν αποτελεί εδώ και δεκαετίες το κεντρικό σημείο έντασης ανάμεσα στην Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το Πεκίνο θεωρεί το νησί δική του επαρχία, ενώ η Ταϊβάν λειτουργεί ως αυτόνομη δημοκρατία. Η σημασία της όμως δεν είναι μόνο πολιτική, αφού η Ταϊβάν αποτελεί τον βασικό πυρήνα της παγκόσμιας βιομηχανίας μικροτσίπ με περίπου το 90% των πιο προηγμένων ημιαγωγών στον κόσμο να παράγονται εκεί. Αυτά τα μικροτσίπ βρίσκονται στην καρδιά σχεδόν κάθε σύγχρονης τεχνολογίας, από τα κινητά τηλέφωνα μέχρι τα αυτοκίνητα και τα στρατιωτικά συστήματα. Μια στρατιωτική σύγκρουση γύρω από την Ταϊβάν, λοιπόν, θα είχε συνέπειες που θα ξεπερνούσαν κατά πολύ τα όρια της περιοχής.

Η επανεμφάνιση της Ιαπωνίας ως στρατιωτικής δύναμης
Για δεκαετίες η Ιαπωνία παρουσιαζόταν διεθνώς ως το παράδειγμα μιας χώρας που είχε εγκαταλείψει τον μιλιταρισμό του παρελθόντος. Μετά την καταστροφή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το σύνταγμα που υιοθετήθηκε το 1947 περιλάμβανε το περίφημο Άρθρο 9, σύμφωνα με το οποίο η χώρα παραιτούνταν από τον πόλεμο και από τη διατήρηση επιθετικών στρατιωτικών δυνάμεων. Στην πράξη, βέβαια, η Ιαπωνία ποτέ δεν έμεινε εντελώς άοπλη, αφού οι Japan Self-Defense Forces εξελίχθηκαν σταδιακά σε έναν από τους πιο τεχνολογικά προηγμένους στρατούς στον κόσμο, αλλά πάντα υπό την πολιτική αρχή ότι πρόκειται για καθαρά αμυντική δύναμη.
Αυτό όμως αλλάζει. Τα τελευταία χρόνια, το Τόκιο έχει ξεκινήσει τη μεγαλύτερη στρατιωτική αναβάθμιση από το τέλος του πολέμου. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι μέχρι το 2027 οι αμυντικές δαπάνες θα φτάσουν περίπου το 2% του ΑΕΠ, διπλασιάζοντας ουσιαστικά τον προϋπολογισμό άμυνας. Αν αυτό ολοκληρωθεί, η Ιαπωνία θα γίνει μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνάμεις σε δαπάνες στον κόσμο. Το πιο σημαντικό όμως δεν είναι η αύξηση του στρατιωτικού προϋπολογισμού, είναι η αλλαγή φιλοσοφίας. Η Ιαπωνία εγκαταλείπει σταδιακά την αυστηρή ερμηνεία της άμυνας και υιοθετεί το δόγμα της λεγόμενης counter-strike capability, δηλαδή τη δυνατότητα να χτυπήσει στρατιωτικούς στόχους εκτός της επικράτειάς της αν θεωρήσει ότι απειλείται. Αυτό από μόνο του εξηγεί γιατί η χώρα αναπτύσσει νέα συστήματα όπως η αναβαθμισμένη έκδοση των πυραύλων Type-12, με εμβέλεια που μπορεί να φτάσει τα 1.000 χιλιόμετρα. Τέτοια όπλα θεωρητικά θα μπορούσαν να πλήξουν στρατιωτικές εγκαταστάσεις σε γειτονικές χώρες. Όπως είναι φυσικό, η εξέλιξη αυτή προκαλεί ήδη έντονες αντιδράσεις στην περιοχή.
Η βασική αιτία που ωθεί την Ιαπωνία σε στρατιωτική αναβάθμιση είναι η εντυπωσιακή άνοδος της Κίνας. Η Κίνα έχει καταδικάσει τις κινήσεις του Τόκιο, κατηγορώντας την Ιαπωνία ότι εγκαταλείπει το μεταπολεμικό πλαίσιο ασφάλειας και επιστρέφει σε στρατιωτική λογική. Για να καταλάβει όμως κανείς γιατί συμβαίνει αυτή η αλλαγή, πρέπει να κοιτάξει τον ευρύτερο γεωπολιτικό χάρτη.
Η γεωγραφία της Ιαπωνίας
Αν κοιτάξει κανείς τον χάρτη της Ανατολικής Ασίας, καταλαβαίνει γιατί η Ιαπωνία είναι τόσο σημαντική. Τα νότια νησιά της χώρας -ιδιαίτερα η αλυσίδα των Ryukyu και η Οκινάουα- βρίσκονται σε απόσταση περίπου εκατό χιλιομέτρων από την Ταϊβάν και αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση κρίσης, αυτά τα νησιά θα ήταν από τα πρώτα που θα επηρεάζονταν. Επιπλέον, στην Ιαπωνία βρίσκονται μερικές από τις μεγαλύτερες αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στον κόσμο. Περισσότεροι από 50.000 Αμερικανοί στρατιώτες σταθμεύουν στη χώρα, γεγονός που την καθιστά βασικό πυλώνα της αμερικανικής στρατηγικής στον Ειρηνικό. Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη από τη δεκαετία του 1980, ο τότε πρωθυπουργός Yasuhiro Nakasone είχε χαρακτηρίσει τη χώρα του «αβύθιστο αεροπλανοφόρο των Ηνωμένων Πολιτειών». Οι αλλαγές αυτές αποτελούν τη μεγαλύτερη στρατιωτική αναδιάρθρωση της Ιαπωνίας από το τέλος του πολέμου.
Η στρατηγική των ΗΠΑ
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η άνοδος της Κίνας αποτελεί τη μεγαλύτερη στρατηγική πρόκληση του 21ου αιώνα, γι’ αυτό και η Ουάσιγκτον έχει προσπαθήσει να δημιουργήσει ένα δίκτυο συμμαχιών στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού. Η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Αυστραλία και οι Φιλιππίνες αποτελούν βασικούς εταίρους αυτής της στρατηγικής. Παράλληλα έχουν δημιουργηθεί σχήματα συνεργασίας όπως το QUAD (ΗΠΑ, Ιαπωνία, Ινδία, Αυστραλία) και το AUKUS (ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Αυστραλία). Στόχος, λοιπόν, αυτής της στρατηγικής είναι να διατηρηθεί η ισορροπία ισχύος και να αποτραπεί η κυριαρχία της Κίνας στον Ειρηνικό. Ταυτόχρονα, οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν βαθιά εμπλεκόμενες και σε άλλες περιοχές του κόσμου, από τη Μέση Ανατολή μέχρι την Ευρώπη. Αυτό δημιουργεί ένα σύνθετο στρατηγικό δίλημμα: πώς μπορεί μια δύναμη να διαχειριστεί ταυτόχρονα πολλαπλά μεγάλα γεωπολιτικά μέτωπα; Για την Ουάσιγκτον, η ισχυρή Ιαπωνία είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της ισορροπίας δυνάμεων στον Ειρηνικό, για την Κίνα όμως, αυτή η πολιτική μοιάζει με στρατηγική περικύκλωσης.
Τι μας ξημερώνει;
Οι εξελίξεις αυτές δείχνουν ότι ο κόσμος εισέρχεται σε μια νέα εποχή γεωπολιτικής ανταγωνιστικότητας. Η εποχή που ακολούθησε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου χαρακτηριζόταν από τη σχετική κυριαρχία των Ηνωμένων Πολιτειών και από την αίσθηση ότι η οικονομική παγκοσμιοποίηση θα μείωνε τις μεγάλες συγκρούσεις, σήμερα όμως η πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκη. Σε έναν κόσμο όπου η οικονομία, η τεχνολογία και η στρατιωτική ισχύς συνδέονται όλο και περισσότερο, οι κρίσεις που ξεσπούν σε μια περιοχή του πλανήτη σπάνια μένουν περιορισμένες εκεί. Κάθε μέρα λοιπόν, από εδώ και πέρα, ίσως επιφυλάσσει μία ακόμα σύγκρουση και γνωρίζοντας αυτό το στρατηγικό παιχνίδι ισχύος που παίζεται τα τελευταία χρόνια, δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν το περιμένουμε.