
Είμαι από αυτούς που αγαπούν το φθινόπωρο. Το κανονικό, το βροχερό, το μελαγχολικό, το κάπως γκρινιάρικο. Ακουμπάς πάντα τις καλύτερες μουσικές πάνω του. Νόμος. Όπως διέσχισα με την ομπρέλα ανοιχτή τον δρόμο από το μετρό του Μεταξουργείου προς το Επί Κολωνώ, έκανα μια στάση και έφτιαξα στα γρήγορα μια λίστα συνοδείας. Έβαλα το A Rainy Night in Soho (The Pogues), το Troy (Sinéad O’Connor), το Linger (The Cranberries), έβαλα και Fontaines D.C., σκέτους αλλά και με Ροζαλία, μεταξύ άλλων και προσπάθησα να βρω το σωστό ιρλανδικό μουντ που θα με οδηγούσε καρφί σε μια ιστορία που περιέχει αγριάδες και τρυφεράδες τόσο καλά μπλεγμένες, που να μην ξέρεις ποιες ξεκινούν και ποιες καταλήγουν.
Την ίδια στιγμή σκεπτόμουν πόσο ωραίες είναι οι μεσημεριανές παραστάσεις. Ακόμα κι όταν πρόκειται για πρόβες. Και πόσο ωραίες είναι οι αυλές που φτιάχνουν τα καλύτερα βρετανικά σκηνικά (οκ, διορθώνω, Ιρλανδικά), όταν ο καιρός το επιβάλει, αλλά και τα φουαγιέ όταν έχουν εκείνη τη μικρή αναστάτωση που προηγείται μιας παράστασης όταν δεν είναι ακριβώς παράσταση.
Στη σκηνή, η κουζίνα και το τραπέζι είχαν ήδη αρχίσει να αποκτούν τη δική τους ζωή. Υπήρχε κάτι από την Ιρλανδία του Μάρτιν ΜακΝτόνα στην ατμόσφαιρα, αλλά και κάτι που μου ήταν παράξενα οικείο. Γιατί, όσο κι αν η ιστορία της «Μοναξιάς της Δύσης» διαδραματίζεται σε ένα απομονωμένο ιρλανδικό χωριό, δεν χρειαζόταν μεγάλη προσπάθεια για να τη μεταφέρεις νοερά κάπου στην ελληνική επαρχία. Στην Ευρυτανία, ας πούμε. Ο παπάς θα μπορούσε να είναι ένας ορθόδοξος αλκοολικός παπάς και τα δύο αδέλφια, δύο Έλληνες στρέιτ πενηντάρηδες που δεν παντρεύτηκαν και εξακολουθούν να ζουν μαζί, να τσακώνονται για τα πάντα και να μην μπορούν να φανταστούν τη ζωή τους χωριστά.
Η «Μοναξιά της Δύσης» είναι το τρίτο μέρος της Τριλογίας του Λήνεην, μετά τη «Βασίλισσα της Ομορφιάς» και το «Ένα Ιρλανδέζικο Κρανίο». Η Ομάδα Νάμα επιστρέφει στον ΜακΝτόνα, ύστερα από την επιτυχία της προηγούμενης επαφής, για να ξαναβρεθεί σε έναν κόσμο όπου η αγάπη και η βία δεν απέχουν πολύ μεταξύ τους. Ο Κόλμαν και ο Βαλέν, δύο αδέλφια που μένουν μαζί μετά τον θάνατο του πατέρα τους, έχουν μετατρέψει τον καβγά σε καθημερινή ρουτίνα. Ο πατέρας Γουέλς, ένας αλκοολικός ιερέας, επιχειρεί να τους συμφιλιώσει, ενώ η νεαρή Γκερλήν προσπαθεί να βρει τη θέση της σε έναν κόσμο που δεν της προσφέρει πολλές διεξόδους.
Η Ελένη Σκότη επιστρέφει στον ΜακΝτόνα γιατί η «Βασίλισσα της Ομορφιάς» ήταν μια παράσταση που αγαπήθηκε από την Ομάδα Νάμα. «Είχαμε κάνει τότε μια εκτεταμένη έρευνα πάνω στο έργο και στον ιδιαίτερο κόσμο του Μάρτιν ΜακΝτόνα» λέει, «οπότε αισθανόμασταν ότι είχαμε ήδη μια βαθιά εξοικείωση με το υλικό του. Η «Μοναξιά της Δύσης», που διαδραματίζεται στο ίδιο χωριό, το Λήνεην, και μάλιστα με αναφορές σε πρόσωπα που είχαμε συναντήσει στο προηγούμενο έργο, μας έδινε την ευκαιρία να επιστρέψουμε σε έναν κόσμο γνώριμο και ιδιαίτερα αγαπητό. Ταυτόχρονα, όμως, μας έθετε μια νέα πρόκληση. Εδώ το χιούμορ είναι ακόμη πιο έντονο και έχει καθοριστικό ρόλο στη δραματουργία. Οι ισορροπίες ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό είναι εξαιρετικά λεπτές και απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή από όλους τους συντελεστές. Αυτό που μας γοητεύει στον ΜακΝτόνα είναι ακριβώς αυτή η συνύπαρξη: από τη μία το ανατρεπτικό, συχνά εξωφρενικό μαύρο χιούμορ του και από την άλλη η βαθιά, διεισδυτική ματιά του στις πιο σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης φύσης. Είναι ένας συγγραφέας που καταφέρνει να μας κάνει να γελάμε με καταστάσεις που, αν τις κοιτάξουμε λίγο βαθύτερα, είναι βαθιά τραγικές».

Πώς καταφέρνουν όμως οι ηθοποιοί να μπαινοβγαίνουν ανάμεσα στην ιλαρότητα και την τραγικότητα των χαρακτήρων τους; «Αυτό που ζητάμε είναι να κατανοήσουν σε βάθος όχι μόνο το τι λέει ο χαρακτήρας τους, αλλά κυρίως το γιατί το λέει» λέει η Σκότη. «Τι επιδιώκει κάθε στιγμή, τι τον κινητοποιεί, τι κρύβεται πίσω από μια βίαιη αντίδραση ή μια ξαφνική στιγμή ευαλωτότητας. Όταν ο ηθοποιός έχει κατανοήσει πραγματικά τα κίνητρα του χαρακτήρα του, οι μεταβάσεις από την αγριότητα στην τρυφερότητα, από τη λεκτική ή σωματική σύγκρουση στην ανθρώπινη αδυναμία, μπορούν να συμβούν οργανικά, χωρίς να μοιάζουν με αυθαίρετες εναλλαγές συναισθημάτων. Αυτό που τελικά μας ενδιαφέρει δεν είναι να αναπαραστήσουμε την αγριότητα ή την τρυφερότητα, αλλά να παρακολουθήσουμε ανθρώπους που δρουν, συγκρούονται και αποκαλύπτονται με αλήθεια μπροστά μας»
Πόσο δύσκολο είναι, όμως, να καταλάβεις κάποιον που μοιάζει να απολαμβάνει να σε πληγώνει; Ο Σήφης Πολυζωίδης ο ένας εκ των δύο αδερφών μού μίλησε για δύο αδέλφια από τη δική του οικογένεια που μπορούν να τσακωθούν για ασήμαντες αφορμές: ποιο κανάλι θα παίξει στην τηλεόραση, ποιο ποτήρι χρησιμοποιήθηκε, ποιος είπε τι και πότε. Καμιά φορά τέτοιες σκηνές είναι τόσο κωμικές που δεν ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις ή να παρέμβεις. Αναγνωρίζεις, ωστόσο, κάτι βαθύτερο πίσω από τον καβγά. Έναν τρόπο να κρατιέσαι κοντά στον άλλον, να τον έχεις διαρκώς απέναντί σου, ακόμη κι όταν δεν αντέχεις να βρίσκεσαι μαζί του.
Ο Παντελής Δεντάκης, από την πλευρά του, στάθηκε στη συνεξάρτηση των δύο αδελφών. Ο ένας εξαρτάται περισσότερο συναισθηματικά από τον άλλον, ενώ ο άλλος χρειάζεται τον αδελφό του για τα στοιχειώδη, για να ζήσει και να φάει. Η σχέση τους έχει μετατραπεί σε ένα κλειστό σύστημα, από το οποίο κανείς δεν καταφέρνει να βγει. Ο μικρότερος κουβαλά την απόρριψη και αναζητά διαρκώς την εκτίμηση του μεγαλύτερου. Κι όσο περισσότερο την έχει ανάγκη, τόσο περισσότερο μοιάζει να επιλέγει τρόπους που την κάνουν αδύνατη.
Σκέφτομαι ξανά το τραπέζι της κουζίνας. Πόσες οικογενειακές σχέσεις έχουν χτιστεί γύρω του, πόσες κουβέντες έχουν επαναληφθεί με ελάχιστες παραλλαγές, πόσοι άνθρωποι εξακολουθούν να κάθονται ο ένας απέναντι από τον άλλον επειδή δεν ξέρουν πώς να κάνουν κάτι διαφορετικό. Ο Νικόλας Δροσόπουλος, ο πάτερ Γουέλς που όλοι τον φωνάζουν Γουόλς, μου μιλά για τους παράλληλους μονολόγους των χαρακτήρων, για την αδυναμία τους να συναντηθούν πραγματικά, ακόμα κι όταν βρίσκονται στον ίδιο χώρο. Η επικοινωνία αποτυγχάνει ξανά και ξανά, σαν ο καθένας να είναι παγιδευμένος σε μια δική του εκδοχή της πραγματικότητας.
Ίσως γι' αυτό, ανάμεσα στις αγαπημένες στιγμές του Δροσόπουλου όταν του ζητώ να διαλέξει, βρίσκεται η είσοδος του παπά για να ανακοινώσει μια κηδεία, την ώρα που τα δύο αδέλφια συνεχίζουν να συζητούν για τα δικά τους και δεν τον ακούν. Ο θάνατος βρίσκεται μπροστά τους, αλλά εκείνοι αδυνατούν να τον αντιληφθούν. Ή ίσως δεν μπορούν να σταματήσουν ούτε για λίγο τον δικό τους μικρό πόλεμο.
Η κουβέντα για τη βία μάς απομακρύνει από το ιρλανδικό χωριό και μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα ευρύτερο ερώτημα: είναι άραγε αναπόφευκτο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης; Ο Πολυζωίδης θυμάται τη σκέψη ότι η ανθρωπότητα δεν έχει περάσει ούτε μία ημέρα χωρίς πόλεμο και αναρωτιέται αν η καταστροφικότητά μας συνδέεται με τη γνώση ότι κάποτε θα πεθάνουμε. Ο Δροσόπουλος, αντίθετα, δεν θέλει να δεχτεί πως η βία είναι κάτι αναπόφευκτο. Στον κόσμο του έργου, πάντως, οι χαρακτήρες μοιάζουν να έχουν χάσει την πίστη τους τόσο στον Θεό όσο και στους ανθρώπους. Κι όταν δεν πιστεύεις ούτε στον εαυτό σου, η βία μπορεί να γίνει το μοναδικό όπλο που σου απομένει.
Η παράσταση, γενναία μέσα στην σκοτεινιά των συναισθηματικών της εκρήξεων δίνει έναυσμα απλόχερα για δεκάδες σκέψεις. Για την «απόλαυση» του να πατάς τα κουμπιά του άλλου και αυτό να αποκτά τότε μια παράξενη σημασία. Το να αισθάνεσαι ότι έχεις τη δύναμη να προκαλέσεις κάτι, να αναγκάσεις κάποιον να αντιδράσει. Είναι κι αυτός ένας τρόπος επικοινωνίας, όσο διαστρεβλωμένος κι αν είναι. Μια απόπειρα να βεβαιωθείς ότι ο άλλος εξακολουθεί να σε προσέχει.
Το ερώτημα είναι αν μπορείς να βοηθήσεις κάποιον όταν δεν έχεις καταφέρει να λύσεις τα δικά σου προβλήματα. Η φτώχεια, η αδυναμία να στραφείς προς τον εαυτό σου, οι πληγές που μεταφέρονται από τον έναν στον άλλον, όλα συντηρούν έναν φαύλο κύκλο. Ο πατέρας Γουέλς επιχειρεί να συμφιλιώσει τα δύο αδέλφια, αλλά κουβαλά κι εκείνος τις δικές του αδυναμίες. Κανείς δεν βρίσκεται πραγματικά έξω από το πρόβλημα ώστε να υποδείξει μια εύκολη λύση. Κι όμως, μέσα σε αυτή την αδυναμία, μπορεί να υπάρξει μια στιγμή που κάποιος θα κάνει κάτι για να δώσει στους άλλους την ευκαιρία να σωθούν.

Ο θάνατος, όπως μου είπε ο Δεντάκης, είναι ένας μεγάλος φόβος και η μοναξιά ίσως μία από τις μορφές του. Δεν είναι απαραίτητα ότι μένεις μόνος. Μπορεί να ζεις με κάποιον, να μοιράζεσαι το ίδιο τραπέζι, το ίδιο σπίτι, τις ίδιες καθημερινές συνήθειες και να μην καταφέρνεις ποτέ να επικοινωνήσεις μαζί του. Στη «Μοναξιά της Δύσης», οι άνθρωποι είναι διαρκώς μαζί και ταυτόχρονα απελπιστικά μόνοι. Ίσως γι' αυτό οι σκηνές της κουζίνας, όπου τα αδέλφια τρώνε, μιλούν και βρίζονται, να είναι για τον Πολυζωίδη από τις πιο ενδιαφέρουσες. Δεν συμβαίνει κάτι θεαματικό. Βλέπεις απλώς μια σχέση να λειτουργεί με τους δικούς της, εντελώς παράλογους κανόνες.
Και η Γκερλήν; Η Χριστίνα Μαριάνου βλέπει στον χαρακτήρα της μια νεαρή γυναίκα που θέλει να ξεφύγει από το στενό κοινωνικό περιβάλλον της. Ο έρωτας γίνεται μια πιθανή πόρτα προς μια άλλη ζωή. Δεν ερωτεύεται κάποιον που θα μπορούσε να την εντάξει εύκολα στον κόσμο της, αλλά έναν άνθρωπο διαφορετικό από τους υπόλοιπους: τον παπά, που της δείχνει ευγένεια και ενσυναίσθηση. Η ελπίδα της, επομένως, δεν αφορά μόνο έναν άνδρα. Αφορά την πιθανότητα να υπάρξει κάπου αλλού, έξω από τον κύκλο που της έχουν ορίσει.
Η Μαριάνου στάθηκε επίσης στη σκέψη πως οι νεκροί μάς θυμίζουν ότι έχουμε την υποχρέωση να ζήσουμε καλά. Ο Δεντάκης, πάλι, μίλησε για τη λύτρωση που μπορεί να προσφέρει το θέατρο όταν ένα προσωπικό τραύμα ξαναζωντανεύει σε ένα ασφαλές περιβάλλον. Είναι μια παράξενη συνθήκη: να επιστρέφεις σε όσα σε έχουν πληγώσει, όχι για να τα επαναλάβεις, αλλά για να τα κοιτάξεις από μια διαφορετική θέση. Να δοκιμάσεις, έστω για λίγο, αν θα μπορούσες να αντιδράσεις αλλιώς.
Ανάμεσα στις πρόβες, ο Gary Solomon, υπεύθυνος για τη μουσική και τον ηχητικό σχεδιασμό, ήταν εκεί για να ελέγξει τις μουσικές εισόδους. Πιάσαμε κουβέντα για την έρευνα που απαιτεί η ιρλανδέζικη μουσική, αλλά και για τη δική του διαδρομή στο ελληνικό θέατρο. Η πρώτη του παράσταση ήταν «Το πεπρωμένο ονομάζεται Κλοτίλδη», σε μια περίοδο που δεν γνώριζε ακόμη καλά ελληνικά και η γλωσσική αυτή απόσταση έγινε, με κάποιον τρόπο, μέρος της εμπειρίας του. Εννέα χρόνια μετά, -ήρθα ως ερωτικός μετανάστης μού ξεκαθάριζε γελώντας- εξακολουθεί να μιλά με ενθουσιασμό για τη μουσική και το θέατρο. Στην «Κουζίνα» παίζει για δεύτερη χρονιά και, όταν τον ρώτησα αν προτιμά να παίζει μουσική ή να τη γράφει, μου απάντησε πως περνά καλύτερα όταν μπορεί να συνδυάζει τα δύο.

Η σκέψη του αυτή μοιάζει να συνομιλεί, με έναν τρόπο, με όσα συμβαίνουν πάνω στη σκηνή. Διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικές ανάγκες, διαφορετικοί τρόποι να υπάρξεις δίπλα στον άλλον. Το ζητούμενο δεν είναι πάντα να συμφωνήσεις, ούτε να βρεις μια κοινή γλώσσα που θα λύσει τα πάντα. Μερικές φορές αρκεί να καταφέρεις να συνυπάρξεις χωρίς να καταστρέψεις αυτό που σε συνδέει.
Όταν τελείωσε η πρόβα, η βροχή και η διαδρομή της επιστροφής έμοιαζαν λιγότερο σημαντικές από την εικόνα των δύο αδελφών γύρω από το τραπέζι. Η «Μοναξιά της Δύσης» δεν μιλά μόνο για μια μακρινή γωνιά της Ιρλανδίας, ούτε μόνο για τη θρησκεία, τη βία ή την απώλεια. Μιλά για τους ανθρώπους που δεν ξέρουν πώς να αγαπήσουν χωρίς να πληγώσουν, που δεν ξέρουν πώς να φύγουν χωρίς να χάσουν ένα κομμάτι του εαυτού τους και που μπορεί να συνεχίζουν να τσακώνονται επειδή αυτός είναι ο μόνος τρόπος που έχουν βρει για να παραμένουν μαζί.
Ένας καλός καβγάς, δείχνει ότι ακόμη νοιάζεσαι, θα πει ο ένας αδερφός στον άλλο λίγο πριν την μεγάλη έκρηξη. Το δύσκολο βεβαίως είναι να βρεις τι θα κάνεις όταν τελειώσει, σκέφτομαι όταν αφήνω το θέατρο πίσω μου και βγαίνω στη Λένορμαν.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Συγγραφέας: Martin McDonagh
Μετάφραση: Γιώργος Χατζηνικολάου
Σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη
Συνεργάτης σκηνοθεσίας – Σκηνικά: Γιώργος Χατζηνικολάου
Κοστούμια: Μαρία Αναματερού
Φωτισμοί: Γιώργος Αγιαννίτης
Μουσική – Ηχητικός σχεδιασμός: Gary Solomon
Βοηθός σκηνοθέτιδος: Στεφανία Γώγου
Φωτογραφίες – Τρέιλερ παράστασης: Νικόλας Κωστής
Σχεδιασμός οπτικής ταυτότητας: Ιωάννης Κ. Τσίγκας
Social Media: Loox Media
Υπεύθυνη επικοινωνίας παράστασης: Ανζελίκα Καψαμπέλη
Διεύθυνση παραγωγής: Μαρία Αναματερού
Παραγωγή: Ομάδα Νάμα
ΠΑΙΖΟΥΝ:
Παντελής Δεντάκης, Σήφης Πολυζωίδης, Νικόλας Δροσόπουλος, Χριστίνα Μαριάνου
Πληροφορίες/ Εισιτήρια εδώ