
Η μοναδική φορά που έχω βρεθεί σε καζίνο στα 53 μου χρόνια, είναι κάπου στα μέσα των 90s στο καζίνο της Σύρου, το βράδυ αμέσως μετά την εμφάνιση “ouopaaaaa” του Ricky Martin στα σκαλιά του δημαρχείου για το Bravo Ρούλα. Οπότε δεν θυμάμαι και πολλά πράγματα. Θυμάμαι όμως μία μεγάλη σκάλα σε ένα παλιό αρχοντικό και μία μικρή αίθουσα για το πόκερ. Σκηνικό που τότε μού έμοιαζε με όσα έβλεπα για τα καζίνο στις ταινίες.
Και με αυτή την εντύπωση είχα μείνει τόσα χρόνια. Ότι όλα τα καζίνο είναι σαν το Casino Royale του 007. Με τα επιβλητικά ξύλινα έπιπλα, τα ψηλά ταβάνια, τους πολυελαίους, τις μακριές ακριβές κουρτίνες, τα Vesper Martinis, τις κυρίες με τις χλιδάτες μακριές τουαλέτες και τους κυρίους με τα custom made σμόκιν τους.
Και με αυτή την ιδέα στο κεφάλι μου ξεκίνησα να πάω στο Μον Παρνές. Έβαλα το φόρεμά μου, έφτιαξα τα μαλλιά, κόκκινο κραγιόν και είπα: «Ωραία, ας είμαι γκραντέλα απόψε, να ταιριάξω». Αρχικά θα με ρωτήσεις γιατί πήγα. Τίμια ερώτηση, αλλά όταν το έχεις όπως εγώ στο μυαλό σου, θες μία φορά να το ζήσεις κινηματογραφικά. Να δεις πώς είναι βρε παιδί μου. Να παίξεις και τα 5 ευρώ που σου δίνουν δώρο όταν κάνεις εγγραφή την πρώτη φορά και να πιεις τα τσάμπα ποτά που προσφέρουν.

Γιατί είναι Σάββατο βράδυ
Αγίου Βαλεντίνου βράδυ λοιπόν και με την παρέα μου αποφασίζουμε να κάνουμε το πιο anti-valentine πράγμα που μας έρχεται στο μυαλό. Η διαδρομή στην Πάρνηθα τη νύχτα είναι μαγικ με την ομίχλη να σκεπάζει το φωτισμένο καζίνο, αλλά το πολιτισμικό σοκ ξεκινάει από το τελεφερίκ κιόλας. Φτάνοντας στο πάρκινγκ, με δυσκολία βρίσκουμε χώρο να αφήσουμε το αμάξι. Γύρω μας πολλές παρέες 5 και 10 ατόμων αλλά και ζευγαράκια, πούλμαν, γενικά μια κατάσταση σαν πηγαίνεις σε πανηγύρι στο χωριό.
Περιμένουμε να φύγουν όλοι και μπαίνουμε σε μία κάψουλα με ένα ζευγάρι και έναν άνθρωπο 80 χρονών, εμφανώς καταβεβλημένο, με φθαρμένα ρούχα και φραπέ σε χάρτινο ποτήρι στο χέρι (σε αυτό το σημείο να πω ότι στο dress code στο site, έγραφε: «Το Regency Casino επιτρέπει την είσοδο σε όσους έχουν ευπρεπή ενδυμασία και διατηρεί κάθε δικαίωμα απαγόρευσης εισόδου σε αντίθετη περίπτωση. Απαγορεύεται η είσοδος σε επισκέπτες με αμάνικα φανελάκια, μαγιό, παντόφλες, στολές εργασίας και στολές παραλλαγής»). Φοράει και ακουστικά στο αυτί, από τα οποία, μέσα στη σιγαλιά της νύχτας, ακούγεται η φωνή του Νότη Σφακιανάκη, την οποία μετά από δύο λεπτά διαδέχεται η φωνή της Dido. Στη Dido ο κυριούλης αρχίζει να κουνιέται με τον ρυθμό και με μάτια κλειστά, όσο κρεμόμαστε από τα σύρματα. Έχω αρχίζει να πιστεύω ότι μάλλον κάτι λάθος έχω φανταστεί για τα καζίνο γενικά.

Όταν φτάνουμε στην κορυφή και περνάμε την πόρτα της εισόδου, βλέπουμε ένα κιόσκι με πολλά ροδοκόκκινα μπαλόνια, έτοιμο για να φωτογραφηθούν τα ζευγάρια που έχουν έρθει εδώ απόψε. «Σιγά μην έχουν έρθει πολλά ζευγάρι εδώ απόψε, θα είναι στα ρομαντικά τους», σκέφτομαι εγώ καγχάζοντας αλλά μου κόβεται το γέλιο όταν φτάνω στο λόμπι με τις ρεσεψιόν. Τονίζω τον πληθυντικό, δεν ξέρω αν το παρατηρήσατε. Ναι, βεβαίως είναι πολλές οι ρεσεψιόν, είναι πολλά τα ζευγαράκια, είναι πολύς ο κόσμος γενικώς και είναι και πολλές οι καρδούλες οι γιορτινές. Κάποιες στους τοίχους, κάποιες κρέμονται και κάποιες σε σοκολατάκι-κάτι που μας τις δίνουν οι ρεσεψιονίστ, όταν καταφέρνουμε μετά από ώρα να φτάσουμε μπροστά τους αφού οι ουρές είναι μεγάλες. Σε κάποιες βιτρίνες είναι κάποια δώρα που δεν ξέρω πώς ακριβώς τα κερδίζεις, αλλά μέσα σε αυτά είναι και μία στιρέλα.


Κάνοντας την εγγραφή, μαζί με τα σοκολατάκια μάς δίνουν μία ηλεκτρονική κάρτα που έχει μέσα δώρο 5 ευρώ για να τα παίξουμε στα μηχανήματα. Τα “τυράκια” πέφτουν βροχή αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι και τόσο τυράκια. Για να ενεργοποιήσουμε την κάρτα πρέπει να της προσθέσουμε και εμείς 5 ευρώ, αλλιώς είναι άχρηστη. Τα κουπόνια για τις κληρώσεις δεν βγάζουν αυτομάτως νικητή. Πρέπει να είσαι εκεί σε κάθε κλήρωση και να παίξεις και ένα παιχνίδι με μπαλόνια μετά ή σε κάτι πίνακες, για να δεις τι κέρδισες. Και τα δωρεάν ποτά δεν είναι all you can drink αλλά δύο (λογικό μόνο για όσους οδηγούν). Και από τα φθηνά μόνο. Μην κάνεις το λάθος να ζητήσεις ρούμι, όπως εγώ, θεωρείται πρίμιουμ και πρέπει να το πληρώσεις.


Αφού περνάμε από το μηχάνημα που μας σκανάρει μην είμαστε τίποτα μαφιόζοι και κουβαλάμε οπλοστάσιο στις τσέπες μας, ανεβαίνουμε τις σκάλες και βγαίνουμε στα δωμάτια με τα μηχανήματα τύπου κουλοχέρηδες. Γίνεται το αδιαχώρητο, προσπαθούμε να περάσουμε στην κεντρική αίθουσα με τις ρουλέτες και τα χαρτοπαικτικά τραπέζια με δυσκολία. Ειλικρινά ούτε η Στέγη απόψε με το Radio.Takeover δεν ξέρω αν έχει τόσο κόσμο. Μπροστά από έναν κουλοχέρη μία ηλικιωμένη ασπρομάλλα κυρία έχει κλατάρει και κοιμάται καθιστή σε ένα σκαμπό με το κεφάλι της να κρέμεται μπροστά. Τριγύρω έξαλλο το πλήθος. Άλλοι σε πανικό να προλάβουν να πάνε στην κλήρωση, άλλοι καρφωμένοι στις οθόνες με βλέμμα υπνωτισμένο και το χέρι να πατάει μηχανικά τα κουμπιά.

Παντού μυρίζει φαγητό, μαζί με βαριές κολώνιες, ενίοτε μασχαλίλα και απλυσιά. Φτάνω στην κεντρική σάλα και καταλαβαίνω γιατί, αφού στην απέναντι γωνία ψήνουν κάτι που μοιάζει με γύρο και δίπλα οι υπάλληλοι βάζουν τα ποτά στα ψηλά ποτήρια πιο γρήγορα και από σφηνάκια. Οι τρεις ουρές για ποτάκι έχουν από 7 άτομα και πάνω η καθεμία. Πλήθος κόσμου και στα τραπέζια, στις ρουλέτες, γύρω από τα πλαστικά κουτιά με τα κουπόνια των κληρώσεων (τα οποία είναι τίγκα, έτοιμα να σκάσουν). Παρατημένα άδεια ποτήρια παντού, σκουπίδια από το φαγητό και χάρτινα κύπελλα με καφέ (σε κάθε γωνία υπάρχει καφετέρια με δωρεάν γαλλικό, μην τύχει και νυστάξεις και θελήσεις να φύγεις). Ένας κυριούλης περνάει κάθε τόσο να τα μαζέψει, αλλά με τόσο κόσμο, τι να σου κάνει ένας κυριούλης;

Κάθομαι για λίγο σε ένα σκαμπό μπροστά από τη σκηνή με ένα συγκρότημα, το οποίο σταματάει να τραγουδάει και παίρνει το μικρόφωνο ένας άλλος κύριος με παπιγιόν και χιούμορ άλλης εποχής. Αρχίζει να διαβάζει ονόματα και νούμερα από τα κουπόνια που τραβάει μέσα από την κληρωτίδα. Στα σκαμπό γύρω μου, κάποιοι γύρω στα 85, νυσταλέοι, περιμένουν να ακούσουν το όνομά τους, έτοιμοι να σωριαστούν στο πάτωμα. Κοιτάω γενικά τις ηλικίες και βλέπω από πιτσιρίκια που πρέπει μόλις να έχουν κλείσει τα 21, μέχρι 90φεύγα. Σίγουρα κανείς δεν πέρασε από dress code αφού μόνο παντόφλες και μαγιό δεν φοράνε. Αθλητικά, τζιν, κολάν… τα πάντα έχει ο μπαχτσές.

Οι φίλοι μου παίζουν στη ρουλέτα συνολικά 90 ευρώ. Τα χάνουν όλα σε λίγα δευτερόλεπτα. Κατεβάζω τα δύο τσάμπα ποτά σχεδόν μονορούφι για να ζαλιστώ και να το δω πιο διασκεδαστικά όλο αυτό που συμβαίνει γύρω μου. Παρατηρώ μία άλλη ηλικιωμένη κυρία με πλατινέ μαλλί που έχει κάτσει μπροστά από έναν κουλοχέρη χωρίς να παίζει και τον χαϊδεύει. Χαϊδεύει την οθόνη, τα κουμπιά, για ώρα. Σκύβει επάνω του, ακουμπάει το πρόσωπό της τρυφερά στην επιφάνειά του και πάμε πάλι από την αρχή. Κανείς δεν ασχολείται με κανέναν άλλον. Ο καθένας προσπαθεί κάτι να κερδίσει χωρίς να τον νοιάζει τι συμβαίνει γύρω του. Νιώθω ότι αν κάποιος πέσει κάτω ξερός, ο κόσμος θα συνεχίσει ό,τι κάνει ατάραχος και αυτός που είναι κατάχαμα θα πρέπει απλώς να περιμένει να περάσει ο κυριούλης που μαζεύει τα άδεια ποτήρια για να μαζέψει και αυτόν.

Κάτι τυπάκια τα παίζουν όλα στη ρουλέτα και στο τέλος ο ένας φωνάζει: «Πάμε να φύγουμε ρε, έχασα 500 ευρώ, δεν έχω άλλα». Σε ένα τραπέζι παίζουν μπλακτζακ και εκεί κάτι γίνεται από κέρδη, επιτέλους βλέπω κάποιους να φεύγουν χαρούμενοι με περισσότερες μάρκες. Έχουμε φάει ένα δίωρο εκεί μέσα χωρίς ούτε ένα ευρώ κέρδος, έχουμε πιει τα δύο τζινάκια και κάπως βαρεθήκαμε. Γιατί όταν περάσει η φάση της πρώτης πλάκας που θα κάνεις με την παρέα σου, όλο αυτό αρχίζει να σε στεναχωρεί. Τι κι αν έχουν φτιάξει τον χώρο και είναι πιο προσεγμένος, τι και αν σου έχουν κρεμάσει καρδούλες τριγύρω, εκεί μέσα βλέπεις την πραγματική κατάσταση της κοινωνίας. Άνθρωποι υπό κατάρρευση, ελπίζουν σε ένα γρήγορο κέρδος. Μέσα στο τελεφερίκ μονολογούμε: «Χριστέ μου τι ντεκαντάνς!», με το συναίσθημα να πηγαινοέρχεται ανάμεσα στο νευρικό γέλιο της αμηχανίας και τη λύπη.

Η επόμενη μέρα
Ένας φίλος μου, μου διηγείται παλιές ιστορίες από το καζίνο της Πάρνηθας. Υπήρχε κάποτε ένας κύριος που έμπαινε μόνο στο τελεφερίκ με το νούμερο 9 για να τον φάει η γκίνια. Άλλοι έπρεπε πρώτα να κοιτάξουν την Αθήνα από ψηλά πριν μπουν μέσα και μετά να πάνε να παίξουν. «Στη μπίλια όλη την ώρα φίλε», έχουν πει πολλοί που έχουν φάει τη ζωή τους στο καζίνο, «μας τα πήρε η γκανιότα πάλι». Αυτός ο πράσινος διάβολος που έχει κλείσει σπίτια.
Το καζίνο της Πάρνηθας θα έρθει στο Μαρούσι. Και σκέφτομαι εγώ με το φτωχό μυαλό μου, «Αν στην Πάρνηθα, που έχει πολλές δυσκολίες να φτάσεις, συμβαίνει λαϊκό προσκύνημα, τι θα συμβεί στην Κηφισίας όταν ανοίξει»; Τύφλα να έχουν τα ντέρμπι Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού δηλαδή.
- Από τις φωτογραφίες έχουν αφαιρεθεί άνθρωποι και πρόσωπα με χρήση ΑΙ, για ευνόητους λόγους.