Γεννήθηκε σε ένα πέτρινο σπίτι του 1790 κι ένα χωριό που ο Ταΰγετος κι ο Πάρνωνας νανούριζαν στην αγκαλιά τους με θρύλους βγαλμένους απ’ τα σπλάχνα καταρχάς των ανθρώπων, κι έπειτα χοϊκών θεών: τις Κροκέες Λακωνίας. Μεγάλωσε κάτω απ’ τη αψιά θωριά του προ-προπάππου του, Γιώργη Χριστοφιλάκη, αγωνιστή του ’21, που τον θωρούσε απ’ το κάδρο στο τοίχο με τό ’να του μάτι, αφού τ’ άλλο τό ’χε χάσει στη Μάχη στο Βαλτέτσι· αλλά και με μια μάνα πού ’χτιζε πύργους με την τρυφεράδα της, γυρνώντας ανάποδα την κορνίζα γιατί της προκαλούσε τρόμο.
Ο λογοτέχνης, ποιητής και συλλέκτης, ο πολυμήχανος και πολυπράγμων Μίμης Χριστοφιλάκης, ανατράφηκε με «βασιλικό πολτό» τις λιγοστές κουβέντες ενός πατέρα που σαν γύρισε από το αλβανικό μέτωπο είχε χάσει τη μιλιά του. Και με τα παράξενα «παραμύθια» της μάνας του, πού ’χαν για δράκο τον χίτη μέγα μακελάρη της Λακωνίας Παβλάκο.

«Έχω γίνει κλινική περίπτωση συλλέκτη. Χωρίς κέντρο βάρους, είμαι παμφάγος, συλλέκτης-χιονοστιβάδα. Έχω όμως κάποιες εστίες: Κατοχή, Εμφύλιο, Δικτατορία, 1821...», λέει ο Μίμης Χριστοφιλάκης. Ο πίνακας που δεσπόζει στο σπίτι στην Καισαριανή είναι επτανησιακός του 1860.
Μεγαλώνοντας, ο Μίμης Χριστοφιλάκης «στραβοκοιμήθηκε στ’ αριστερό πλευρό», εντός «ζώνης κινδύνου» όπως γράφει, κι άλλο δεν σκεφτόταν μέρα νύχτα παρά πώς θα βλάψει τη Χούντα – στη μόνη περίοδο της ζωής του που υπήρξε εμπαθής. Μετά την πτώση της, άλλα βάσανα, καθώς το ανυπότακτο πνεύμα του αρνούνταν να αλυσοδεθεί στις προκρούστειες κομματικές κλίνες (για την περίοδο αυτή, θα διαβάσετε στο δεύτερο μέρος, αφού βρεθήκαμε με τόσο υλικό πολύτιμων αφηγήσεων, που αρνηθήκαμε να το περάσουμε από κόφτη).
Αφού είδε κι απόειδε, ο κ. Χριστοφιλάκης αναψηλάφησε τη χαρά που τού ’χαν δώσει κάτι χρωματιστά χαρτάκια από καραμέλες στην κατασκήνωση της βασίλισσας, κι έγινε «συλλέκτης-χιονοστιβάδα», αναπόδραστα ιστοριοδίφης, με ανεκτίμητα σήμερα ευρήματα στην κατοχή του για την ιστορία και τη λαογραφία μας. Μετά τις Κροκεές, αγάπησε βαθιά την Καισαριανή όπου ζει απ’ το ’70, κι έχει πολλά να μας μάθει για την ιστορία της συνοικίας, και βέβαια του Σκοπευτηρίου.

Φωτογραφική μηχανή του 1890 και κουτί-χειροτεχνία φυλακισμένων.

Πίνακας του Μποστ.
Πάνω απ’ όλα, όμως, ο κ. Χριστοφιλάκης είναι «συλλέκτης στιγμών». Κι επειδή αυτές δεν είναι χειροπιαστές, σκαρφίστηκε τη λογοτεχνία και την ποίησή του, για να τις αποθέτει εκεί απαλά μην τις τσαλακώσει. Έχει εκδώσει δύο συλλογές διηγημάτων, οκτώ ποιητικές – κι έχει πολλές ακόμα στα σκαριά.
Το πρόβλημα με τον Μίμη Χριστοφιλάκη είναι πως πρόκειται για άνθρωπο διόλου εύκολο να περιγράψεις. Εκεί που πας να τον κλείσεις σε ορισμούς κι επιθετικούς προσδιορισμούς, το σκάει νύχτα σαν έφηβος για το πάρτι.
Το φτωχόπαιδο απ’ τη Λακωνία που ανακάλυψε τον θησαυρό της Σουλτάνας
Στην πρώτη συνάντησή μας, με υποδέχεται στο σπίτι του στο Παγκράτι - «γιατί στο άλλο δεν θά ’χουμε να καθίσουμε πουθενά». Αναφερόταν στο διαμέρισμα στην Καισαριανή, όπου διατηρεί συλλογές του. Οι ερωτήσεις που είχα ετοιμάσει πριν τον συναντήσω σάλπισαν την ισπανική υποχώρηση μπροστά στη χειμαρρώδη αφήγησή του.
Πώς προέκυψε το πάθος του συλλέκτη; «Το σπίτι μας στο χωριό ήταν γεμάτο αντικείμενα μέσα. Από το ’21, από τη Μικρά Ασία. Η μάνα μου, που λες, μόλις πέθανε ο πατέρας μου το 1955, το Δεκέμβριο, άρχισε και τα πουλούσε για να ζήσουμε. Καρυοφύλλια, πιστόλες, χαρανιά. Γύριζα από το σχολείο κι έλειπαν τα πράγματα. Και αυτό με στενοχωρούσε και μου δημιούργησε ένα κίνητρο να τα ξαναπάρω πάλι, όχι τα ίδια».

. «Ναΐς», προτομή του γλύπτη και χαράκτη Νικόλαου Παυλόπουλου.

Πίνακας: Γυναίκα ψάχνει το παντελόνι του άνδρα της.
Το 1956, στην πρώτη τάξη του Δημοτικού «μας πήγαν κατασκήνωση, τα ορφανά του εμφύλιου και τα φτωχά παιδιά του χωριού, πίσω απ’ τον Ταΰγετο, εκεί που είχε γίνει η μάχη της Αλαγονίας». Τι άλλο νά ’κανε η μάνα η έρμη πού ’χε μείνει 36 χρονών χήρα με τρία αγόρια εφτά, πέντε και τριών ετών. Πώς να τα θρέψει;
«Μας βάλανε σε ένα φορτηγό, μας δέσανε γιατί κούναγε και κάναμε όλα εμετό. Ήμασταν αδύνατα. Δεν είχαμε να φάμε τίποτα. Μόλις φτάσαμε μας ζύγισαν σε οκάδες. Στην κατασκήνωση όμως συνήλθαμε. Τρώγαμε σταφιδόψωμο και κοτόπουλα και ρύζια κι αυτά. Την τυλώσαμε, που λέμε στο χωριό μας. Τις νύχτες ερχόντουσαν τα τσακάλια από τα βουνά και έκαναν ουουου, κι εγώ ανατρίχιαζα. Μια μέρα ήρθε ο νομάρχης Μεσσηνίας, μας έβγαλε έναν λόγο πύρινο, αντικομμουνιστικό λόγο, “να γίνετε καλύτεροι από τους γονείς σας”, κούναγε τα χέρια... Τραγουδούσαμε εμείς τα αντικομμουνιστικά που μας είχαν μάθει, Μακεδονίες ξακουστές…» Στο τέλος τους έδωσε καραμέλες. «Εγώ γύρισα το απόγευμα όλο το στρατόπεδο και μάζεψα τα χαρτάκια, τα οποία ήταν πολύχρωμα και τρίζανε… Η πρώτη μου συλλογή ήταν χαρτιά από καραμέλες στην κατασκήνωση της βασίλισσας στην Αλαγονία».
«Μεγάλωσα όχι με παραμύθια, αλλά με αφηγήσεις απ’ τον Εμφύλιο»
«Τελικά έχω γίνει κλινική περίπτωση συλλέκτη. Χωρίς κέντρο βάρους, είμαι παμφάγος, συλλέκτης-χιονοστιβάδα. Έχω όμως κάποιες εστίες: Κατοχή, Εμφύλιο, Δικτατορία, 1821 - και Ιταλοκρατία στα Δωδεκάνησα λόγω της συζύγου μου, που είναι από την Κάσο. Αλλά παράλληλα ό,τι βρω και μου κάνει γκελ το μαζεύω. Χαρακτικά, πίνακες, νομίσματα, δεν μπορείς να φανταστείς».

Η Ελλάδα υποδέχεται τη Θεσσαλία και την Ήπειρο στην αγκαλιά της (κατά την ένωση). Αγγλικό πιάτο, παραγγελία στη Σύρο, 1885.

Φόρεμα από το χαρέμι της Αδριανούπολης. Ύφασμα βαρύ, ολοκέντητο.
Έχει μετατρέψει τρία σπίτια της οικογένειας σε ιδιότυπα μουσεία: στην Καισαριανή, τη Λακωνία, την Κάσο. «Όταν γνώρισα τη γυναίκα μου τη Βάσω, με πήγε στο σπίτι της Κάσου το καλοκαίρι του 1980, κι αυτό ήταν γεμάτο αντικείμενα από πειρατείες. Η Κάσος, σε πληροφορώ, όταν έγινε το ολοκαύτωμα και καταστράφηκε (σ.σ.: 29 Μαΐου 1824, κατά την Ελληνική Επανάσταση, οι Αιγύπτιοι του Ιμπραήμ αφάνισαν το νησί), πέσανε τα ασφάλιστρα στους Lloyds. Έγιναν πιο ασφαλείς οι θάλασσες. Δεν μπορείς να φανταστείς οι Κασιώτες τι πειρατές ήτανε. Οι Κασιώτες και οι Μανιάτες».

Ζευγάρι Κασιωτών, πρόγονοι της συζύγου του Μίμης Χριστοφιλάκη, Βάσως. Οι κορνίζες είναι φτιαγμένες στη Σμύρνη το 1820.
Ο αέρας του νησιού μετέτρεψε τρόπον τινά και τον ίδιο σε πειρατή, με πρώτο λάφυρο την κουτάλα μιας θείας της συντρόφου του που έκανε το λάθος να τους σερβίρει με αυτή σούπα σκορπίνα. Κουτάλα του 1746 με ασημένιο κοχλιάριο. Στο κασιώτικο «σεντούκι» του έχει και «νομίσματα από το χαζινέ, τον θησαυρό της Σουλτάνας. Πέρναγαν μια κόρη του Σουλτάνου να την πάνε στην Αίγυπτο να την παντρέψουν με έναν διοικητή. Ακόμα την περιμένει ο γαμπρός. Το βούλιαξαν το καράβι οι Κασιώτες, πήραν τα πάντα, πάει κι η Σουλτάνα».
«Το όπλο-λάφυρο του πατέρα μου από την Αλβανία, το έκρυβε η μάνα μου μέσα σε κερί»
Ενώ συζητάμε, μπαίνει η σύζυγός του η Βάσω. Μου σερβίρει εσπρέσο λούγκο και βουτήματα. Τη χαιρετώ στα κλεφτά μη διακοπεί ο ειρμός του κ. Χριστοφιλάκη, που συνεχίζει την αφήγηση καθισμένος σε μια αρχοντική άλικη μπερζέρα που δένει αρμονικά με την περίτεχνη καζάκα του.

Η μητέρα του Μίμη Χριστοφιλάκη, Κατερίνα Αλιφέρη-Χριστοφιλάκη. Η δεσπόζουσα μορφή στη ζωή και τις αφηγήσεις του.
Αφήνουμε τους Κασιώτες πειρατές ν’ αλωνίζουν μεσοπέλαγα και ξαναγυρνάμε στο σπίτι όπου μεγάλωσε στις Κροκεές. «Η μάνα μου είχε ένα κερί, ήταν τούβλο. Της έλεγα τι είναι αυτό ρε μάνα, έλεγε η μάνα μου άσ’ το, μπορεί να χρειαστεί, να μην έχουμε ρεύμα, να το λιώσουμε». Πολλά χρόνια αργότερα, έσπασαν το κερί. «Κι ήταν μέσα μια μπερέτα που έφερε ο πατέρας μου από την Αλβανία. Την έχω. Μπερέτα ιταλική, λάφυρο». Η μάνα την είχε διατηρήσει στο κερί να μην την κλέψουν. Κι όταν έγινε η Χούντα, που ζητήθηκε να παραδώσουν τα όπλα, εκείνη παρέδωσε μονάχα ένα σπαθί.
Η μάνα κράτησε τ’ όπλο φυλαχτό, κι ας είχε αδειάσει το σπίτι από τα περισσότερα αντικείμενα. Κι αυτό ψυχανεμίζομαι είναι το πιο πολύτιμο όπλο στη συλλογή του κ. Χριστοφιλάκη, κι ας έχει πόσα ακόμα μαλαματοσκαλισμένα: Μια πιστόλα μεσολογγίτικη διακοσμημένη με το γοργόνειο «ν’ αποτρέπει τις σφαίρες». Μια ηπειρώτικη ποντικοουρά, σκαλιστή – πυροβολούσαν κρατώντας τη λίγο λοξά να μη χύνεται το μπαρούτι. Μια πιστόλα-λάφυρο από τον στρατό του Ιμπραήμ με ένθετο οστούν καμήλας.

Θήκη για μπαρούτι από τον στρατό του Ιμπραήμ - από όσχεο καμήλας.

Ο Μίμης Χριστοφιλάκης κρατά μια σκαλιστή ηπειρώτικη "ποντικοουρά" από τη συλλογή του. Θα μας δείξει τη στουρναρόπετρα που βγάζει σπινθήρα, πώς το κρατούσαν λίγο γυρτό όταν σκόπευαν για να μη χυθεί το μπαρούτι.

Η μεσολογγίτικη αυτή πιστόλα φέρει το «γοργόνειο», φυλαχτό-αποτρεπτικό για τις σφαίρες.
Μας τα παρουσίασε με περηφάνια στη δεύτερη συνάντησή μας, ξεναγώντας μας στο σπίτι του στην Καισαριανή, όπου τα χάσαμε· το βλέμμα δεν είχε πού να πρωτοακουμπήσει ανάμεσα στα αμέτρητα αντικείμενα – ούτε κι εμείς. «Να φέρετε σχολεία εδώ», του πρότεινε η φωτογράφος μας Νατάσα Πανταζοπούλου. «Σούζα θα τά ’χετε». Ο κ. Χριστοφιλάκης θα αποδεικνυόταν αναμφισβήτητα υπερόπλο σε ένα υπουργείο Παιδείας της καρδιάς μας, κι ας είναι η εμπειρία του από άλλο υπουργείο όπου εργάστηκε ως διευθυντής – το Ανάπτυξης.
Το αλβανικό μέτωπο του πήρε τη μιλιά
«Όταν ήρθε ο πατέρας μου από την Αλβανία, απ’ το μέτωπο, η θειά μου μού λέει: τον βάλαμε σε ένα χαρανί και τον πλύναμε, είχε μια γενειάδα μέχρι κάτω. Και του λέγαμε μίλα, Βάσο, δεν μίλαγε, είχε πάθει ένα μήνα αφωνία». Μόλις συνήλθε, βγήκε στο βουνό. Κι ο αδελφός του πατέρα του γύρισε από την Αλβανία με κομμένο πόδι. «Έγινε θρήνος στο σπίτι. Παντρεύτηκε δε τη νοσοκόμα που τον κοίταε στο νοσοκομείο, τον ερωτεύτηκε με κομμένο πόδι η Κρητικιά νοσοκόμα, η θεία μου η Αγάπη». Κάποια στιγμή τους επισκέφθηκε ο θείος με το ξύλινο πόδι. «Ζούλα το πόδι του θείου σου να δεις πόσο γερό είναι», προέτρεψε ο πατέρας. Γελούσαν. «Κι αυτό το πόδι, το αριστερό, το θυμάμαι που κρατούσε την τσάκιση ακέραια».

Αλβανικό Μέτωπο. Διακρίνεται ο Μητροπολίτης Καρυστίας Παντελεήμων Φωστίνης και ο Αρχιμανδρίτης Κορινθίας Παντελεήμων Καρανικόλας.

Χάρτης του αλβανικού μετώπου με συντεταγμένες, κι επιστολή αξιωματικού που υπηρετούσε εκεί στην αγαπημένη του (14.11. 1941). «Έχω στείλει τρία γράμματα, κι απάντηση δεν έχω λάβει», της γράφει.
Όταν αργότερα ο πατέρας του ψυχορραγούσε, πέρασαν περίπου εκατόν σαράντα συμπολεμιστές του να τον χαιρετήσουν. Έναν δεν τον δέχτηκε. «Μετά από δεκαπέντε χρόνια, συναντώ έναν αντάρτη του ΕΛΑΣ και πρώην συμπολεμιστή του πατέρα μου στην Αλβανία, του λέω “ρε μπαρμπα-Νίκο, γιατί δεν τον ήθελε τον Πέτρο ο πατέρας μου;”. Μου λέει “Δεν ξέρεις γιατί; Γιατί πριν μπούμε στην Κορυτσά, αυτοπυροβολήθηκε στο πόδι ξέσκουρα (σ.σ.: επιφανειακά) για να τον πάρουν στο νοσοκομείο και να γυρίσει πίσω, ήταν δειλός”… Το κάνανε πολλοί. Αυτοτραυματίζονταν. Κάποιοι που είχαν κουραστεί, ρε παιδί μου. Ανθρώπινο. “Κι όταν έγινε η συνθηκολόγηση του Τσολάκογλου, όλοι πετάγαμε τη σκούφια μας που θα γυρίζαμε στα σπίτια μας και ο πατέρας σου μελαγχόλησε, μου είπε. Έπεσε, λέει, να πεθάνει”. Κάτσε γιατί συγκινήθηκα με τον καημένο τον πατέρα μου…».
Χιλιάδες τότε χίμηξαν να κατασπαράξουν τον φασισμό με την ψυχή στο μέτωπο. Υπήρχαν βέβαια κι οι άλλοι. Εκείνοι που συνεργάστηκαν με τον εχθρό. Στο σπίτι στην Καισαριανή, για μια στιγμή τον χάνουμε τον κ. Χριστοφιλάκη. Έχει εξαφανιστεί στα ενδότερα. Όταν βγαίνει, κοκαλώνω. Κρατά μια μαύρη δερμάτινη μακριά καμπαρντίνα. «Είναι αυτό που νομίζω;» «Μοναδικό κομμάτι. Τη φορούσε Έλληνας συνεργάτης των Γερμανών, δούλευε για τη γερμανική αστυνομία GFP [σ.σ.: μυστική στρατιωτική αστυνομία της Βέρμαχτ], έχει και θήκη για το πιστόλι. Δες την ετικέτα, “Αμβούργο 1939”». Απλώνω διστακτικά το χέρι ν’ αγγίξω και το τινάζω αμέσως πίσω σαν να με χτύπησε ρεύμα. Εκεί μέσα κατοικεί ακόμα η ομοιόχρωμη ψυχή εκείνου που τη φόραγε. Του Έλληνα δωσίλογου. Θα μου τον δείξει αργότερα σε φωτογραφία.

Μαύρη δερμάτινη καμπαρντίνα Έλληνα δωσιλόγου, που δούλευε για την GFP, τη μυστική στρατιωτική γερμανική αστυνομία της Βέρμαχτ. Φτιαγμένη στο Αμβούργο το 1939.

«100 φορές οι Γερμανοί κι οι Ιταλοί απ’ τους Χίτες»
Στην οικογένεια του Μίμη Χριστοφιλάκη έχουν πολλούς νεκρούς, πολλούς σκοτωμένους. Ο αδερφός της μάνας του, εκτελεσμένος στον Εμφύλιο, σε ανταρτοδικείο. «Μου έχει αφηγηθεί πώς τον εκτέλεσαν, πώς τον κουβάλησε πάνω στο άλογο. Δύο ώρες δρόμο τον τράβαγε. Από το καπίστρι. Απίστομα». Για χρόνια μετά, τις νύχτες ξύπναγε κι έσκουζε, φωνάζοντάς τον ‘Πετράκη, Πετράκη’. Κι εμείς να κλαίμε, να κλαίμε».
Οι Κροκεές ήταν αριστερό χωριό. Πολλοί είχαν βγει στο ΕΑΜ. «Δεν μπορείς να διανοηθείς τι έγινε στον εμφύλιο στο χωριό μου. Ήτανε κατεχόμενο από την ακροδεξιά οργάνωση ΕΑΟΚ [σ.σ.: Εθνικαί Αντικομμουνιστικαί Ομάδες Κυνηγών – Οι Χίτες της Νότιας Λακωνίας] και τον Γιάννη Παβλάκο. Ένα κτήνος. Είχε εγκατασταθεί με 200 Χίτες, φτιάξανε πύργους γύρω γύρω γιατί φοβούνταν επιθέσεις από τους αντάρτες. Αν σου μεταφέρω το τι έχει γίνει στο χωριό μου, δεν θα το πιστεύεις. Ο Παβλάκος σκότωνε για το τίποτα. Εκατό φορές οι Γερμανοί κι οι Ιταλοί από τους Χίτες, έλεγε η μάνα μου. Τους υποχρέωνε, έλεγε, να πάνε να δουν τα κομμένα κεφάλια. Απλωμένα κάτω».

Περιβραχιόνιο της οργάνωσης Χ της Αθήνας – των Χιτών.
Μια φορά -αφηγείται- έφεραν το κομμένο κεφάλι ενός καπετάνιου, τό ’βάλαν επάνω σε τραπεζάκι καφενείου και υποχρέωσαν το χωριό να περάσει να το δει. «Κι ένας Χίτης κάθε λίγο το έπιανε από τα μαλλιά και το έβαζε μέσα σε κουβά με πετρέλαιο για να μη μυρίζει». Μια ξαδέρφη του καπετάνιου «χαστούκισε το κεφάλι» για να πάψουν να τη θεωρούν ύποπτη.
«Φαντάσου, μόλις έφυγαν οι Χίτες του Παβλάκου, οι γυναίκες από το χωριό μου πήγαν στη Σπάρτη σε γιατρούς να ζητήσουν φάρμακα γιατί δεν μπορούσαν να κοιμηθούν… Βίαζε, κι άμα γεννιόταν κορίτσι το πάταγε στο κεφάλι, άμα γεννιόταν αγόρι, το άφηνε… Σε κανένα άλλο μέρος της Ελλάδας δεν έχουν γίνει αυτά. Ένας ασύδοτος δολοφόνος, επί τριάμισι χρόνια».

Δεκέμβριος 1940: Κρύο στα αλβανικά βουνά.

Δεκεμβριος1940: Έλληνες υποβαστάζουν αιχμάλωτο Ιταλό τραυματία.

Δεκέμβριος 1940. Αλβανικό Μέτωπο. Τραυματίες χειροκροτούμενοι.
Ο Λιαντίνης και το τραγούδι της λόθειας Κατερίνας
Την εποχή του Εμφυλίου και του «δράκου» Παβλάκου, ο Μίμης Χριστοφιλάκης την έχει ζωντανέψει στις συλλογές διηγημάτων του «Η Εύνοια του Δράκου» (2018, εκδ. Ιδιομορφή) και «Η Χειραψία έγινε με το Βλέμμα» (2015, εκδ. Σμίλη), προσεγγίζοντάς τη ωστόσο με τη γνώση ότι μια τέτοια διαμάχη δεν είναι μεταξύ «αγίων και δαιμόνων». «Μεγάλωσα όχι με παραμύθια αλλά με αφηγήσεις για τον Εμφύλιο», λέει. «Μόνο αυτά ήθελα να ακούω από τη μάνα μου», η οποία επίσης τραγουδούσε καταπληκτικά. «Είχε μια φωνή με βυζαντινά τελειώματα. Χαιρόσουν να την ακούς να λέει το “Κόψ’ την Ελένη την ελιά γιατί ζουρλαίνεις τα παιδιά”».
Η μάνα του, Κατερίνα Αλιφέρη, είχε τουλάχιστον έναν ακόμα γνωστό μεγάλο θαυμαστή. Τον Δημήτρη Λιαντίνη, τον φιλόσοφο και καθηγητή μου στο Πανεπιστήμιο, τον αυτόχειρα που εξαφανίστηκε μυστηριωδώς στον Ταΰγετο. Ήταν πιτσιρίκι τότε. «Ο Λιαντίνης ήταν απ’ τη Λιαντίνα. Ο ξάδερφός του είχε νοικιάσει ένα δωμάτιο στο σπίτι μας. Κι η μάνα μου έφτιαχνε χυλοπίτες και ερχόταν ο Λιαντίνης και ο ξάδερφός του και καθόμαστε όλοι σε έναν μεγάλο σοφρά με σκαμνάκια και τρώγαμε». Τον θυμάται θορυβώδη, πληθωρικό, εξωστρεφή. «Μόλις τρώγαμε, ο Λιαντίνης έβαζε τη μάνα μου να λέει ιστορίες και να τραγουδά. “Λόθεια Κατερίνα, πες το Κοφ’ την Ελένη την ελιά. Πες την Κυρα-Αναγνώσταινα…”. Τρελαινόταν».
Τι νερό κατεβάζουν τα βουνά της περιοχής και βγαίνουν τέτοιες προσωπικότητες, σκέφτομαι. Μού ’ρχονται στον νου στίχοι του επίσης Κροκεάτη ποιητή Νικηφόρου Βρεττάκου από «Το Τραγούδι του Ταϋγέτου», όπως τους διάβασα στο περιοδικό «Γράμματα» του 1945, σε ανάρτηση του κ. Χριστοφιλάκη:
«Ποτάμια που οι παγκόσμιές τους κοίτες έσερναν ήλιο
τραγούδαγαν με τις πλωτές λάμψεις τους στον ορίζοντα».
Το δεύτερο ραντεβού με τον Μίμη Χριστοφιλάκη είχε ήδη κλειστεί.