Ο Κώστας Κουτσολέλος και η Βάσω Καμαράτου θέλουν να τους απογοητεύσουν όλους

Είναι δραματουργοί, σκηνοθέτες και ερμηνευτές του εαυτού τους στην παράσταση «Καλοκαιρινά μπάνια». Είστε έτοιμοι να κολυμπήσετε μαζί τους στην Πειραιώς;

Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος / FOSPHOTOS

Όταν είχα δει την προηγούμενη δουλειά της Βάσως Καμαράτου και του Κώστα Κουτσολέλου είχα γράψει : «Σα σφηνάκι που ζαλίζει το “Lasciatemi morire” (Πειραματική Σκηνή Εθνικού Θεατρου) σε ιδέα, κείμενο, και σκηνοθεσία: Βάσω Καμαράτου και Κώστα Κουτσολέλου, που τους βλέπαμε πάνω στη σκηνή να υποδύονται ένα ζευγάρι που βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού. Ξεκινάει με γέλιο και καταιγισμό ατάκας πάνω στην ατάκα, για να εξελιχθεί σε βαθιά, μαύρη απόγνωση και να καταλήξει σε όνειρο».  Με την ίδια φιλοσοφία, «χτίζω την παράσταση με θέματα και όχι με στημένο κείμενο» ανανεώνουμε αυτές τις ημέρες το ραντεβού μας μαζί τους, αυτή τη φορά στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, στην Πειραιώς 260. Και αυτή η συνέντευξη μοιάζει με περφόρμανς, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη που έχω κάνει 

Ποια είναι η πρώτη φράση στα «Καλοκαιρινά μπάνια»;  Βάσω Kαμαράτου: Κάθε φορά ξεκινούν διαφορετικά. Δεν ξέρω.

Γιατί αυτό; Κώστας Κουτσολέλος: Έχουμε έναν δικό μας τρόπο να το κρατάμε ζωντανό. Υπάρχει μια συγκεκριμένη, κεντρική δομή που ακολουθούμε και από εκεί και πέρα είναι πολύ ελεύθερο. Είναι ο δικός μας τρόπος να μην ψοφήσουν τα πράγματα.

Μα τέσσερις μέρες είναι η παράσταση. Πότε θα προλάβουν να ψοφήσουν; ΚΚ: Έχουν ψοφήσει από τις πρόβες. ΒΚ: Δεν γράφουμε ένα κείμενο και λέμε έτσι θα το ξαναπούμε την επόμενη φορά. Γράφουμε για εμάς, υπάρχουν θέματα αλλά δεν είναι σίγουρο με ποιο θέμα θα ξεκινήσουμε κάθε φορά.

Ο κεντρικός άξονας στην παράσταση είναι τα μπάνια του καλοκαιριού; ΚΚ: Όχι ακριβώς. Είμαστε δυο ηθοποιοί στην Πειραιώς που έχουμε αναλάβει να φτιάξουμε αυτή την παράσταση και μιλάμε σαν φίλοι πάνω σε οτιδήποτε ελαφρά ή σοβαρά μας απασχολεί εκείνη τη στιγμή. Υπάρχει ένας πυρήνας βέβαια. Επίσης, μας απασχολεί πολύ το θέατρο. Θα ήταν χαζό να μη μιλάμε γι’ αυτό. Όταν είσαι επάνω στη σκηνή υπάρχουν κάτι αγωνίες, που είναι φοβερές. Μιλάμε για το καλοκαίρι, για το θέατρο, για τις ζωές μας, για την ματαιότητα της ζωής, για την θνητότητα της ζωής, μιλάμε για ό,τι απασχολεί έναν απλό άνθρωπο σαν κι εμάς που έτυχε η δουλειά του να είναι το θέατρο. Το κείμενο προκύπτει πάνω στις πρόβες αλλά και στη δράση.

Κώστας «Δεν νομίζω ότι θα έρθει να μας δει η Μαρία Ναυπλιώτου, δεν θα είναι, λογικά, μία από τις επιλογές της».

Αυτό πώς προέκυψε; ΒΚ: Από τις συζητήσεις μας. Καταλάβαμε ότι κάτι γίνεται. Σκέφτηκα «Ωπ, κάτι μου κάνει αυτό. Κι εσένα Κώστα;» κι έτσι ξεκινήσαμε. ΚΚ: Ναι, αυτό δεν μπορείς να το κάνεις με έναν άσχετο. Πρέπει να προϋπάρχει μια δυνατή, βασική χημεία για να προκύψει μια τέτοια παράσταση. Αλλιώς δε γίνεται. Αλλά το δικό μου ερώτημα είναι: γιατί να μην είναι αυτό θέατρο; Γιατί πρέπει να είναι μόνο κείμενο με δομή, εξέλιξη, σύγκρουση;

Έχει αλλάξει τον τρόπο που μιλάτε μεταξύ σας και ως φίλοι; ΒΚ: Κάποιες φορές, ναι.

Υπάρχει κάποιο θέμα που δεν σας αφορά καθόλου, που το έχετε αποκλείσει; ΒΚ: Δεν αποκλείουμε τίποτα. Πολιτικά δεν έχουμε πιάσει αλλά κι εμείς μεταξύ μας δεν μιλάμε για πολιτικά. Ή μάλλον μιλάμε αλλά πολύ αφηρημένα και όχι του τύπου «Είδες τι έγινε χτες με τον Τσίπρα;».

Υπάρχει ξάφνιασμα από τον έναν προς τον άλλον; ΚΚ: Βεβαίως. Και πρέπει να υπάρχει. Μου αρέσει να τη φέρνω λίγο σε δύσκολη θέση. Είναι μια επιδίωξη να τον ξαφνιάσεις τον άλλον για να μηδενίσει αλλά ταυτοχρόνως όλα αυτά χρειάζονται ισορροπία, δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός. Αυτή είναι η πρόκληση στο θέατρο: Πώς θα ισορροπήσεις; ΒΚ: Αυτό το καταλαβαίνουμε πάνω στη ροή, ειδικά εμείς που το σκηνοθετούμε επί τόπου.  Ωραίο είναι να προκύψει το ξάφνιασμα αλλά δεν μπορείς να το σκέφτεσαι γιατί τότε χάθηκε. Δεν είναι αυτός ο σκοπός.

Ποιος είναι ο σκοπός; ΒΚ: Να περάσουμε καλά. ΚΚ: Να γίνει η παράσταση viral.

Γιατί λειτουργείτε έτσι; ΒΚ: Γιατί δεν μπορούμε το «κανονικό» θέατρο. ΚΚ: Κάποιος μπορεί να κατηγορήσει τις παραστάσεις μας ως «εύκολες» αλλά εμείς ξεκινάμε από την άρνηση που έχουμε προς το κανονικό θέατρο. Ψάχνουμε να δούμε, με όσο μυαλό έχουμε, πώς αλλιώς μπορεί να γίνει. Δεν μας αγγίζει μια εικαστική προσέγγιση πχ του Στρίντμπεργκ  που μπορεί να έχει μια πολύ καλή σκηνοθεσία αλλά δεν εμπλέκεται καθόλου το κείμενο με εμάς.

Και το κοινό σας σκέφτεται με τον ίδιο τρόπο; ΚΚ: Νομίζω ναι. Μάλλον καταλαβαίνουν τι είναι αυτό που κάνουμε και έρχονται. Δεν νομίζω ότι θα έρθει να μας δει η Μαρία Ναυπλιώτου, δεν θα είναι, λογικά, μία από τις επιλογές της να δει τα «Καλοκαιρινά μπάνια».

Ναι, αλλά στο Φεστιβάλ είστε. Θα έρθει και κόσμος που μπορεί να μην ξέρει τη δουλειά σας. ΒΚ: Ναι, θα έρθει. Αλλά εμένα προσωπικά δεν με απασχολεί. Εγώ με τον Κώστα αυτό κάνω, όποιος θέλει να έρθει καλώς να έρθει και μετά ας αποφασίσει πώς του φάνηκε. 

Θα θέλατε 12 μήνες καλοκαίρι; Κώστας: Ασυζητητί. Να λιώνουμε. Βάσω: Κι εγώ. Μου αρέσει να κυκλοφορώ γυμνή στο σπίτι μου.

ΚΚ: Άλλος μπορεί να έρθει με τη σκέψη ότι θα δει μια ενδιαφέρουσα, σοβαρή παράσταση, άλλος ότι θα δει αχαχούχα. Ιδανικό θα ήταν να τους απογοητεύαμε όλους. Αυτό θα ήταν επιτυχία, κάτι θα είχε γίνει.

Διαβάζετε μετά τις κριτικές; ΚΚ: Ναι, αλλά επειδή δε θέλω να δίνω πολλή σημασία στις αρνητικές αλλά κυρίως στις θετικές κριτικές τις διαβάζω κλεφτά. Δε θέλω να δίνω βάση, ειδικά στις θετικές κριτικές,γιατί μετά αυτοϊκανοποιείσαι κι αυτό δεν βοηθάει.

Σας αρέσουν τα μπάνια τα καλοκαιρινά; ΒΚ: Εμένα πολύ. ΚΚ: Εμένα καθόλου· πια. Έχω να πάω δέκα χρόνια, πάνω κάτω. Κάτι έχει πεθάνει μέσα μου με τα ελληνικά, καλοκαιρινά μπάνια. ΒΚ: Εμένα μου αρέσουν πολύ οι πισίνες. Θα ήθελα να έχω μια σπίτι μου. Επίσης, θα ήθελα να μένω σε ξενοδοχείο.

Λένε ότι το καλοκαίρι οι ψυχικές διαταραχές βρίσκονται σε έξαρση. ΚΚ: Εμάς μας αρέσουν πολύ τα καλοκαίρια. Έχει κάτι το ωραία αρρωστημένο να ιδρώνεις έτσι. Επίσης, αυτό ακριβώς ότι το ψυχολογικό σου χτυπάει κόκκινο γίνεται ενδιαφέρον. Πεταρίζεις. ΒΚ: Έχεις αναβρασμό μέσα σου. Μου αρέσει πολύ. ΚΚ: Μήπως είσαι ανώμαλη; ΒΚ: Ανωμαλάρα.

Θα θέλατε 12 μήνες καλοκαίρι; ΚΚ: Ασυζητητί. Να λιώνουμε. ΒΚ: Κι εγώ. Μου αρέσει να κυκλοφορώ γυμνή στο σπίτι μου. ΚΚ: Εγώ όχι.  Έχω μικρό πουλί και δε θέλω να το βλέπω. Αν είχα μουνί θα το έκανα.

Θα μπορούσατε να ζήσετε μια μέρα τη ζωή του άλλου; ΚΚ: Α, πολύ πλάκα θα είχε. ΒΚ: Ναι, με χαρά. Θα ξυπνούσα στην Καλλιθέα, θα πήγαινα να πάρω τυρόπιτα, θα γυρνούσα σπίτι με κατεβασμένο το κεφάλι.

Βαριόσαστε στις πρόβες; ΒΚ: Πολύ συχνά. Υπάρχουν φορές που δεν βγαίνε βρε παιδί μου οπότε λέμε «δεν πάμε για κάνα καφέ;».

Κι αν βαρεθείτε στην παράσταση; ΚΚ: Εκεί οι θεωρίες του «εμείς κάνουμε αυτό που νιώθουμε», πάνε περίπατο. Εκεί κάθεσαι.

Τελείως υποθετικό σενάριο: σας λένε του χρόνου το καλοκαίρι ότι σας δίνουν την Επίδαυρο να κάνετε τα δικά σας. ΚΚ: Ποιος θα το κάνει αυτό; Εμείς πολύ θα θέλαμε. ΒΚ: Αμέ, θα θέλαμε. ΚΚ: Θα ήταν ωραίο, το λέω βέβαια εάν εγώ ήμουν θεατής αλλά ο θεατής δεν είμαι εγώ. Θα ήταν ωραίο γιατί εκεί που πας να δεις μεγάλα κείμενα, μεγάλες σκηνοθεσίες, μεγάλους ηθοποιούς, τον Νίκο Κουρή να βγαίνει σαν Αγαμέμνονας θα βγουν δύο μαλάκες με ένα κείμενο ό,τι να ‘ναι. Ε, δεν θα γίνει αυτό ποτέ. Εντάξει, λογικά οι θεατές δεν περιμένουν αυτό αλλά θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη συνθήκη και να την αξιοποιήσουμε στο έργο. Εντάξει το πολύ πολύ να μην τους αρέσει. Τι θα μας κάνουν; Θα μας γαμήσουν;

Καλοκαιρινά Μπάνια, Σκηνοθεσία - κείμενο - ερμηνεία: Βάσω Καμαράτου, Κώστας Κουτσολέλος, Σκηνογραφία - κοστούμια: Ελένη Στρούλια, Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας. Πέμπτη 20/6 στις 21:00, Παρασκευή 21/6 –Κυριακή 23/6 στις 20:00. Πειραιώς 260, Ε.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΘΕΑΤΡΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED