Arbit City: Μια Πονεμένη Ιστορία...

Συνέντευξη της εικαστικής κολεκτίβας που υπογράφει στην Breeder την έκθεση «Γαργάρες Πετρελαίου» (Oil Gargles) και μιλάει στη Μελίνα Σπαθάρη για τον «πολιτισμό των ιδρυμάτων», τον απολογισμό της documenta14 και την «αυθαίρετη πόλη Αθήνα».

Ξεκινώντας από τον κάτω όροφο της Breeder, όπου βρίσκεται η ηχητική εγκατάστασή σας, ακούει κανείς ένα κλαπ-κλαπ αλόγων και τις αφηγήσεις μιας ιπποδρομίας, το πρωταγωνιστικό άλογο της οποίας ονομάζεται «Πονεμένη Ιστορία».  Σε ποια ιστορία αναφέρεστε και γιατί την τοποθετείτε στον ιππόδρομο; Καταρχάς, αυτός σκεφτόμασταν να είναι και ο τίτλος της έκθεσης αλλά καταλήξαμε στο Γαργάρες Πετρελαίου (Οil Gargles). Ο ιππόδρομος της Αθήνας βρισκόταν παλιά εκεί που σήμερα βρίσκεται το ίδρυμα Νιάρχος, στον ίδιο δρόμο (Συγγρού), όπου βρίσκεται και η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση και το Ωνάσειο. Αυτό το άλογο, η Πονεμένη Ιστορία είναι μια συμβολική μεταφορά για την ιστορία των δύο οικογενειών –Νιάρχου και Ωνάση-, των κληροδοτημάτων τους και της σχέσης τους με την πόλη, και σίγουρα είναι μια ιστορία με την οποία έχουμε ασχοληθεί σχεδόν εμμονικά λόγω των προεκτάσεων και των συμβολισμών που αυτή φέρει. 

Περιλαμβάνει εξουσία, έρωτα, corporate ανταγωνισμό, ένα γνήσιο γηγενή αριστοκράτη ενάντια στον αυτοδημιούργητο πρόσφυγα. Περιέχει μυστηριώδεις  ή και τραγικούς θανάτους, κι όλα αυτά με την αφέντρα-μάνα θάλασσα στο φόντο. Θα συμφωνούσατε ότι αυτό το εθνικό μας αφήγημα, με τις κόντρες και τα ανέκδοτά του, είναι και η εθνική μας σαπουνόπερα; Εθνική σαπουνόπερα αλλά και σύγχρονη ιστορία. Ειδικά η θάλασσα, και το πώς χτίστηκε ένα ολόκληρο οικονομικό σύστημα πάνω σ’ αυτήν με απέραντη δύναμη που έφτασε να ορίζει τη σύγχρονη Ελλάδα και να επηρεάζει και την τέχνη. Η ναυτιλία ήταν πράγματι ένα κλειστό σύμπαν μέσα στην ελληνική κοινωνία, μια περιοχή που έγραφε τη δική της ανεξάρτητη ιστορία επηρεάζοντας και τα πράγματα, θετικά ή αρνητικά. Σ ‘αυτήν όμως την έκθεση με αφορμή τη συγκεκριμένη κόντρα, ουσιαστικά μιλάμε για τον άνθρωπο και τα ένστικτα. Οι μεγιστάνες και η ιστορία των δύο οικογενειών έχουν την αξία ενός case study, δεν μας ενδιαφέρουν αυτοί καθεαυτοί. Εξετάζουμε το κομμάτι της αγάπης, της βίας, της εξουσίας μέσα από μια ποιητική ειρωνία. Ωστόσο είναι καλό και υγιές, νομίζουμε, να στέκεται κανείς κριτικά απέναντι σ’ αυτό που τον ενδιαφέρει.

Στα έργα της έκθεσης μοιάζει να χρησιμοποιείτε μια κρυπτική γραφή, μια γλώσσα σημείων (και τεράτων) που ενώνει τις τελείες από την αρχαία μυθολογία και το μεσαίωνα έως τη σύγχρονη νεοελληνική εποποιία. Όλη αυτή τη διαδρομή τη διακρίνει η αντιζηλία και ο ανταγωνισμός. Είναι η εμφύλια σύγκρουση και η «ενδοοικογενειακή» σύγκρουση η συλλογική μας διαταραχή; Ναι, αλλά ας μην παραβλέψουμε ότι στο έργο μας υπάρχει έντονο και το στοιχείο της ένωσης, της συμφιλίωσης. Υπάρχει ένα μαρμάρινο γλυπτό στην έκθεση, με δύο τάνκερ αντιμέτωπα. Μπορείς να πεις ότι πρόκειται για σύγκρουση, αλλά και για φιλί. Εξαρτάται από το πώς θα το δει ο θεατής. Σίγουρα όμως η θεματική της διαμάχης είναι ένα έντονο κομμάτι της έκθεσης. Μας ενδιαφέρει πώς μια προσωπική, οικογενειακή κόντρα μπορεί να μετατεθεί στο δημόσιο χώρο, στον πολιτισμό, και το πώς αναπτύσσεται ιστορικά, πώς φτάνει να εγγραφεί στο συλλογικό μας ασυνείδητο. Είναι ένα φαινόμενο όχι μόνο ελληνικό, αλλά και παγκόσμιο αλλά ναι, κατά κάποιο τρόπο μας έχει σημαδέψει έντονα ως χώρα πολλές φορές, έχει περάσει στο dna μας.

Πώς βλέπετε να διαιωνίζεται σήμερα η κόντρα των δύο εφοπλιστών που έγιναν εμβλήματα της σύγχρονης νεοελληνικής ιστορίας; Η όποια σύγκρουσή τους –η οποία μάλιστα ξεκίνησε από φιλία- αν τότε εξελισσόταν σε επαγγελματικό και οικογενειακό επίπεδο, σήμερα εξελίσσεται σε επίπεδο των αντίστοιχων Ιδρυμάτων τους κι ας έχουν οι ίδιοι πεθάνει εδώ και δεκαετίες. Η έριδα όμως έχει πάρει σήμερα μια διάσταση διαφορετική που σχετίζεται με την επιρροή στην διαμόρφωση της πολιτιστικής σκηνής.

Ως προς αυτό, αναφέρεστε και στα Ιδρύματα αλλά και στη σχέση εξάρτησης μας  από αυτά; Ναι. Κι ένας από τους λόγους που ασχολούμαστε τα τελευταία 3 χρόνια με αυτή τη θεματική είναι το γεγονός ότι λόγω και της οικονομικής κρίσης, η δύναμη και ο ρόλος που έχουν αποκτήσει τα δύο ιδρύματα είναι υπερβολικά καθοριστικός. Κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει τη σημασία του έργου τους. Ωστόσο, λείπει το στοιχείο της ισορροπίας, που θα είχαμε αν το κράτος ήταν σε θέση να υποστηρίξει και να προσφέρει το δικό του μερίδιο σε όσα θέλουμε να γίνονται στην πόλη ή αν υπήρχαν περισσότεροι παίκτες. Ένα από τα έργα μας στην έκθεση δείχνει μια μαϊμού που σφίγγει το παιδί της. Πρόκειται για ένα μεσαιωνικό έμβλημα, η σημασία του οποίου είναι «αγάπη που σκοτώνει», δηλαδή ότι από την πολλή σου αγάπη μπορείς και να πνίξεις. Μας παραπέμπει έμμεσα στα δύο Ιδρύματα και τη σχέση τους με την πόλη.

Εντυπωσιάζει ιδιαίτερα και το επιτοίχιο νέον έργο σας με δύο φάλαινες μονόκερους –Ναρβάλ νομίζω λέγονται-  που συγκρούονται. Πρόκειται για ένα μυστηριώδες ζώο, δύσκολο για μελέτη, σπάνιο.  Πώς βρήκε τη θέση του στην έκθεσή σας; Από τη μία είναι γνωστό το πάθος του Ωνάση για αυτές και για όλες τις φάλαινες γενικά. Από την άλλη το ότι το κέρατό τους μοιάζει με λόγχη μας εξυπηρετεί σε μια ακόμα αναπαράσταση της ιδέας της κονταρομαχίας που υπαρχει σε πολλά έργα μας. 

Όμως οι χαυλιόδοντες, οι θαλαμηγοί και τα πούρα είναι και σύμβολα φαλλικά μιας δίψας για εξουσία που υπάρχουν άφθονα στα έργα σας. Μοιάζει ωστόσο κανένα σύμβολο να μη στάθηκε τόσο ισχυρό για επίδειξη εξουσίας από τους δύο άντρες,  όσο η γυναίκα, που έγινε και βασικό σημείο κόντρας. Πιστεύετε ότι έχει προσεγγίσει ο δημόσιος λόγος των ημερών –με αφορμή και το #metoo- την πατριαρχική «χρήση» της γυναίκας/συζύγου ως εργαλείο εξουσίας; Το πρώτο έργο που κάναμε χρησιμοποιώντας το λεξιλόγιο των ναυτικών σημαιών λεγόταν Trophy Wife. Η γυναίκα ήταν πολύ σημαντικό τμήμα της αφήγησης αυτής που μελετάμε (της ιστορίας των δύο οικογενειών). Πρόκειται για ένα πρωτόγονο ένστικτο, που υπήρχε πάντα στις κοινωνίες,  ειδικά  στις υψηλότερες τάξεις, εκεί όπου υπάρχουν πολλά συμφέροντα. Άλλες φορές τα κίνητρα είναι περισσότερο έντιμα κι άλλες λιγότερο, θολά τα όρια ανάμεσά τους. Φυσικά στο παράδειγμα που μελετάμε ο στόχος είναι η κυριαρχία, και όλα τα υπόλοιπα, μέσα επίτευξής της, εργαλεία.. Η γυναίκα είναι ένα όπλο.

Αναφερόμενος στη δουλειά της Μαριάνα Καστίγιο Δεμπάλ στο περιοδικό South ο Άνταμ Σίμτσικ της documenta 14 διερωτάται «τι άλλο έμεινε να κάνει η τέχνη εκτός από το να  καταδεικνύει την επιθυμία, το όραμα να αλλάξουμε το παρόν, να φέρουμε τα πράγματα ξανά στη θέση τους...». Στη δική σας περίπτωση, με το να αναδεικνύει η τέχνη σας το συναισθηματικό, ψυχολογικό υπόβαθρο πίσω από τέτοιες «πονεμένες» ιστορίες, χωρίς μάλιστα να τις κατακρίνει,  μοιάζει λίγο με τη δουλειά του ψυχοθεραπευτή. Είναι αυτό κομμάτι μιας στρατηγικής, μια σκοπιμότητα που έχετε αναλάβει ως καλλιτέχνες απέναντι στο κοινό σας; Ως αγωγοί μιας εκτόνωσης, ναι, το επιδιώκουμε. Και είναι σημαντικό ότι το έργο μας προέρχεται από μια αφήγηση σε σχέση με την πόλη και το δημόσιο χώρο. Θέλουμε να είμαστε οι αγωγοί, το κανάλι, μιας περιοχής όπου το προσωπικό και συναισθηματικό συναντά το δημόσιο και το ατομικό συναντά το συλλογικό ασυνείδητο. Και επίσης να μιλήσουμε για πράγματα για τα οποία δεν γίνεται πολύς λόγος. Όταν αντιπαραδειγματικά στα πλαίσια της 4ης Μπιενάλε της Αθήνας προτείναμε ένα έργο για το Rethink Αthens (για την ανάπλαση της Πανεπιστημίου), δεν είχε προηγηθεί καμία συζήτηση για το project, καμία αντίδραση απέναντι στην πρόταση. Το έργο μας ήταν μια αστεία πρόταση δυσλειτουργική. Είχαμε προτείνει έναν υπόγειο διάδρομο στην Πανεπιστημίου για διαδηλώσεις, με ταβάνι γυάλινο, που τελικά εκθέσαμε στο Βερολίνο.

Ποιος είναι ο δικός σας απολογισμός από την documenta 14 στην Αθήνα; Υπήρξε κάποια δημιουργική ώσμωση; «Έμαθε» κάτι από την Αθήνα, όπως ήταν το μήνυμά της; Εμείς, μάθαμε κάτι; Οι απόψεις μας διίστανται, αλλά σίγουρα δεν γνωρίζουμε αν λειτούργησε σε σχέση με τον στόχο της, ο οποίος δεν ήταν και ξεκάθαρος.  Υπήρξαν όμως καλοστημένες εκθέσεις και ήρθαν πολλοί καλλιτέχνες και ξένο κοινό. Όλο αυτό ήταν θετικό και βοήθησε πολλούς και σε οικονομικό επίπεδο. Ωστόσο, η μεγάλη ιδέα της documenta 14, όπως νομίζουμε ότι τη συνέλαβε ο Άνταμ Σίμτσικ, δεν θεωρούμε πως πέτυχε. Το «Μαθαίνοντας από την Αθήνα» δεν λειτούργησε γιατί κι ο ίδιος ο καλλιτεχνικός της διευθυντής ήταν πολύ κλειστός ως άνθρωπος-σύμβολο αυτού του εγχειρήματος. Δεν λειτουργησε επικοινωνιακά σωστά, δεν συνεργάστηκε, ίσως δεν είχε χρόνο να ψάξει περισσότερο στην Αθήνα τα πράγματα. Είχε πολύ ζουμί η Αθήνα. Κάποια πράγματα που είπε ήταν σε αναντιστοιχία με αυτά που ζούμε. Ούτε ο στόχος της επικοινωνήθηκε σωστά, και εκ των υστέρων καταλάβαμε ότι ήταν άλλος από αυτόν που νομίσαμε αρχικά. Ενδεχομένως, το μήνυμα “Learning from Athens” ήταν παραπλανητικό. Δημιουργούσε μεγάλες προσδοκίες που διαψεύστηκαν. Καταλάβαμε πως η εμπλοκή της Αθήνας, η κίνηση μετατόπισης της έκθεσης στον Νότο, ήταν για τον Σίμτσικ μια καθαρά συμβολική κίνηση, ένα καλλιτεχνικό έργο από μόνη της, κι όχι τόσο μια κίνηση που απαιτούσε την εμπλοκή της εδώ πλευράς, τη συνδιαλλαγή με το ελληνικό στοιχείο.

Η κολεκτίβα σας που αποτελείται από πέντε μέλη μοιάζει να φέρνει το αισιόδοξο μήνυμα της συνύπαρξης, της συμφιλίωσης απέναντι στην αντιπαράθεση των απέραντων εγώ. Ένα φάρμακο στην αντιζηλία και τον ανταγωνισμό. Ωστόσο διατηρείτε μια επαγρύπνηση απέναντι στο εγωικό τέρας; Ξεκινήσαμε μικροί, όταν ακόμη βρισκόμασταν στην Σχολή, χωρίς ακόμη να έχουμε προλάβει να φτάσουμε σε παγιωμένες ταυτότητες, στόχους, προσεγγίσεις και αυτό το έκανε πιο έυκολο. Ενδιέφερε τον καθένα χωριστά να ενώσει την ενέργειά του με κάποια άλλη ενέργεια. Oι Arbit City δεν είναι ένα σχήμα που το βλέπουμε ως περαστικό. Είναι πιο οργανικό, έχει βαθύ σκεπτικό πίσω του, και έχει χτίσει μια πολύ δική του αφήγηση. Έχουμε πολλά πράγματα να σκαλίσουμε και να αναπτύξουμε ως Arbit City και σκοπεύουμε να το κάνουμε. Και είναι έργα που δεν θα μπορούσε κανείς από μας να τα κάνει στην προσωπική του δουλειά. Απαλλαγμένοι από την προσωπική μας ταυτότητα και κάτω από την ομπρέλα μιας ανώνυμης ομάδας με δική της  αφήγηση μπορούμε ελεύθερα να προσεγγίσουμε άλλα θέματα και πρακτικές.

Πώς βγαίνει το όνομά σας; Σε μια σλανγκ μηχανικών της Ινδίας είναι ένας εύκολος τρόπος να προφέρεις το arbitrary, το αυθαίρετο.

Είναι η Αθήνα μια αυθαίρετη πόλη; Η «τυχαιότητα» της μορφής της και ο άναρχος σχεδιασμός της την καθιστούν σχετικά αυθαίρετη. Αλλά αυτή είναι και η ομορφιά της.

H έκθεση των Arbit City με τίτλο Oil Gargles θα διαρκέσει έως τις 14 Απριλίου, στη γκαλερί Breeder (Iάσωνος 45, Αθήνα).
Περισσότερα για την έκθεση: http://thebreedersystem.com/exhibition-details/arbit-city/

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
TRENDING NOW
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED