
Τα ψυχικά συντρίμμια του πολέμου και η ανθρώπινη ανάγκη για εξιλέωση και συγχώρεση εξετάζει στο μεγάλου μήκους ντεμπούτο του ο υποψήφιος για Όσκαρ ντοκιμαντερίστας, Ριντ βαν Ντάικ (DeKalb Elementary), που έκανε πρεμιέρα στο φετινό Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών, την υψηλού προφίλ (και γουρλίδικη) παράλληλη ενότητα του Φεστιβάλ Καννών.
Με πρωταγωνιστές τον Μπόιντ Χόλμπρουκ (Milk, Narcos), την Χιάμ Αμπάς (Succession) και τον Κένεθ Μπράνα, δραματοποιεί ένα άρθρο του περιοδικού The New Yorker για έναν διαταραγμένο αμερικανό πεζοναύτη που προσπαθεί να συμφιλιωθεί με τους επιζώντες μιας ιρακινής οικογένειας, η οποία είχε πέσει θύμα της μονάδας του στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας το 2003. Η ταινία κέρδισε τις εντυπώσεις όχι μόνο για τη σκληρή απεικόνιση του πολέμου και του τραύματος, αλλά και για τον ήσυχο, βαθιά ανθρώπινο τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει την ενοχή, τη μνήμη και την ανάγκη για λύτρωση.
Αμέσως μετά την πρώτη προβολή της ταινίας, ο σκηνοθέτης μίλησε εκτενώς για τη μεταφορά του αρχικού άρθρου στον κινηματογράφο, για την απόφαση να αφήσει εκτός κάδρου μια ολόκληρη δεκαετία από τη ζωή του ήρωα και για το πώς προσπάθησε να κινηματογραφήσει τον πόλεμο όχι ως θέαμα, αλλά μέσα από την ανθρώπινη οπτική εκείνων που καλούνται να ζήσουν με τις συνέπειές του.
Πώς ήρθατε πρώτη φορά σε επαφή με το αρχικό άρθρο και τι σας ώθησε να το μεταφέρετε στον κινηματογράφο;
Ήμουν απλώς αναγνώστης του New Yorker πριν από πολλά χρόνια. Θυμάμαι ότι διάβασα αυτό το κείμενο πολύ γρήγορα, γιατί έκλαιγα σχεδόν σε όλη τη διάρκειά του. Εκείνη την εποχή ίσως δεν καταλάβαινα ακριβώς τι ήταν αυτό που με συγκίνησε τόσο βαθιά, αλλά σίγουρα είχε να κάνει με ανθρώπους που προσπαθούν να ξανασυνθέσουν τον εαυτό τους μετά από μια καταστροφή. Αυτό ήταν κάτι που με γοήτευσε πραγματικά. Διάβασα αυτό το κείμενο πριν από 14 χρόνια, όμως ακόμα και την περασμένη εβδομάδα, όταν ολοκλήρωνα την ταινία, ανακάλυπτα νέα πράγματα μέσα του. Πολλά από τα αγγίγματα και τις λεπτομέρειες της ταινίας προέκυψαν από όσα με είχαν συγκλονίσει εξαρχής.
Η ταινία ανοίγει με μια πολεμική σκηνή που θυμίζει σχεδόν ταινία δράσης. Πώς προσεγγίσατε αυτή την έναρξη, ειδικά σε σύγκριση με το κείμενο;
Υπήρχε και στο άρθρο, αλλά πιθανότατα λιγότερο έντονα απ’ ό,τι εδώ. Παρόλα αυτά, περισσότερο κι από τις λεγόμενες “σκηνές δράσης”, με ενδιέφερε η αίσθηση της ησυχίας στην εναρκτήρια σκηνή με την οικογένεια. Αυτό ήταν κάτι που με απασχόλησε πολύ. Ήθελα γενικά να κοιτάξω αυτή την περιοχή του κόσμου και αυτούς τους ανθρώπους διαφορετικά από ό,τι τους είχα δει σε δυτικές πολεμικές ταινίες μέχρι σήμερα. Στις πολεμικές ταινίες υπάρχει συχνά η τάση οι σκηνές μάχης να κινηματογραφούνται σαν αθλητικά γεγονότα: ποιος κερδίζει, ποιος χάνει, αυτή η πλευρά ή η άλλη. Εγώ ήθελα απλώς να στρέψω την κάμερα πάνω σε αυτούς τους ανθρώπους, από τη δική τους οπτική. Ήθελα να δείξω τους άντρες που είχαν αναλάβει να πατήσουν τη σκανδάλη.
Υπάρχει ένα χρονικό άλμα 10 ετών στην ιστορία. Αφήνετε αυτή την περίοδο εκτός οθόνης και επιστρέφετε στο χαρακτήρα όταν πλέον παλεύει με το μετατραυματικό στρες και την ανάγκη εξιλέωσης. Γιατί θελήσατε να εστιάσετε σε αυτή τη φάση της ψυχολογικής του κατάστασης;
Το άρθρο πραγματεύεται την ιδέα του ηθικού τραύματος, τουλάχιστον από τη μεριά του βετεράνου της ιστορίας. Δηλαδή, το να επιστρέφεις χωρίς σωματικά τραύματα, αλλά με τραυματισμένη την αίσθηση της ηθικής σου εξαιτίας όσων έχεις κάνει. Με ενδιέφερε πραγματικά τι συμβαίνει όταν ένας Αμερικανός πεζοναύτης, σε αυτή την περίπτωση, αρχίζει σταδιακά να συνειδητοποιεί τις συνέπειες των πράξεών του. Αυτό το ερώτημα καθοδήγησε όλη την ταινία. Ήθελα επίσης να συνεχίσω να χρησιμοποιώ αφηγηματικά κενά, έτσι ώστε τη στιγμή που αυτή η συνειδητοποίηση αρχίζει να αναδύεται μέσα του, να προχωράμε ξανά την ιστορία μπροστά, μετά την επικοινωνία του με την ομάδα των δημοσιογράφων.
Η ιρακινή οικογένεια μετακομίζει στη χώρα που ευθύνεται για την απώλεια του πατέρα και του γιου της. Όταν ο Λουκ τούς επισκέπτεται, μοιάζει σχεδόν σαν να μπορούσε να είναι ένας πιθανός γιος αυτής της οικογένειας. Ήταν αυτή η διασύνδεση μέρος της πρόθεσής σας;
Ήταν ένα συναρπαστικό στοιχείο της πραγματικής ιστορίας. Γνωρίζω πολύ καλά αυτή την οικογένεια· ζουν είκοσι λεπτά μακριά από το σπίτι μου στο Λος Άντζελες. Και αυτό ήταν πραγματικά κομμάτι εκείνης της ημέρας. Η κόρη, η Νόρα, είπε αφού μπήκε εκείνος στο σπίτι: «Δεν ξέρω γιατί, αλλά το μόνο που έβλεπα ήταν ο αδελφός μου». Και αυτό άρχισε να διαμορφώνεται και στη ματιά της μητέρας. Ήταν μια παράξενη αλλά πολύ ενδιαφέρουσα διάσταση αυτής της συνάντησης ανάμεσα στις δύο πλευρές εκείνης της ημέρας. Και τελικά ήταν αυτό που με συγκίνησε περισσότερο απ’ όλα. Το βρήκα πραγματικά όμορφο.
Πώς λειτούργησε η συνεργασία με τον Κένεθ Μπράνα, που εκτός από ηθοποιός είναι και σκηνοθέτης;
Όταν προτάθηκε αρχικά για την ταινία, δεν νομίζω πως κανείς μας τολμούσε να ονειρευτεί τόσο φιλόδοξα, το να παίξει ένα τόσο μεγάλο όνομα όσο ο Κεν αυτό το ρόλο. Αλλά μόλις έπεσε η ιδέα στο τραπέζι, δεν μπορούσα να τη βγάλω από το μυαλό μου: εκείνος, με αυτή τη μεγάλη γενειάδα, να περπατά στους δρόμους της Βαγδάτης. Είναι τόσο καταξιωμένος σκηνοθέτης όσο και ηθοποιός. Στην πρώτη μας συνάντηση, μου είπε πολύ γρήγορα: «Θέλω απλώς να είμαι ο ηθοποιός σου. Μπορείς να με σκηνοθετήσεις όσο πολύ ή όσο λίγο θέλεις». Και πάντα, ό,τι κι αν του έλεγα, όσο χρήσιμη ή όχι ήταν η οδηγία μου, εκείνος απαντούσε: «Ευχαριστώ, κύριε. Ευχαριστώ». Είναι υπέροχος άνθρωπος και για μένα ένας από τους μεγάλους ηθοποιούς.