Πενήντα Χρόνια Νεανικής Αναίδειας σε Ένα Βιβλίο

Ο ιστορικός Κώστας Κατσάπης, επιστημονικός επιμελητής της έκδοσης «Οι Απείθαρχοι», μίλησε στον Θεοδόση Μίχο για όλους εκείνους τους ακαθόριστα αμφισβητίες της μεταπολεμικής Ελλάδας που συγκρούστηκαν μετωπικά με την κυρίαρχη ηθική της εποχής τους.

Εικονογράφηση: Κατερίνα Καραλή

Φυσικά είναι ο υπότιτλος («Κείμενα για την ιστορία της νεανικής αναίδειας τη μεταπολεμική περίοδο»), αλλά και το οπισθόφυλλο (στο οποίο μεταξύ άλλων αναγράφεται ότι «επιχειρείται η ψηλάφηση όψεων της νεανικής αμφισβήτησης τη μεταπολεμική περίοδο, από τα τέλη της δεκαετίας του ’40 έως και τα τέλη της δεκαετίας του ’90, οι μεταμορφώσεις της και η εξέλιξή της στη διάρκεια περίπου πενήντα χρόνων») που καθιστούν σαφέστατο τον θεματικό άξονα του βιβλίου «Οι Απείθαρχοι», και την εκ πρώτης όψεως ελκυστικότητά του.

Εξίσου φυσικά, όμως, το ζήτημα έγκειται στο αν μία τέτοια έκδοση, μπορεί να αφορά και τον «αναγνώστη της διπλανής πόρτας», κάποιον που δεν είναι ιστορικός ή κοινωνιολόγος ή πολιτικός επιστήμονας, όπως οι δέκα ακαδημαϊκοί που υπογράφουν τα ισάριθμα, πολυσέλιδα κεφάλαια, αλλά απλώς θέλει να αποκτήσει μία πιο βαθιά γνώση για «στιγματισμένες» νεανικές ομάδες όπως οι «χουλιγκάνοι και μοτοσικλετιστές, “ανήθικες” ΕΠΟΝίτισσες και νεαρές εκδιδόμενες κοπέλες, τοξικομανείς, πανκ και καταληψίες μαθητές στην εποχή των εκπληρωμένων αιτημάτων, θαμώνες των “σφαιριστηρίων", εραστές των φλίπερ», ίσως γιατί απλά θέλει να θυμηθεί τα νιάτα του.

Η απάντηση είναι ένα τόσο βροντερό όσο και οι ιαχές των οπαδών στις κερκίδες των γηπέδων ή των πανκς στις συναυλίες τους, ναι.

Ακριβώς γιατί οι συντελεστές του βιβλίου, με προεξάρχοντα τον ιστορικό και συγγραφέα Κώστα Κατσάπη που μιλάει στην Popaganda έχοντας υπογράψει την επιστημονική επιμέλεια και ένα από τα πιο «σκληρά» κεφάλαια (για τις νεαρές εκδιδόμενες στην Αθήνα του ’60), εκτός από επιστήμονες είναι και λάτρεις της ποπ κουλτούρας, όπως γίνεται προφανές για παράδειγμα από το ότι δύο τόσο λαϊκές ελληνικές ταινίες όσο είναι το «Ρόδα, τσάντα και κοπάνα» του Όμηρου Ευστρατιάδη και ο «Κατήφορος» του Γιάννη Δαλιανίδη, αποτελούν τις αφορμές για να ξετυλιχθούν δύο κεφάλαια, αλλά και γενικότερα από το ότι σε όποια σελίδα και αν γυρίσεις θα πέσεις πάνω σε μία «ποπ αναφορά» (Marvel, Σαββόπουλος, Cafe-Tabac, Τα Τσακάλια, κ.α.).
Για να το πούμε πιο απλά, σε αυτό το βιβλίο ο «διανοουμενισμός» λάμπει δια της απουσίας του.
Η υψηλή διανόηση λάμπει - σκέτο.

Το βιβλίο, όπως δηλώνει και ο τίτλος του, συγκεντρώνει κείμενα για την ιστορία της νεανικής αναίδειας τη μεταπολεμική περίοδο. Ήταν λοιπόν ακριβώς η πραγματική ή επίπλαστη ειρήνη και ευημερία που απελευθέρωσε τους νέους και πυροδότησε την αναίδειά τους;
Και ναι και όχι. Η εμφάνιση της νεολαίας στο προσκήνιο αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές εξελίξεις της μεταπολεμικής περιόδου, αυτό εξάλλου συνιστά και το σημείο αφετηρίας για το ενδιαφέρον εμού αλλά και άλλων ερευνητών. Ιδίως η μακρά δεκαετία του εξήντα θα λέγαμε ότι αποτελεί ΤΗΝ εποχή της νεότητας κι αυτό είναι κάτι που επισημαίνεται από τους κάθε λογής σχολιαστές ήδη στη συγκυρία και όχι εκ των υστέρων ερμηνείες εκείνων που «επιστρέφουν» στην γοητευτική ετούτη εποχή. Αναμφίβολα η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την πρωτοφανή ευημερία που γνώρισαν οι δυτικές κοινωνίες, στις οποίες και αρχικά παγιώθηκε η αντίληψη ότι οι νέοι για πρώτη φορά στην ιστορία δεν ήταν εύκολα διαχειρίσιμοι και σίγουρα επρόκειτο να «παίξουν έναν ρόλο» στις εξελίξεις. Αυτό δεν αμφισβητούνταν ούτε από κείνους που θρηνούσαν για την απώλεια του ελέγχου που παραδοσιακά ασκούσαν οι ενήλικες, ούτε από εκείνους που επένδυαν πολλαπλώς και με συχνά αντιφατικά νοήματα στη νεότητα γοητευμένοι από το δυναμισμό της.

Η νεανική αναίδεια λοιπόν, πράγματι αποτελεί προϊόν των «τριάντα χρυσών χρόνων» που ακολούθησαν την επαύριο του Μεγάλου Πολέμου, όχι μόνο γιατί αναδύεται στην κορύφωση της ανάπτυξης, αλλά γιατί δείχνει να είναι μια παράδοξη ανορθογραφία απολύτως συμβατή με την εξαίρεση που συνιστά η συγκυρία σε σχέση με μια μακρά διάρκεια όπου κυριάρχησαν οι σκοτεινές όψεις της ιστορίας, οι πόλεμοι, η φτώχεια, η δυστυχία. Εδώ εξάλλου έγκειται και ο πυρήνας αυτού που ήδη από τα μέσα του εξήντα θα αποκληθεί «χάσμα γενεών»: πώς μπορούσε να καταλάβει το παιδί του που παρατούσε μια στρωμένη ζωή προκειμένου να πάει στην Ινδία για να βρει «το νόημα της ζωής», ένας γονιός που είχε ζήσει στο πετσί του την οικονομική κρίση του Μεσοπολέμου και την σκληρότητα του πολέμου; Πώς μπορούσε ο νέος να καταλάβει τις ανησυχίες των γονιών του;

Από την άλλη, αν παραμείνει κανείς σε μια ερμηνεία που συσχετίζει την ανάδυση της νεανικής αμφισβήτησης αποκλειστικά με την ευημερία των δυτικών κοινωνιών, κινδυνεύει να εκλάβει τις ελπίδες ή και ουτοπίες που κυοφορήθηκαν, απλώς ως μια μικρή και ολίγον χαριτωμένη «πολυτέλεια» που είχαν την τύχη να γευτούν οι νέοι της εποχής, ζώντας τη νεότητά τους σε μια πολύ ιδιαίτερη στιγμή της ιστορίας. Θα έλεγα εν κατακλείδι ότι η εμφάνιση της νεολαίας στο προσκήνιο, η συγκρότηση της κουλτούρας της και γενικότερα η αυτονόμηση των νέων αποτελούν ένα ακόμη μικρό μυστήριο, η κατανόηση του οποίου απαιτεί την κινητοποίηση εργαλείων από διαφορετικές επιστήμες και πεδία όπως η δημογραφία, η κοινωνιολογία, η κοινωνική ψυχολογία ή οι πολιτισμικές σπουδές. Αυτές ακριβώς τις ετερόκλητες ως προς το σημείο εκκίνησής τους συμβολές που τα τελευταία χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί στη χώρα μας καθρεπτίζει (θέλω να πιστεύω τουλάχιστον) ο μικρός τόμος που εκδώσαμε.

Συνηθίζουμε να λέμε ότι τουλάχιστον μέχρι και τη δεκαετία του 80 οι τάσεις (μουσική, μόδα, κλπ) ειδικά σε ό,τι έχει να κάνει με την κουλτούρα των νέων έφταναν στην Ελλάδα με κάποια χρονοκαθυστέρηση σε σχέση με τον υπόλοιπο δυτικό κόσμο. Μύθος ή πραγματικότητα;
Δεν μπορώ να απαντήσω στην ερώτησή σας με σιγουριά, ωστόσο είμαι αρκετά ασφαλής ώστε να πω ότι κρίσιμες εξελίξεις της νεανικής κουλτούρας οι οποίες αφορούν τη δεκαετία του πενήντα και του εξήντα, δεν φαίνεται να επιβεβαιώνουν την παραπάνω θέση. Η μανία με το ροκ εν ρολ που ξέσπασε στις ΗΠΑ γύρω στο 1955, μεταφέρθηκε στην Ελλάδα σχετικά άμεσα, η Μπητλομανία επίσης μεταμφυτεύθηκε πολύ γρήγορα τη διετία 1964-5, ο χιπισμός βρήκε πρόσφορο έδαφος και στη χώρα μας σχεδόν άμα τη γενέσει του στην δυτική ακτή των ΗΠΑ. Νομίζω, αν και ο Γιάννης Κολοβός θα ήταν πιο ειδικός να απαντήσει σε αυτό, πως το ίδιο ισχύει και για το πανκ προς τα τέλη του εβδομήντα.

Ο ιστορικός, συγγραφέας και επιστημονικός επιμελητής των «Απείθαρχων», Κώστας Κατσάπης.

Πώς μεταφέρονται όλες αυτές οι ιδέες από την «μητρόπολή» τους στην περιφέρεια; Ποιος είναι ο ιμάντας που κινεί την μεταφορά της νεολαιίστικης κουλτούρας σε μια εποχή που η γλωσσομάθεια είναι εξαιρετικά περιορισμένη (ας μην το ξεχνάμε), ενώ οι δίαυλοι ελάχιστοι σε σχέση με το σήμερα; Πώς συντονίζονται μαζικά οι νέοι με αυτό που συμβαίνει διεθνώς σε μια εποχή περιορισμένης πληροφόρησης; Αυτά είναι θέματα εξαιρετικά ενδιαφέροντα και απολύτως ανοικτά, τα οποία οι νεότεροι επιστήμονες ευτυχώς έχουν το ένστικτο να ψηλαφίσουν. Η Άννα Μαρία Σιχάνη λ.χ. στην ωραία διδακτορική διατριβή της που πρόσφατα υποστηρίχθηκε, διερευνά ακριβώς αυτές τις πολιτισμικές τεχνολογίες που αναπτύχθηκαν τη δεκαετία του εξήντα επιτρέποντας συν τοις άλλοις σε διευρυμένα ακροατήρια νέων να κατακτήσουν την πολιτισμική πληροφορία της εποχής τους.

Οι περισσότεροι μελετητές του ροκ στην Ελλάδα που αναμφίβολα έχουν προσφέρει πολλά σε μία κάποια ιστορία της μουσικής σκηνής, πιθανόν να έχουν διαφορετική άποψη επί τούτου, βασιζόμενοι στον αριθμό των ελληνικών συγκροτημάτων ή την ποιότητα της μουσικής και του στίχου τους. Η ερευνητική μου μανιέρα ωστόσο είναι εντελώς διαφορετική, καθώς εγώ προσεγγίζω το ροκ εν ρολ ως κοινωνικό φαινόμενο και όχι ως μουσική, εστιάζοντας κατά βάση στη συγκρότηση του «ηθικού πανικού» και στο κατά πόσο αυτός διαφοροποιείται από ό,τι την ίδια περίοδο κατασκευάζεται στη δυτική Ευρώπη. Περισσότερο λοιπόν από τον αριθμό των συγκροτημάτων θα έλεγα ότι κάποιος θα πρέπει να μελετήσει τη συχνότητα των περιστατικών και την αρχιτεκτονική ενός ηθικού πανικού, ο οποίος φαίνεται πως όχι απλώς ομοιάζει εντυπωσιακά με εκείνον της «μητρόπολης», αλλά μεταφέρεται και ταχύτατα στη χώρα μας υποδεικνύοντας πως ο φόβος για μια «ανεξέλεγκτη νεολαία» και το μήνυμα της αυθάδειας, έστω και αν εκλάβουμε τούτη καλουπωμένη στην ελληνική πιο λάιτ εκδοχή της, έγινε δεκτό άμεσα από τους Έλληνες νέους. Αυτό επισημαίνεται όχι μόνο για τις δύο πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, αλλά και για τη δεκαετία του ογδόντα, αν λάβουμε υπόψη μας το κύμα ηθικού πανικού που προκλήθηκε για την τοξικομανία και τον χουλιγκανισμό, ζητήματα που αναλύονται θαυμάσια στον τόμο από την Ορσαλία Κασσαβέτη και τον Γιάννη Ζαϊμάκη αντίστοιχα.

«Αυτό που σήμερα μάς φαίνεται παράλογο, βάρβαρο ή απεχθές, μπορεί και όντως να είναι, ωστόσο το μείζον είναι να αξιοποιηθεί για την κατανόηση της εποχής και όχι για τον στιγματισμό ανθρώπων ή χώρων. Οι θέσεις των ιστορικών υποκειμένων, αφανών και επιφανών, είναι καλό να προσεγγίζονται ως ψηφίδες της εποχής τους και όχι ως “ντοκουμέντα” μιας “αποκαλυπτικού τύπου” λάιτ ιστοριογραφίας»

Το βιβλίο πραγματεύεται την περίοδο από τα τέλη της δεκαετίας του 40 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 90. Σε ποιες περιόδους, μέσα σε αυτά τα 40 και βάλε χρόνια, υπήρξε πιο έντονο το συγκρουσιακό στοιχείο ανάμεσα στις διάφορες εκφάνσεις της νεανικής αμφισβήτησης και τον «κόσμο των μεγάλων»;
Θα έλεγα ότι είναι ευδιάκριτες δύο μεγάλες περίοδοι σε αυτό που χαρακτηρίζουμε «ιστορία της νεανικής απείθειας». Μέχρι το 1974 οι νέοι γίνονταν αντιληπτοί ως πρόβλημα και η εξέλιξη του ζητήματος αυτού καλύπτει όλη την μακρά δεκαετία του εξήντα (long sixties), από τα μέσα δηλαδή του πενήντα ως τα μέσα του εβδομήντα. Το φαινόμενο που σε μας έγινε γνωστό ως «τεντιμποϊσμός» κυριάρχησε στα τέλη του πενήντα, για να δώσει τη σκυτάλη στα μέσα του εξήντα σε έναν άλλο πανικό σχετικά με μια νεολαία της οποίας η απείθεια και η «παράλογη συμπεριφορά» φαινόταν να συνδέεται με κάποιον τρόπο όχι και πολύ σαφή με ό,τι είχε δημιουργήσει στις ΗΠΑ και τη Βρετανία η Μπητλομανία. Επρόκειτο για δύο εντελώς διαφορετικές γενιές νέων που τις συνέδεε ωστόσο η απομάκρυνσή τους από την κυρίαρχη ηθική και τις προσδοκίες των γονέων ή γενικότερα των ενηλίκων. Μετά το 1974 στη διάρκεια της Μεταπολίτευσης και λόγω του Πολυτεχνείου η νέα γενιά «δικαιώνεται», παύει να γίνεται αντιληπτή ως «πρόβλημα» και συμμετέχει ενεργά και συστηματικά στα πολιτικά δρώμενα.

Θεωρώ ότι οι συγκρούσεις ανάμεσα στους «απείθαρχους νέους» και τον κόσμο των ενηλίκων εξασθενούν πολύ στη διάρκεια του εβδομήντα, μάλιστα μια άτυπη συμμαχία μεταξύ τους φαίνεται να συστήνεται προκειμένου να νικηθεί ο πολιτικός και κοινωνικός συντηρητισμός, θα επανέλθουν ωστόσο έντονα τη δεκαετία του ογδόντα σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες. Πρόκειται για την εποχή των εκπληρωμένων αιτημάτων, οι πολιτικές των κυβερνήσεων της Αλλαγής πριμοδοτούν πολλαπλώς τους νέους, η κουλτούρα τους αγκαλιάζεται και σε αυτή τη συγκυρία της ευημερίας και της αισιοδοξίας κάνει την εμφάνισή της μια νέα, μάλλον απρόβλεπτη, σύγκρουση που πανικοβάλει τους αμήχανους ενήλικες στιγματίζοντας τους νέους που ψάχνουν να βρουν εναλλακτικά της πολιτικής ένταξης κανάλια επικοινωνίας, αμφισβήτησης και γιατί όχι εκτόνωσης. Ο χουλιγκανισμός λ.χ., το ζήτημα της τοξικομανίας, οι πανκ και οι χεβυμεταλάδες για τους οποίους πολύ θα ήθελα ένα κείμενο στον τόμο, κυριάρχησαν στη δημόσια συζήτηση υποκινώντας και πάλι ένα ξεχασμένο από χρόνια κύμα ηθικού πανικού σχετικά με την «κατάντια» της σύγχρονης νεολαίας και τους κινδύνους που την απειλούσαν. 

Απείθαρχοι στο Καλλιμάρμαρο (φωτογραφία: Γιώργος Τουρκοβασίλης, Rock In Athens '85, εκδόσεις Στο Περιθώριο)

Πόσο διαφορετικά πιστεύετε ότι θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα σε ό,τι έχει να κάνει με την κουλτούρα των νέων αν δεν είχε υπάρξει η επταετία της Χούντας και τα παρελκόμενα αυτής;
Η περίοδος της Δικτατορίας υπήρξε σταθμός για την εξέλιξη της νεανικής απείθειας. Το Καθεστώς αφού ξεμπέρδεψε άμεσα με τους πολιτικοποιημένους πολύ γρήγορα κατάλαβε ότι η διάδοση της νεανικής κουλτούρας ήταν δυνατό να μεταλαμπαδεύσει στην ελληνική νεολαία ένα πνεύμα απείθειας ανάλογο με εκείνο που είχε επικρατήσει στις νεολαίες του δυτικού κόσμου. Βρισκόμαστε μόλις ένα χρόνο μετά τον Απρίλη του ’67 και ο Μάης του ’68 ανησυχεί βαθιά τους θεωρητικούς και τα στελέχη της Χούντας που επιθυμώντας να αποτρέψουν την έλευση και στην Ελλάδα της νεανικής αμφισβήτησης, οδηγούνται σε μια σειρά σχετικών αναλύσεων. Για όλα αυτά έχω γράψει αναλυτικά στο βιβλίο μου «Το “Πρόβλημα Νεολαία”» και δεν υπάρχει λόγος να επανέλθω. Βέβαια, αυτό σε καμία περίπτωση δε σημαίνει πως το ροκ ήταν «αντιστασιακή μουσική», η νεανική κουλτούρα «επανάσταση» ή ακόμη περισσότερο πως όλα αυτά μπορούσαν με κάποιο μαγικό και μηχανιστικό τρόπο να μετατρέψουν έναν νέο σε αμφισβητία επαναστάτη. Τούτο θα ήταν απολύτως γελοίο να ειπωθεί, θα πρέπει να το τονίσω. Παρ’ όλα αυτά δεν θα πρέπει να υποτιμήσουμε τις άρρητες αλλά σαφώς εκπεφρασμένες φοβίες των Συνταγματαρχών ως προς τη δυνατότητα της νεανικής κουλτούρας να μεταφέρει μηνύματα απείθειας αποδομώντας βασικές αξίες του ελληνοχριστιανισμού.

Από την άλλη, μια χώρα άμεσα εξαρτημένη από το τουριστικό συνάλλαγμα και με ανάγκη για την έξωθεν καλή μαρτυρία για προφανείς λόγους, δεν θα μπορούσε να προβεί σε απαγορεύσεις σχετικά με το ροκ ή την έλευση «αλητοτουριστών» στη χώρα. Σε όλη τη διάρκεια της Επταετίας επισημαίνεται μια παράδοξη ισορροπία ανάμεσα στις δύο αυτές προτεραιότητες. Ως εκ τούτου θα έλεγα ότι η Δικτατορία δεν επηρέασε πολύ την κουλτούρα των νέων, ίσως μάλιστα παρά τις προθέσεις των στελεχών της να έριξε πολύ νερό στον μύλο της απείθειας τόσο γιατί γελοιοποιήθηκε πλήρως η έως τότε κραταιά ιδεολογία του ελληνοχριστιανισμού την ισχύ της οποίας τείνουμε να ξεχνούμε ή ακόμη χειρότερα να διακωμωδούμε, όσο και γιατί η απαγόρευση στη διακίνηση των πολιτικών ιδεών επέτρεψε στον πολιτισμό εν γένει (και όχι μόνο στη νεανική κουλτούρα) να λειτουργήσει συμβολικά και υπαινικτικά ως δίαυλος επικοινωνίας και μεταφοράς ανατρεπτικών ιδεών.

Σε δύο από τα κεφάλαια του βιβλίου η εξέταση των κεντρικών τους ζητημάτων πραγματοποιείται μέσα (και) από την ανάλυση δύο δημοφιλών ταινιών: αφενός οι μαθητικές ταυτότητες και η αντίδραση στην ταινία «Ρόδα, τσάντα και κοπάνα», αφετέρου οι απείθαρχες σεξουαλικότητες στον ελληνικό κινηματογράφο των 60s και δη στην ταινία «Κατήφορος». Στη μεταπολεμική Ελλάδα μπόρεσαν κατά κανόνα οι δημοφιλείς τέχνες να παρακολουθήσουν το εκάστοτε zeitgeist νεανικής αμφισβήτησης, ή αυτό συνέβη μόνο σε ελάχιστες «φωτεινές» περιπτώσεις;
Εάν σήμερα κάτι γνωρίζουμε για τις νεανικές ταυτότητες (και αυτές που συγκροτήθηκαν γύρω από την απείθεια ή την αναίδεια) αλλά και γενικότερα για την κοινωνική και πολιτισμική ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας, αυτό το οφείλουμε στις ταινίες, τους μεγάλους λογοτέχνες και βέβαια στους μεγάλους τραγουδοποιούς μας. Στο μεταπτυχιακό μάθημα που κάνω στο Πάντειο Πανεπιστήμιο αναλύουμε πολύ συχνά όλα τα παραπάνω αναζητώντας εξαφανισμένες από την ιστοριογραφία εκδοχές της νεότητας και επιχειρώντας να ιστορικοποιήσουμε τον βίο των πραγματικά αφανών.

Αν θυμάμαι καλά ο Χρήστος Βακαλόπουλος ήδη από τα μέσα του ογδόντα είχε επισημάνει αυτή την επιδεικτική αδιαφορία των διανοουμένων για τους «ασήμαντους» και τους καταφρονεμένους, σε ένα ιστορικό κείμενό του στην Αυγή. Έγραφε χαρακτηριστικά ότι αν δεν ήταν ο Τσιτσάνης να καταγράψει τις εικόνες των μεταναστών που έφευγαν για την ξενιτιά από το λιμάνι του Πειραιά, όλα αυτά σχεδόν θα είχαν σβηστεί από τη συλλογική μνήμη. Που βρίσκονταν λοιπόν οι διανοούμενοι, γιατί να μην αρπάξουν από τα μαλλιά τη στιγμή αξιοποιώντας εικόνες δυνατές γεμάτες συναίσθημα που άξιζαν όσο χιλιάδες λέξεις; Το τραγούδι, ο κινηματογράφος και κυρίως η λογοτεχνία ευτυχώς έγκαιρα και έγκυρα κάλυψαν το κενό.

Οφείλουμε πολλά στο έργο ανθρώπων όπως ο Βασίλης Βασιλικός, αυτός ο υπέροχος μάστορας των λέξεων στον οποίο και είναι υπό μία έννοια αφιερωμένοι οι Απείθαρχοι, ο Θανάσης Βαλτινός που τόσο ωραία κατέγραψε στα «Στοιχεία για τη δεκαετία του εξήντα» την πολυπλοκότητα της εποχής, ο Διονύσης Χαριτόπουλος, ο Θωμάς Κοροβίνης ή ο Θανάσης Σκρουμπέλος. Προσωπικά έχω μια εμμονή με το σύμπαν των κομπιναδόρων και των οριακά παραβατικών, για τους οποίους ο κινηματογράφος του εξήντα επίσης αποτελεί μια καταπληκτική πηγή, σε μια εποχή μάλιστα που ο αυτού του τύπου ο νεανικός βίος στερούνταν, σύμφωνα πάντα με τις μείζονες προσεγγίσεις, κάθε πραγματικού νοήματος. Δεν είναι καταπληκτικό το ένστικτο που είχαν όσοι κινηματογραφιστές κατέγραψαν στη συγκυρία νέους να «σκοτώνουν την ώρα τους» πάνω από φλίπερ και ποδοσφαιράκια;

Μία ταινία χρησιμοποιείτε κι εσείς στην αρχή του κεφαλαίου που υπογράφετε («Νεαρές εκδιδόμενες κοπέλες στην Αθήνα του 60»). Είναι ο «Νόμος 4000» που, όπως επισημαίνετε, μέσω της απεικόνισης μιας πολυκατοικίας στο υπόγειο της οποίας ζει η «ανήθικη» Κατερίνα Χέλμη ως νοικάρισσα του άτεγκτου Βασίλη Διαμαντόπουλου, απεικονίζει πολύ παραστατικά τη μικρογραφία μιας κοινωνίας, από την οποία κάθε άλλο παρά έλειπε η υποκρισία. Oι εκδιδόμενες γυναίκες και ποιες ακόμη κοινωνικές (και δη νεανικές) ομάδες υπήρξαν τα μεγαλύτερα θύματα αυτής;
Η συγγραφή του κειμένου αυτού κατά κάποιον τρόπο λειτουργεί ως προλεγόμενα στο επόμενο βιβλίο μου που έχει ολοκληρωθεί και βρίσκεται υπό έκδοση με τον τίτλο: Οι Καταραμένοι. Σε αυτό εξετάζω σκοτεινές όψεις της κοινωνικής πραγματικότητας στην Αθήνα του εξήντα, επιμελώς πεταγμένες στον κάλαθο αχρήστων της συλλογικής μας μνήμης. Δυστυχώς η νοσταλγία που επισημαίνεται σήμερα στη δημόσια σφαίρα (ιδίως στα κοινωνικά δίκτυα), δεν συνεισφέρει στην κατανόηση μιας εποχής που χαρακτηρίζεται από τρομακτικές αντιθέσεις και αντιφάσεις. Σε προσωπικό επίπεδο το υπό έκδοση αυτό βιβλίο υπήρξε και μία καλή αφορμή προκειμένου να γειωθώ στην σκληρή πραγματικότητα της κοινωνικής οδύνης, η οποία και αναμφίβολα αποτελεί τον κανόνα έως τα τέλη του εβδομήντα για τα φτωχά λαϊκά στρώματα, των νέων μη εξαιρουμένων.

Ας μη ξεχνάμε ότι η ελληνική κοινωνία του εξήντα αποτελεί ένα μωσαϊκό στο οποίο συνυπάρχει η νεωτερικότητα με την παράδοση, η πρόοδος με τη συντήρηση, η παραίτηση με την αισιοδοξία, το σκότος με το φως. Ας είμαστε ειλικρινείς και ας μην παγιδευόμαστε στα σχήματά μας. Η νεανική αυθάδεια και η νεανική αμφισβήτηση αποτελούν ακόμα μια λεπτομέρεια στην σκληρή κοινωνική πραγματικότητα, όπου κυριαρχεί η δυστυχία, η κατάθλιψη και ο σκληρός αγώνας της καθημερινότητας. Η υποκρισία ηγεμονεύει, ο καθωσπρεπισμός διαλύει τις ζωές των ανθρώπων, οι ζωές είναι προδιαγεγραμμένες και η δυνατότητα ενός εκάστου να αλλάξει το σενάριο της ζωής του, πολύ περιορισμένη. Για όλα αυτά τα θέματα επιχειρώ να μιλήσω αναλυτικά στους Καταραμένους μέσα από ιστορίες στις οποίες θα παρελάσουν αυτόχειρες, παιδεραστές, σκληροί άντρες, παραιτημένες γυναίκες, κομπιναδόροι. Οι αφανείς πρωταγωνιστές του βιβλίου αποτελούν, όπως και οι νεαρές εκδιδόμενες για τις οποίες γράφω στους Απείθαρχους, τα θύματα της εποχής που ισορροπεί με δυσκολία ανάμεσα στην ηθική και την ηθικολογία.

Ωστόσο, είναι κρίσιμο να ειπωθεί πως ως ιστορικός σε καμία περίπτωση δεν επιθυμώ να σταθώ «κριτής» της κοινωνικής βαρβαρότητας, αποδίδοντάς την λ.χ. σε «πολιτισμικό συντηρητισμό» ή άλλα τέτοιου τύπου αίτια που συχνά με ευκολία υποδεικνύονται. Και σε αυτή την περίπτωση με ενδιαφέρει η αρχιτεκτονική της ανθρώπινης συμπεριφοράς, οι τεχνικές της επιβίωσης και πάνω απ’ όλα η προσωπική μου εμμονή: η συνάρθρωση της μικρής ιστορίας με την μεγάλη.

Ερευνώντας την πολιτισμική ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας και την ιστορία της νεολαίας, πιστεύετε ότι αν μη τι άλλο οι διαφορές ανάμεσα στην καθημερινότητα των νέων που ζουν στα μεγάλα αστικά κέντρα (και ακόμη περισσότερο στην Αθήνα) όντως αμβλύνονται σε σχέση με όσους ζουν στη «βαθιά» ελληνική επαρχία;
Η ερώτησή σας είναι εξαιρετική γιατί από αυτήν προκύπτει πως δεν έχετε παγιδευτεί σε μια θεώρηση που κυριάρχησε ιδίως τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης και θέλει τη νεολαία να είναι ομοιόμορφη, αδιαφοροποίητη και πάντοτε προοδευτική. Ουσιαστικά ο όρος «νεολαία» είναι παραπλανητικός, καθώς δεν μπορούμε να μιλάμε για μία νεολαία αλλά για πολλές παράλληλες «νεολαίες» με εμφανώς μάλιστα (συχνά) αντιθετικά χαρακτηριστικά. Κοντολογίς ο όρος είναι όπως λέμε «πληθυντικός».

Στο βιβλίο εξετάζεται και η περίπτωση του φιλμ Κατήφορος (1961)...

Οι ερευνητές που έχουμε συνεισφέρει στην έκδοση των Απείθαρχων έχουμε ένα κοινό ενδιαφέρον για συλλογικότητες νέων που διακρίνονται για την αυθάδειά τους, δίχως όμως να ξεχνάμε ότι πάντοτε μελετάμε συνομαδώσεις που αποτελούν μίαν εκδοχή ανάμεσα σε άλλες. Δίπλα στους φοιτητές του 1-1-4 ας πούμε υπάρχουν οι ΕΚΟΦίτες, δίπλα στους καταληψίες εκείνοι που ενδιαφέρονταν να κυλήσει «ομαλά» η χρονιά, δίπλα στους χουλιγκάνους ήπιοι νέοι με διαφορετικό χαρακτήρα και αντιδράσεις. Δίπλα στις καλλιεργημένες πρωτοπορίες οι σκληρά εργαζόμενοι νέοι, αγρότες, οικοδόμοι, μετανάστες. Και δίπλα στους πολιτικοποιημένους οι απολίτικοι. Επομένως, εδώ δεν νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με μία διάκριση ανάμεσα στην «βαθιά ελληνική επαρχία» και έναν αστικό χώρο όπου η μη πειθάρχηση εκφράζει μία ας πούμε προωθημένη κριτική στους ασφυκτικούς καθωσπρεπισμούς της εποχής.

Βεβαίως η ελληνική επαρχία, «βαθιά» ή μη, είναι παραδοσιακά πολύ επιφυλακτική απέναντι σε ό,τι η ίδια θεωρεί εξαλλοσύνες και ακρότητες, ωστόσο και στην Αθήνα υπάρχουν αντιστάσεις, αντιδράσεις, φόβοι, νουθετήσεις. Όπως γράφεται και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, θα μπορούσαμε να εκλάβουμε την διάδοση της νεανικής κουλτούρας την μεταπολεμική περίοδο και την εξέλιξή της ως μια πρώτη παγκοσμιοποίηση που ενοποίησε διεθνώς συμπεριφορές της νεολαίας και αιτήματα ενίοτε ουτοπικά. Η ευθυγράμμιση των εθνικών και τοπικών κοινωνιών με τα μηνύματα της «μητρόπολης» γίνεται με διαφορετικό τρόπο, παράγει περίεργα υβρίδια και υλοποιείται όχι πάντοτε όπως αναμένουν, όσοι εφαρμόζουν άκριτα τη θεωρία στην ιστορική πραγματικότητα. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεκτικός όταν χρησιμοποιεί διχοτομήσεις, όρους και σχήματα που είναι εύκολο όχι απλώς να τον διαψεύσουν αλλά και να τον γελοιοποιήσουν.

Τι νόημα έχει ας πούμε να μιλήσεις για το μουστάκι ως απομεινάρι μιας παρωχημένης εποχής ή για τη φαβορίτα ως σύμβολο μιας νεανικής κουλτούρας «ταυτόσημης» υποτίθεται με την αμφισβήτηση, όταν αναφέρεσαι στον Παναγούλη και τους βασανιστές του; Τι νόημα έχει να μιλήσεις για το «χάσμα των γενεών» στα μέσα του εξήντα, όταν αναφέρεσαι στα Ιουλιανά και τη σύγκρουση του γηραιού Γεωργίου Παπανδρέου με τον νεαρό άνακτα; Τι νόημα έχει να αναφέρεσαι έστω και υπαινικτικά στην «καθυστερημένη επαρχία» όταν οι εθνοτοπικοί σύλλογοι στα πανεπιστήμια υπήρξαν πολύτιμο φυτώριο για το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα;

...αλλά και η περίπτωση του φιλμ «Νόμος 4000».

Η πολιτικοποίηση τελικά λειτουργεί ως εφόδιο ή ως εμπόδιο για την ανάπτυξη ενός πνεύματος αμφισβήτησης (ακόμη και σε παραβατικό επίπεδο) των νέων; Γιατί πέρα από τη Δεξιά πλευρά των πραγμάτων, όλοι έχουμε ακούσει πολλές χαρακτηριστικές ιστορίες από τη δεκαετία του 80, τότε που ακόλουθοι της επίσημης Αριστεράς πετούσαν κέρματα στους πανκς ή για την ΚΝΕ που θεωρούσε το ροκ ως προϊόν αμερικανόφερτης προπαγάνδας.
Μου είναι δύσκολο να δώσω απάντηση σε αυτή την ερώτηση όχι τόσο γιατί το αποφεύγω όσο γιατί μια απάντησή μου θα ακύρωνε μία εκ των βασικών ηθικών προδιαγραφών που έχω θέσει στις έρευνές μου και τις οποίες με χαρά βλέπω ότι ενστερνίζονται όλοι οι συντελεστές του τόμου. Όταν έρχεσαι σε επαφή με τεκμήρια του παρελθόντος, είναι πολύ εύκολο να «ξεμπροστιάσεις» κάποιον. Πρόκειται για μια παιδική ασθένεια την οποία πολλοί συνάδελφοί μου (ίσως και εγώ κάποιες φορές) δεν έχουμε καταφέρει ολοκληρωτικά να αποφύγουμε. Παρ’ όλα αυτά είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε ότι κάθε τεκμήριο εντάσσεται στην εποχή του, ερμηνεύεται από αυτήν και με τη σειρά του προσδίδει στην ερμηνεία της. Αυτό που σήμερα μάς φαίνεται παράλογο, βάρβαρο ή απεχθές μπορεί και όντως να είναι, σε προσωπικό επίπεδο ίσως να μην είχα διαφορετική εκτίμηση, ωστόσο το μείζον είναι να αξιοποιηθεί για την κατανόηση της εποχής και όχι για τον στιγματισμό ανθρώπων ή χώρων.

Οι θέσεις των ιστορικών υποκειμένων, αφανών και επιφανών, θα έλεγα ότι είναι καλό να προσεγγίζονται ως ψηφίδες της εποχής τους και όχι ως «ντοκουμέντα» μιας «αποκαλυπτικού τύπου» λάιτ ιστοριογραφίας. Πέραν τούτου, μια θετική απάντηση στο ερώτημά σας, θα αντιστρατευόταν μια τελευταία προδιαγραφή του εγχειρήματός μας: η ανάλυση των πολιτισμικών φαινομένων δεν ακυρώνει την αξία της πολιτικής ιστορίας και των σκληρών δομών. Η πολιτικοποίηση δεν ακυρώνει την απείθεια, αποτελεί απλώς μια άλλη εκδοχή της, οι νέοι του Πολυτεχνείου ας πούμε χαρακτηρίστηκαν από τις χουντικές εφημερίδες πάραυτα ως «απείθαρχοι», «μακρυμάλληδες»  και «αλήτες». Αντιθέτως, τέρπομαι να λέω ότι οι έρευνές μου συνιστούν μια άλλη μορφή της πολιτικής ιστορίας προσθέτοντας μέριμνες και αποκλεισμένα υποκείμενα σε ένα αφήγημα κάπως μονοδιάστατο που έχει αδιαφορήσει επιδεικτικά για όλα αυτά.

Αν συναντιόσασταν με έναν συνάδελφό σας από μία οποιαδήποτε άλλη χώρα και σας ζητούσε να του πείτε πολύ επιγραμματικά τις «δέκα ημερομηνίες που συγκλόνισαν τον κόσμο» της νεολαίας στην περίοδο με την οποία καταπιάνεται και το βιβλίο, ποιες θα επιλέγατε και γιατί;
Δεν είναι πολύ εύκολο να απομονώσεις δέκα σημαντικές στιγμές γιατί στην πολιτισμική ιστορία η έννοια της σημαντικότητας είναι αρκετά ρευστή, όπως απολύτως ρευστά είναι και τα χρονικά όρια, δεν είναι εύκολο δηλαδή να πεις πότε ξεκινάει μια περίοδος ή μια φάση και πότε τελειώνει. Στις παραπάνω δυσκολίες ας προστεθεί η διαρκής συνομιλία ανάμεσα στο κοινωνικό, το πολιτικό και το πολιτισμικό που κάνει την εξίσωση δυσκολότερη.

Οπωσδήποτε μέσα σε ένα top ten ιστορικών στιγμών από την άποψη της πολιτικής ιστορίας θα επέλεγα τις δολοφονίες Λαμπράκη και Πέτρουλα που αφύπνισαν συνειδήσεις, τη μυθική μορφή του Παναγούλη, την εξέγερση του Πολυτεχνείου, τη σύσταση πολύ αργότερα, στις αρχές του Ογδόντα, του υφυπουργείου Νέας Γενιάς που υπήρξε θεσμικό ορόσημο ως προς την αναγνώριση του θετικού ρόλου της νεότητας. Παρ’ όλα αυτά, η βεντάλια είναι τόσο μεγάλη που οποιαδήποτε επιλογή κάνει κάποιος, απηχεί τις ερευνητικές του μέριμνες ή απλώς τα γούστα του και όχι κάποια ακαδημαϊκά ή ερευνητικά κριτήρια.

Μπορώ ευχαρίστως να σας πω κάποιες τέτοιες στιγμές, ωστόσο αυτές θα είναι απλώς οι προσωπικές μου επιλογές πασπαλισμένες με την επίφαση του «ειδικού». Δεν θα το ήθελα με τίποτα. Πέραν τούτου, εάν επιλέξω κάποιες στιγμές από την πολιτισμική ιστορία είναι σίγουρο πως κάποιοι θα βρεθούν να πουν πως ο επιμελητής των Απείθαρχων εξισώνει το Πολυτεχνείο με το Rock in Athens, τον Κώστα Γεωργάκη με τον τεντιμπόη που πέταγε γιαούρτια, τα Ιουλιανά με το Πάρτυ στη Βουλιαγμένη. Αυτό θα ήταν απολύτως ψευδές και παραπλανητικό των προθέσεών μου. Επιλέγω λοιπόν να χτυπήσω δυο φορές το κουτί και να σταματήσω εδώ.


Το βιβλίο «Οι Απείθαρχοι - Κείμενα για την ιστορία της νεανικής αναίδειας τη μεταπολεμική περίοδο» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις οκτώ.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΒΙΒΛΙΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
TRENDING NOW
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED