Θάνο Σαρρή, άντε και γίνεσαι Υπερυπουργός Ελληνικού Ποδοσφαίρου. Τι θα κάνεις;

Ο αθλητικογράφος που μόλις έκανε το συγγραφικό του ντεμπούτο «Μπάλα Στην Κερκίδα» (εκδ. ΟΞΥ) μιλά στον Παναγιώτη Μένεγο για την ανάγκη να διατηρήσουμε ρομαντική στην σχέση μας με το ποδόσφαιρο, ακόμα κι αν το ελληνικό πρωτάθλημα τη φθείρει διαρκώς.

Φωτογραφίες: Γεράσιμος Δομένικος / FOSPHOTOS

Ο Θάνος Σαρρής αποκαλεί το συγγραφικό του ντεμπούτο, Μπάλα Στην Κερκίδα, «αληθινό μυθιστόρημα». Πρόκειται για μια fiction ιστορία, την προσπάθεια των οπαδών μιας ποδοσφαιρικής ομάδας (των «μοβ», μια όχι τυχαία αναφορά στη Φιορεντίνα που αγαπά) να πάρουν τη μοίρα του αγαπημένου τους συλλόγου στα χέρια τους, ρισκάροντας ακόμα και τη ζωή τους. Μέσα στην πλοκή όμως μπερδεύονται «αληθινοί χαρακτήρες και καταστάσεις, δημοσιογραφική έρευνα και διάλογοι που έχουν γίνει στην πραγματικότητα». Οι συγγραφείς το συνηθίζουν αυτό, για να έχουν ρεαλισμό οι ιστορίες τους, για τον Θάνος Σαρρή όμως είναι και η δουλειά του. Ως αθλητικογράφος που κολλάει βαριά ένσημα στον σκληρό ανταγωνισμό των αθλητικών sites, αρχισυντάκτης από το 2013 του gazzetta.gr. Εκτός από τα επιτελικά, εκεί υπογράφει και πολύ ενδιαφέροντα διεθνή θέματα που αναδεικνύουν πόσο πολυδιάστατο είναι τελικά αυτό το εντελώς δευτερεύον πράγμα στη ζωή μας που λέγεται ποδόσφαιρο.

Γι’ αυτό είναι και ρομαντικός. Έχοντας πλήρη επίγνωση του κοινωνικού και πολιτικού χαρακτήρα που δε θα πάψει ποτέ να έχει το ποδοσφαίρο, ήθελε να γράψει μια ιστορία που «να αντανακλά το σύγχρονο σκοτάδι του». Από τα δημοσιογραφικά του θέματα, έτσι κι αλλιώς, υπήρχε το υλικό και οι μαρτυρίες πριν καν προκύψει η ιδέα του βιβλίου. «Για παράδειγμα, δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι η συμμετοχή του κόσμου μπορεί να λειτουργήσει ως αντίδοτο στη διαφθορά, όπως μου έδωσε να καταλάβω ο Εμίλιο Αμπεχόν από την ισπανική οργάνωση FASFE. Φέτος το καλοκαίρι συνάντησα στη Μόσχα τον Ρόμπερτ Ουστιάν που οργάνωνε τις πρεσβείες φιλάθλων για το Μουντιάλ και μου μίλησε για τη διαδικασία του διαλόγου με τις ποδοσφαιρικές και τοπικές αρχές και πώς μπορούν να βοηθήσουν τους οπαδούς. Σημαντικότερη συμβολή στο βιβλίο νομίζω ότι έχουν οι Supporters Direct, με τους οποίους βρίσκομαι σε επαφή εδώ και έξι χρόνια και οπαδοί από ομάδες η Σάλκε, η Γουίμπλεντον και η Κορκ Σίτι».

Του επισημαίνω ότι είχε την πρώτη ύλη για να πάει σε ένα βιβλίο καθαρής δημοσιογραφικής έρευνας, εκείνος όμως προτίμησε το fiction. Πώς ήταν το πέρασμα; «Ήθελα κάτι περισσότερο ζωντανό, όχι μια απρόσωπη καταγραφή, που να σε κρατάει ακόμα κι αν έχεις πάει έστω και μόλις 5 φορές να δεις μπάλα. Χαρακτήρες που συναντάς δίπλα σου στο γήπεδο και στον δρόμο, οπαδούς που σπάνε τα στερεότυπα, οι οποίοι υπάρχουν φυσικά και στην πραγματικότητα. Δράση, εικόνες, μουσικές, συναισθήματα που στους περισσότερους κάτι θυμίζουν. Ήθελα μέσα σε ένα πραγματικό περιβάλλον μια τζούρα, όχι ρεαλισμού όπως ραπάρουν ο Τζαμάλ με τον Λεξ, αλλά ρομαντισμού».

Οι ομάδες ως «εταιρείες λαϊκής βάσης» είναι μια καραμέλα που την πιπιλάμε αρκετά χρόνια στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Οι δύο πρόσφατες παραπλήσιες απόπειρες, της Παναθηναϊκής Συμμαχίας και του Άρη, δεν μπορούμε να πούμε ότι πέτυχαν τον εκδημοκρατισμό της διοίκησης. Ίσως γιατί οι οπαδοί συχνά αποδεικνύονται εξίσου δεσποτικοί όταν φτάσει λίγη εξουσία στα χέρια τους, ίσως γιατί στην Ελλάδα - λίγο περισσότερο από τον υπόλοιπο κόσμο - (έχουμε εκπαιδευθεί να) κρίνουμε τα πάντα εκ του αποτελέσματος. Μπορεί λοιπόν να είναι ουσιαστικά ανταγωνιστικό ένα τέτοιο μοντέλο; «Αν λάβουμε υπόψιν μας ότι στην Μπουντεσλίγκα με τα γεμάτα γήπεδα και το όμορφο ποδόσφαιρο ισχύει ακόμα -πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- ο κανόνας του 50+1, ότι δηλαδή το 51% των ομάδων ανήκει στον κόσμο τους, τότε ναι, μπορεί να ανταγωνιστικό. Συγκεκριμένα, το παράδειγμα της Σάλκε που έχει τη δομή αθλητικού σωματείου δείχνει ότι μπορεί να λειτουργήσει σε κορυφαίο επίπεδο. Σε λιγότερο ανταγωνιστικά πρωταθλήματα, όπως για παράδειγμα εκείνο της Ιρλανδίας, η Κορκ Σίτι πήρε πρωτάθλημα ενώ ήταν ένα βήμα πριν την καταστροφή. Στη Σουηδία, που βρίσκεται πιο πάνω, η Μάλμε πέρυσι βγήκε τρίτη, ενώ είναι πολλά τα παραδείγματα αγγλικών ομάδων μετά το 2000 που επέλεξαν αυτόν τον δρόμο για να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους.  Κάποιες, όπως η AFC Γουίμπλεντον, για την οποία γίνεται αναφορά στο βιβλίο, λειτουργεί πολύ καλά. Η Πόρτσμουθ σώθηκε χάρη στον κόσμο της, αλλά στη συνέχεια οι οπαδοί την επέστρεψαν σε έναν ιδιοκτήτη. Πάντως, νομίζω ότι η επιτυχία σε αυτά τα μοντέλα δεν πρέπει πάντα να μεταφράζεται με αγωνιστικούς ή εμπορικούς όρους. Επιτυχία είναι για έναν σύλλογο να ξαναβρεί μέσω της λαϊκής βάσης τη σύνδεση με την κοινωνία και να χρησιμοποιήσει τη δύναμη που εκπορεύεται από τον κόσμο για θετικές δράσεις».

Με αντιρατσιστικό t-shirt των οπαδών της Ράγιο Βαγιεκάνο

Στην εισαγωγή, που υπογράφει ο Χρίστος Χαραλαμπόπουλος, υπάρχει ένα υπέροχος (αντι)ορισμός του «οπαδού». Αποδίδεται στον σκωτσέζο κωμικό Σάντι Στραντ και πάει ως εξής: «Ο ορισμός του άθεου όπως τον διατυπώνουν στη Γλασκόβη. Κάποιος που πάει στο γήπεδο, σε ένα ντέρμπι Ρέιντζερς-Σέλτικ, για να δει ποδόσφαιρο». Ζηταώ στον Θάνο και τον δικό του, μιας και είναι κομβικής σημασίας για να κατανοήσει κανείς το πνεύμα του μυθιστορήματος: «Στο δικό μου μυαλό ο “καλός οπαδός” έχει με τους “αντίπαλους" περισσότερα κοινά, παρά διαφορές. Είναι οπαδός της ομάδας και όχι της νίκης, δεν τον ενδιαφέρει το προσωπικό κέρδος αλλά μόνο αυτό του συλλόγου, καθώς και η τοπική κοινότητα που εκπροσωπεί.΄Εχει ανησυχίες, συμμετέχει σε δράσεις αλληλεγγύης, είναι έτοιμος να αντιδράσει όταν βλέπει ότι η ομάδα του γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης κι εξυπηρετεί συμφέροντα. Στην κερκίδα προτεραιότητά του είναι η υποστήριξη με κάθε τρόπο και όχι η σύγκρουση και λατρεύει μια εξέδρα με παλμό και χρώμα, το θέαμα της οποίας λειτουργεί παράλληλα με αυτό του αγωνιστικού χώρου.
Νομίζω όμως ότι είναι λάθος να μιλάμε γενικά για “οπαδούς”. Οπαδοί δεν είναι οι 80-100 που κάνουν τα μπάχαλα, αυτοί είναι η μειοψηφία. Οπαδοί είναι όλοι αυτοί που γεννούν καθημερινά ιστορίες που κάνουν εμάς να γουστάρουμε και όσους δεν το νιώθουν να αναρωτιούνται τι διάολο συμβαίνει μέσα στο κεφάλι αυτών των ανθρώπων. Το παιδί με τον πατέρα του, που έχει κάνει την Κυριακή ιεροτελεστία. Ο ανάπηρος έφηβος που το γήπεδο δίνει χρώμα στην καθημερινότητά του, η γιαγιά από το Λονδίνο που γυρίζει όλη την Αγγλία με ένα πούλμαν, το τυφλό παιδί που ζει τον αγώνα από την περιγραφή του συνοδού του, οι παρέες που διαμορφώνουν το πρόγραμμα της εβδομάδας με βάση το πότε παίζει η ομάδα, οι τύποι που επέλεξαν την απόλυση ή το διαζύγιο από το να χάσουν το Ρίβερ-Μπόκα που έγινε στην Μαδρίτη».

Δεν έχουμε την κουλτούρα της συμμετοχής, είναι πλέον αρκετά και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κόσμος και σε συνδυασμό με τις παθογένειες του ελληνικού ποδοσφαίρου το συναίσθημα που κυριαρχεί είναι η απογοήτευση.

Όχι ακριβώς εικόνες που συναντάμε στα ελληνικά γήπεδα που έχουν παραδωθεί (οριστικά;) στην καφρίλα… «Ειδικά τα τελευταία χρόνια η αίσθησή μου είναι ότι υπάρχει μια λογική παράδοσης, έλλειψης αντίδρασης. Μπουχτίσματος. Καθρεφτίζεται αυτό και στο βιβλίο. Νομίζω ότι γενικώς δεν έχουμε την κουλτούρα της συμμετοχής, είναι πλέον αρκετά και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κόσμος και σε συνδυασμό με τις παθογένειες του ελληνικού ποδοσφαίρου το συναίσθημα που κυριαρχεί είναι η απογοήτευση. Θέλω να πιστεύω ότι υπάρχουν ακόμα κάποια χαρακτηριστικά που δεν έχουν ξεθωριάσει, όμως τελικά νομίζω η ομογενοποίηση έχει επικρατήσει. Γενικώς, θεωρώ ότι ένα βασικό ζήτημα του οπαδικού μας χάρτη είναι ότι δεν υπάρχει σύνδεση των ομάδων με τις τοπικές κοινωνίες. Δηλαδή, για παράδειγμα, στη Φρανκφούρτη, που πρόσφατα έπαιξε μπροστά σε 10.000 οπαδούς της στη Ρώμη με τη Λάτσιο, δεν είναι ο κόσμος πρώτα Μπάγερν ή Ντόρτμουντ και μετά Άιντραχτ. Ή αντίστοιχα στο Λιντς, στο Νότιγχαμ, στο Μίντλεσμπρο. Αυτό βοηθάει τις ομάδες να διατηρήσουν την παράδοσή και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κοινότητας που εκπροσωπούν. Εδώ η συνήθεια είναι διαφορετική κι όσο περνάει ο καιρός αυτή η συσσώρευση οπαδών των μεγάλων ομάδων στην επαρχία γίνεται πιο έντονη».

Υπερπουργός Ελληνικού Ποδοσφαίρου για μια μέρα;

Να το χοντρύνουμε λιγάκι. Να δώσουμε στον Θάνο Σαρρή υπεραρμοδιότητες. Να τον κάνουμε Υπερυπουργό Ελληνικού Ποδοσφαίρου. Και να ζητήσουμε 3 άμεσα μέτρα. «Ας υποθέσουμε ότι τα μέτρα αυτά αφορούν το επαγγελματικό ποδόσφαιρο και με δεδομένο ότι δεν μπορεί ένας υπουργός μόνος να αντιμετωπίσει τις ριζωμένες παθογένειες: 1) Θα δημιουργούσα έναν ελεγκτικό μηχανισμό αντιμετώπισης της διαφθοράς, μια Ανεξάρτητη Επιτροπή η οποία θα μπορούσε να αναλάβει άμεσα δράση κατόπιν καταγγελιών. 2) Θα έκανα ανεξάρτητη τη διαιτησία, αποκόπτοντάς την εντελώς από την ΕΠΟ, αφού είναι ένας από τους βασικούς λόγους που επιδιώκουν διάφοροι να ελέγχουν την Ομοσπονδία.΄Ετσι, και η ΕΠΟ θα επικεντρωνόταν στα πιο σημαντικά ζητήματα, όπως η ανάπτυξη του ποδοσφαίρου και θα μπορούσε να θωρακιστεί περισσότερο η διαιτησία. 3) Θα προσπαθούσα να κάνω περισσότερο ενεργό τον κόσμο, επιτρέποντας σε σωματεία να παίρνουν μέρος στα επαγγελματικά πρωταθλήματα χωρίς να πρέπει να γίνουν ΠΑΕ, δημιουργώντας το κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο ούτως ώστε να μην χρησιμοποιούνται ως οχήματα ξεπλύματος μαύρου χρήματος ή άλλων έκνομων δραστηριοτήτων. Υπάρχουν χώρες και οργανισμοί για να εισάγουμε τεχνογνωσία. Παράλληλα, θα έβγαζα την αστυνομία από τα γήπεδα, εφαρμόζοντας ένα σύστημα αυστηρής επιτήρησης με stewards, ατομική ευθύνη και ποινές κυρίως αποκλεισμού από το γήπεδο όσων κάνουν μπάχαλα. Για να φτιάξουμε όμως το ποδόσφαιρο πρέπει πρώτα αντιμετωπιστούν κάποια ενδημικά ζητήματα του κράτους, κάτι που δεν το βλέπω πολύ πιθανό».

Τα τελευταία χρόνια γίνονται όλα πιο απροκάλυπτα, πιο ωμά. Είσαι ή μαζί μας, ή εναντίον μας. Ίσως επειδή είναι μεγαλύτερος ο ανταγωνισμός των παραγόντων σε χώρους εκτός ποδοσφαίρου όπως η πολιτική, τα Media, οι άλλες επιχειρήσεις

Μοιάζουν απλά αλλά τελικά δεν είναι, δε υπάρχει κανένας που να διαφωνεί ότι δεν υπάρχει σωσμός για το ελληνικό ποδόσφαιρο. Έχει γίνει προ πολλού ένα γκροτέσκο θέαμα που περισσότερο απωθεί παρά αφορά. Και, φυσικά, συμφωνούμε ότι τα media έχουν σοβαρή ευθύνη. «Νομίζω τα τελευταία χρόνια γίνονται όλα πιο απροκάλυπτα, πιο ωμά. Είσαι ή μαζί μας, ή εναντίον μας. Ίσως επειδή είναι μεγαλύτερος ο ανταγωνισμός των παραγόντων σε χώρους εκτός ποδοσφαίρου όπως η πολιτική, τα Media, οι άλλες επιχειρήσεις. Η οικονομική ύφεση έχει συντελέσει φυσικά στην πτώση της ποιότητας και στην αναβάθμιση των υποδομών, κάνοντας το παρασκήνιο να κυριαρχεί ακόμα περισσότερο και για την αναζήτηση εσόδων. Το στοίχημα από την άλλη, έχει μεγάλο ρόλο στη διαφθορά, άλλαξε τα πάντα. Δεν ξέρω πλέον σε τι να ελπίζω. Δεν βλέπω τον τρόπο να βγουν μπροστά οι άνθρωποι και οι θεσμοί που θα αλλάξουν την κατάσταση. Η συγγραφή του βιβλίου ήταν μάλλον και απόρροια της έκρηξης όλων αυτών των συναισθημάτων που σου προκαλεί το ότι δουλεύεις καθημερινά πάνω σε κάτι που αγαπάς, αλλά νιώθεις -όποτε αφορά το εγχώριο προϊόν- να σε φθείρει διαρκώς. Είναι αντιφατικό, αλλά πραγματικό».

Περά από τα ελληνικά σύνορα, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα την Premier League και το Champions League, το μοντέρνο ποδόσφαιρο έχασε τη λαϊκότητά του κι έπαψε πια να είναι «σάρκα εκ της σαρκός» της εργατικής τάξης. Το σημειώνω ενώ τελειώνουμε την κουβέντα μας, κάνοντας στον Θάνο Σαρρή την εξής πρόταση: Να το απολαμβάνουμε ως ψυχαγωγικό προϊόν που προσφέρεται σε ένα καπιταλιστικό περιβάλλον. Να στενοχωριόματε ή να λυπόμαστε, να παθιαζόμαστε, αλλά να μην αναζητάμε ταυτότητες «στο DNA της ομάδας μας» που τελικά υπάρχει μόνο στη φαντασία μας. Να έχουμε, επίσης, τη συναίσθηση ότι ποτέ δε θα μας ανήκει ούτε κατ’ ελάχιστο μια ανώνυμη εταιρεία. Πού βρίσκει προβληματικό αυτό το σχήμα;
«Ο Εδουάρδο Γκαλεάνο έχει γράψει ήδη από το 1995 πως “πάνε πια οι καιροί που οι μεγάλες ομάδες του κόσμου άνηκαν στους οπαδούς και τους παίκτες που τις απάρτιζαν”, τονίζοντας ότι οι σημερινές ανώνυμες εταιρείες “είναι συνηθισμένες να πουλάνε θέαμα και να κλέβουν το κράτος”. Δεν βρίσκω όμως κάτι κακό στο ότι αναζητάμε κάτι πιο ρομαντικό. Γι’ αυτό προσπαθώ να κινηθώ σε ρεαλιστικά πλαίσια. Δεν έγραψα δηλαδή μια ιστορία που να γκρεμίζει όλο το οικοδόμημα του σύγχρονου ποδοσφαίρου, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί, αλλά μία που να προσφέρει εναλλακτική, περισσότερο ρομαντική, εντός του. Δηλαδή, παραφράζοντας τον Μίσσιο, μια οντότητα οπαδών-ομάδας που δεν αλλάζει το σύστημα, αλλά δεν επιτρέπει στο σύστημα να την αλλάξει, κινείται κόντρα στο ρεύμα. Αυτό το δευτερεύον πράγμα στη ζωή που μας προσφέρει τόσο έντονα συναισθήματα, αφορά στην τελική πάρα πολύ κόσμο. Γιατί να το αφήνει έρμαιο σε ανθρώπους που έρχονται να το εκμεταλλευτούν; Ο κόσμος πάνω στον οποίο στηρίζεται να έχει περισσότερο ενεργό ρόλο».

Το μυθιστόρημα Μπάλα Στην Κερκίδα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΟΞΥ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΜΑΘΕ ΜΠΑΛΙΤΣΑ
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED