Ο Γιώργος Παλούμπης είναι ήδη σε τροχιά νέας εργασίας. Οι «Άγριοι», το νέο του θεατρικό που ψάχνει να βρει θύτες και θύματα στην Κυψέλη του 2025, θα προσθέσει ένα ακόμη θαυμαστικό στη στιβαρή του θεατρική ταυτότητα και θα προσγειωθεί προφανώς με ορμή στα τέλη Απριλίου, στο θέατρο Τζένη Καρέζη. Παράλληλα όμως θα συνεχίζει να πισωγυρίζει, όποτε η σύμβαση το απαιτεί, στο βαθύ χρονογράφημα των ‘70ς - τα πλήθη κόσμου που γεμίζουν το θέατρο Χώρα για τα «Ανεξάρτητα Κράτη» που συνέγραψε με τον Αντώνη Τσιοτσιόπουλο θα εμπλουτίσουν τα φημισμένα sold out δευτερότριτα και με άλλες μέρες, μετά το Πάσχα θα μάθουμε ακριβώς πότε και πως.
Η εμπειρία της θέασης έργου που σκηνοθετεί (και ίσως και συν-γράφει) ο Παλούμπης ξεκινά πρωτίστως από την πλατεία. Το κοινό του αντιδρά σαν μια ψυχή, είναι σταθερά συντονισμένο με τα δρώμενα της σκηνής, ξέρει που είναι και γιατί. Ο ελληνικός ρεαλισμός, το πολύπαθο μυστικό που κρύβουν αυτές οι δύο λέξεις, το αφορά άμεσα, είναι κάτι που αποζητά. Κάθε φορά που η ένταση στην σκηνή αυξάνεται, ένα βαθύς, συντονισμένος, υπόκωφος αναστεναγμός σε διαπερνά. Μέγα επίτευγμα. Το έχω παρατηρήσει κάθε φορά που έχω επισκεφτεί κάποιες από τις προτάσεις του. Και τα τελευταία χρόνια δεν ήταν και λίγες.

Ο Γιώργος Παλούμπης συστήνεται λέγοντας: «Είμαι ένα θεατρικός σκηνοθέτης γιατί κατά βάση είναι αυτή η δουλειά που κάνω για να ζω». Έχει σκηνοθετήσει πάνω από τριάντα παραστάσεις, αν βάλει μαζί όμως και τις ερασιτεχνικές ή τις δημοτικές ομάδες ξεπερνούν τις εξήντα. Αν ήταν κινηματογραφιστής, θα ήταν στο σύμπαν του Μάικ Λι, του Τζον Κασσαβέτη, του Κεν Λόουντς. Δεν τον ενδιαφέρει να σκηνοθετήσει στην Επίδαυρο («δεν το ξέρω, είναι άλλο άθλημα και δεν έχω πορωθεί με αυτό ποτέ. Τα αρχαία έργα θέλουν ευφυή διαχείριση για να γίνουν ως παραστάσεις σπουδαίες. Ο Τερζόπουλος ίσως είναι αυτός που προσεγγίζει το αρχαίο δράμα με τον πιο ενδιαφέροντα τρόπο από τον καθένα. Αλλά όλα αυτά που βλέπουμε είναι πειραματισμοί του ’50. Το πραγματικό ήταν κάτι άλλο και μάλλον δεν θα το μάθουμε ποτέ»). Δεν του αρέσουν τα μεγάλα θέατρα, ούτε καν αυτά όπου παίζονται τώρα οι παραστάσεις του. Αν θα διάλεγε κάποιο, θα ήταν το Ιλίσια Βολανάκης.
Τον ρωτάω πόσα έργα ανεβάζει τον χρόνο, ένα μεσημέρι στην πλατεία της Αγίας Παρασκευής. Δύο, μου λέει, κατά μέσο όρο. Θα πίστευα πως φτάνουν και τα πέντε. Φταίνε οι επαναλήψεις, συνεχίζει, και χαμογελάει, σερί πάνε, άμα το θέλουνε οι παραγωγοί δε θα πω κάτι, συνεχίζω να παίρνω και ποσοστά, το οποίο είναι καλό. Αναρωτιέμαι φωναχτά αν η σταθερή του παρουσία στο θεατρικό σανίδι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κρύβει κάποια κρυφή ανάγκη ή φοβία. Το επιβεβαιώνει: «Επειδή δεν ήταν η δουλειά που προοριζόμουν να κάνω», λέει, «όταν έβρισκα ευκαιρίες τις άρπαζα. Πλέον μπορώ να είμαι επιλεκτικός. Δεν θεωρείς δεδομένο πως θα είμαι κι αύριο σε αυτή. Πολλές φορές είχα πει ναι επειδή δεν μπορούσα να πω όχι, και όχι επειδή ήθελα να κάνω πολύ το καθένα από αυτά που έχω κάνει. Ευτυχώς, οι δουλειές που κάνω πια είναι αυτές που θέλω να κάνω. Στα πενήντα ένα μου».
Ως κάτοικος της περιοχής προτιμά την πάνω πλευρά της πλατείας. Καθόμαστε όμως στην κάτω. Πίνει τσάι, για κάποιο λόγο περίμενα να πιει ένα ουίσκι χωρίς παγάκια - είναι που έχω κι εγώ τις κλισέ μου σκέψεις για τους συγγραφείς που παίζουν τον ρεαλισμό στα δάχτυλα. Κλέβω ματιές στην πολύβουη λεωφόρο. Μου λέει πως δεν έχει σπουδάσει σκηνοθεσία. Ξύνουμε το παρελθόν του λες και ξύνουμε τυχερό παιχνίδι, ίσα ίσα για να δούμε τα νούμερα που «κλείδωσαν» τη στροφή της ζωής του. «Έχω σπουδάσει ψυχολογία», μου αποκαλύπτει, «είχα κάνει ένα μάστερ στην Αγγλία και τότε ήταν που κατάλαβα ότι με ενδιαφέρει το θέατρο, οπότε δεν ασχολήθηκα με ό,τι σπούδασα, σε μια πιο βαθιά συγκεκριμένη προσέγγιση έστω. Το μάστερ ήταν πιο τεχνοκρατικό, γύρω από τα ψυχολογικά τεστ, έτσι ώστε να υπάρχει κάτι εύχρηστο, συγκεκριμένο, σε περίπτωση που δεν πήγαιναν τα πράγματα όπως τα ήθελα με το θέατρο. Κάποια στιγμή γνώρισα την Ελένη Σκότη, όταν γύρισα στην Ελλάδα, που ήταν στο Επι Κολωνώ -ήταν γιαπί ακόμη όταν έγινα μέρος της ομάδας. Έγινα βοηθός της στο «Αγαπητή Ελένα» και μετά συνσκηνοθέτησα ουσιαστικά την «Κατάρα των Πεινασμένων» του Σαμ Σέπαρτ».
Τον κοιτάω με περισπούδαστο ύφος και του απευθύνω την κομβική ερώτηση: Πότε κατάλαβες πως ο ρεαλισμός είναι το θέμα σου; Απαντά χαλαρά: «Από τότε που βρέθηκα στο Θέατρο Επι Κολωνώ. Δεν είναι τυχαίο που επιλογή μου ήταν η Ελένη και επιλογή της ήμουν εγώ. Ξέραμε ότι θέλαμε αυτό. Με το Penalty (2005) που ακολούθησε ένιωσα πως αυτό ήταν που ήθελα, να βρω μια επαφή με την ελληνική πραγματικότητα. Πάντα πίστευα και πιστεύω πως είναι πολύ έντονη, ένα καζάνι που βράζει. Υπάρχει πολύ υλικό από το οποίο μπορείς να πιαστείς και να πεις πράγματα που αφορούν το οτιδήποτε και τον οποιοδήποτε. Αυτή η πραγματικότητα είναι κάτι που ζω κι εγώ, καταλαβαίνω τι με ενδιαφέρει και όταν αυτό μεταφέρεται πάνω στη σκηνή, το αισθάνομαι σαν κάτι πάρα πολύ ζωντανό. Με μαγνητίζει. Μου είναι οικείο. Ό,τι έχει να μου πει, μου το λέει ισχυρά. Η ελληνικά πραγματικότητα έχει να μας πει χιλιάδες πράγματα πάνω σε κοινωνικά θέματα, σε πολιτικά, πάνω στον ψυχισμό του διπλανού μας, του εαυτού μας, και όλο αυτό το δυναμικό υλικό ήξερα από τότε πως είναι αυτό που θέλω να προσεγγίσω και να προχωρήσω μαζί του. Στη συνέχεια, το έκανα κάποιες φορές, όποτε μπορούσα, δεν είχα όμως πάντα την ευκαιρία να κάνω ότι θέλω».
Κοινές σκέψεις, κοινές ανησυχίες. Ο τρόπος που αντιμετωπίζει την αγχώδη πραγματικότητα, οι λέξεις που βάζει στην αγωνία, στον προβληματισμό, χτυπούν κέντρο στον στόχο, ο κόσμος μαζεύεται τριγύρω από τον παραμυθά κι ας μην υπάρχει τζάκι και κάστανα στο θεατρικό δωμάτιο. «Νομίζω πως με ακούνε», λέει, «γιατί οι προβληματισμοί που δημιουργούν αυτά τα έργα είναι ένα ερωτηματικό που ο κάθε θεατής θέλει να το πάρει μαζί του και να κάνει κάτι με αυτό. Το θέατρο, για να μιλήσει, φλερτάρει συχνά με το ακραίο - και αυτό δεν είναι κακό. Μου αρέσουν εξάλλου οι έντονες συγκρούσεις, η σύμπτωση που φέρνει τα πάνω κάτω. Και σε αυτό το μονοπάτι βάδιζα πάντα. Ακόμη και κάποια έργα ξένα που έχω πιάσει στα χέρια μου στο παρελθόν, ρεαλιστικά ήταν, ή έστω, όπως με έχουν κατηγορήσει, ρεαλιστικά τα προσέγγιζα (γελάει)».

Ανοίγω τα έγραφα του παρελθόντος, τόσες λέξεις μετά, και ψάχνω τις σελίδες. Μαρκάρω τις στάσεις. Παίρνω και βοήθεια από την πηγή. «Νούμερο 44» στο Μεταξουργείο «Είχε κάνει η Βαγενά μαζί με τον Στάθη Λιβαθινό κάτι σαν μάζωξη με σκηνοθέτες που θέλουν να κάνουν μια βιογραφία σε ένα άνθρωπο. Κι εγώ έκανα σε έναν γνωστό μου που ήταν στην φυλακή, έναν ντίλερ. Είχε παίξει και ο ράπερ Τακι Τσαν». Το «Πάκμαν» στο Χώρα, στην ταράτσα. «Μετά έκανα καιρό να πιάσω κάτι τόσο ξεκάθαρα δικό μου». Όλα άλλαξαν όμως μετά τον «Χαρτοπόλεμο», θα μου πει: «Από εκεί βρήκα μια ομαδική κατάσταση με τον Γιώργη Τσουρή και τον Βαγγέλη Ρωμνιό που στα πλαίσια της έκανε ένα μπουμ». Μετά ακολουθήσαν κι άλλα. Το «Εθνικός Ελληνορώσων», τα 170 τετραγωνικά (Moonwalk) , τα «Αξύριστα Πηγούνια». Και νέοι άνθρωποι μπήκαν στην «ομάδα», η παρέα μεγάλωσε, οι φωνές δυνάμωσαν. Και τα φωνήεντα συνάντησαν τα σύμφωνα με μεγάλο τσαμπουκά.
Διάβασες κάποια ονόματα; Πρόσθεσε σε αυτά και αυτά του Γιάννη Τσίρου και του Αντώνη Τσιοτσιόπουλου. Έτσι για να ξέρουμε και σε τι αναφερόμαστε. Τον ρωτάω πως δουλεύει κάθε φορά. Αν αυτή η ανάγκη του για ομαδοποίηση έχει όρια, αν τα χρειάζεται, αν η έλλειψη τους ίσως είναι και κάποιο κομμάτι του εσωτερικού σκοπού. Μου απαντά: «Δεν νομίζω ότι θα έπρεπε να υπάρχει ο ρόλος του δικτάτορα σκηνοθέτη. Δεν λέω ότι με αυτό το τρόπο δεν έχουν γίνει ωραίες παραστάσεις, έχουν γίνει, απλά εγώ λέω ότι γίνεται κι αλλιώς, κι αυτά τα έργα που έχω φτιάξει, τα τόσο εύτονα. δεν έχουν γίνει με αυτόν τον τρόπο αλλά με συνεργασία, με το μαζί. Πιστεύω στη συνεργασία. Το θέατρο δεν είναι μοναχικό είναι ομαδικό από φύση του. Δεν αισθάνομαι ποτέ πως είναι κάτι που το κάνω μόνος μου. Σε μια διαδικασία συνεργασίας κάποια στιγμή αποκτάς και κάποιες προτιμήσεις με ποιους ανθρώπους επικοινωνείς καλύτερα. Όταν γίνεται αυτό είναι συνεχές το όφελος. Φυσικά υπάρχουν και αυτές οι περιπτώσεις που δεν έχω επικοινωνήσει πολύ καλά και εκεί καταλαβαίνεις το όφελος της καλής συνεργασίας (γελάει) Πιο πολλά μυαλά είναι καλύτερα από ένα μυαλό». Σκέφτομαι αυτή τη διαδικασία. Ανεβαίνω στη σκηνή μαζί τους. Κρύβομαι. Τι μπορεί αν συμβαίνει εκεί που θεωρητικά κάποιος διευθύνει και κάποιοι θεωρητικά ακούνε; Ποια αγωνία κρύβεται πίσω από τις στιγμές; «Να καταφέρω να φτάσω σε αυτό το σημείο» λέει, «που να σε πείθουν οι χαρακτήρες που είναι πάνω στη σκηνή. Είναι πάντα μια διαδικασία με τους ηθοποιούς που πρέπει να τους δώσεις φτερά και να τους σπρώξεις ακόμη πάρα πέρα. Αυτό είναι κάτι που το μαθαίνεις με τα χρόνια. Στην προκειμένη περίπτωση με μένα, γίνεται πολύ φιλικά. Θέλω ο ηθοποιός συνειδητοποιήσει τον κοινό στόχο, τι θέλουμε να πετύχουμε μαζί εκεί πάνω, τι θέλουμε να πούμε υπαρξιακά και πολιτικά, να καταλάβει και να αποδεχτεί την τεχνική του πράγματος, στο τι αφήνω και στο πόσο επεμβαίνω προκειμένου να χτιστεί το υλικό. Γι' αυτό πληρώνομαι. Αν ο ηθοποιός αισθανθεί καλά και ισότιμα το τόσο θα το πάει τέρμα».
Και επί του πρακτέου, πως ολοκληρώνεται η άλλη σημαντική σχέση, αυτή η σχέση συγγραφέως και σκηνοθέτη, όταν δεν είναι ένας αλλά δύο; «Στου Τσίρου το κείμενο δεν επεμβαίνω, το συζητάμε» λέει, «με τον Τσιοτσιόπουλο και τον Τσουρή είμαστε ανοιχτοί. Θέλω, αφού εμπιστευόμαστε ο ένας τον άλλο, να φτιάξουμε το καλύτερο δυνατό. Ο Τσουρής γράφει ένα κείμενο, σκηνές, και με ρωτάει πως το βλέπω και κάπως έτσι φτάνουμε να μαζευτούμε και να ξεκινήσουμε τις αναγνώσεις, εκεί δηλαδή όπου αλλάζουν πάλι πράγματα από όλους. Είναι μια κατάσταση δημιουργική από την αρχή της, μέχρι το τέλος»

Ώρα για το δια ταύτα. Σε αυτά τα «Ανεξάρτητα Κράτη» που έχουν κλέψει την καρδιά της θεατρικής Αθήνας. Ψάχνω να βρω τα στοιχεία της. Την πηγή της επιτυχίας. Το πως κρατιούνται ακόμη, πως λειτουργούν τα πράγματα εν τέλει για να φτάσουν κάπου. Εμπειρικά ξέρω. Ήμουν εκεί. Ένοιωσα την προσπάθεια. Είδα την εποχή. Θαύμασα όλους τους ηθοποιούς. Θυμήθηκα και τα δικά μου στους δημοσιογραφικούς οργανισμούς. Ταυτίστηκα περισσότερο. Θύμωσα. Σιχτίρισα.. Ένιωσα. Τι περίεργο, κάποιοι θα θυμηθούν ένα παρελθόν που άντεξε μέσα στις δεκαετίες και άλλοι τόσοι θα ταυτιστούν με σημεία που δεν τα ξέρουν στο dna τους αλλά τρομάζουν στην όψη τους. Μου λέει ο Γιώργος για το πως είναι να προσεγγίζεις αυτή την εποχή και να σκηνοθετείς ένα έργο που έχεις συνγράψει με ένα από τους πιο cool τύπους του θεάτρου (και του κινηματογράφου) : « Ο Αντώνης (Τσιοτσιόπουλος) είχε μιλήσει με κάποιους δημοσιογράφους, και όχι όπως ίσως νόμιζες του Βήματος. Γενικά, να δούμε τι συμβαίνει στην κάθε αίθουσα σύνταξης. Το θέμα της ιστορίας είναι πως θα θέλαμε ο καθένας να έχει το δικαίωμα να είναι ανεξάρτητο κράτος, να μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα, ανεξάρτητα. Ο κεντρικός χαρακτήρας δεν ενοχλούσε, δεν είχε κάνει κακό σε κανένα, οι λόγοι που τον κυνηγούσαν όταν κλείστηκε στο σπίτι του, και το κήρυξε ανεξάρτητο κράτος, ήταν κάτι οικονομικά χρέη, αυτή ήταν η αφορμή. Το ’78 είχε γίνει, εγώ δεν την ήξερα την ιστορία, ο Αντώνης την είχε μάθει, και μετά έμαθα πως ο ίδιος ο πρωταγωνιστής είχε κάνει αεροπειρατεία μέσα στη Χούντα και είχε πάει το αεροπλάνο αντί στα Γιάννενα στην Αλβανία του Χότζα. Αναρωτήθηκα, υπάρχει πράγματι αυτός ο τύπος; Υπήρχε! Αρχίσαμε να τον ψάχνουμε, ήταν απλά ένας άνθρωπος που κυνηγήθηκε επειδή ενόχλησε καθώς είχε μια λοξή ανεξάρτητή ματιά δική του. Γι' αυτό τον σκοτώσανε ή τον αυτοκτόνησαν. Δεν ξέρουμε τι ακριβώς έγινε μέσα στο σπίτι του και αυτό από μόνο του συμβολίζει πολλά στο έργο. Το παραλληλίσαμε με την παρουσία μιας δημοσιογράφου (μυθοπλασία), που θέλησε να μιλήσει γι' αυτόν, να αποκαλύψει πράγματα. Και έτσι μέσω αυτής μπορέσαμε να μιλήσουμε και για κάποια άλλα θέματα που επιτέλους απασχολούν την κοινωνία τα τελευταία χρόνια, την θέση της γυναίκας στον εργασιακό χώρο και την θέση της γυναίκας γενικότερα. Είναι πολύ γραφικό ποια ήταν η θέση της γυναίκας στα 70ς και θέλαμε να το αποτυπώσουμε αυτό με καθαρότητα»
Πόσο όμως εύκολο είναι να γράφεις για γυναίκες σε αυτή την ομάδα; «Σίγουρα είναι πιο δύσκολο να μπεις στον ψυχισμό της γυναίκας» απαντά, «πάντα συνειδητά ή υποσυνείδητα δίνω μεγαλύτερη προσοχή στο πως θα αντιμετωπίσω τον γυναικείο χαρακτήρα. Γιατί πρέπει να τον νοιώσω, να τον καταλάβω, να βάλω τη γέφυρα, να φτάσω ως εκεί. Κάποια στιγμή πολύ θα ήθελαν να κάνω ένα έργο με πέντε γυναικείους χαρακτήρες»
Αναρωτιέμαι τα κλασσικά, πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα από τότε. Οι δεκαετίες κυλούν πάνω στις σταθερές απορίες μας και ακόμη αναρωτιόμαστε και συζητάμε τα ίδια πράγματα: «Πιστεύω και ελπίζω δηλαδή, ότι κάποιοι έχουν φοβηθεί και μαζευτεί» λέει. Και τα μέσα ενημέρωσης; Ποια ήταν τότε; Ποια είναι τώρα; Τι βλέπουμε; Τι νοιώθουμε; Πόσο αλλάζει αυτή η νέα εποχή; Αν αλλάζει δηλαδή; «Το έργο μιλάει για την συγκάλυψη», λέει «έχει κάτσει πολύ επίκαιρο. Να μας δείξει τα νέα πράγματα. Ότι ο κόσμος μπορεί να συσπηρωθεί για παράδειγμα. Είναι ελπιδοφόρο ότι όλος αυτός ο κόσμος μαζεύτηκε στο Σύνταγμα . Κι ας ξέρω στην άκρη του μυαλού μου πως υπάρχει πάντα η πιθανότητα ότι μπορεί να εκτονωθεί και να σβήσει. Πολλά πράγματα συγκλείονται και δεν τα καταλαβαίνεις ποτέ, μένεις στον καναπέ, δεν κάνεις τίποτα. Ευτυχώς εδώ κάπως το βλέμμα άνοιξε. Μακάρι να έχουμε κι άλλα τέτοιες εξισσοροπιστικές καταστάσεις σε όλο αυτό που ζούμε. Αυτό που έγινε ήταν απίθανο. Να καταλάβουν οι από πάνω ότι κάτι γίνεται. Ήταν ανθρώπινο, ήταν συγκινητικό, χωρίς κομματικά πλέσια. Όταν απλά κάποιοι γονείς που διεκδικούσαν το δίκιο τους για τα παιδιά τους».

Τον ρωτάω τι είναι αυτό που τον τρομάζει. Αν υπάρχει κάτι δηλαδή. Υπάρχει. Μου το αποκαλύπτει. «Τα πάντα. Ένας τρόμος υπάρχει μέσα. Τελικά η φάση με τον Κορωνιό ήταν πολύ τρομαχτικό για πάρα πολύ κόσμο. Στο μέσα τους. Φαίνεται μακροπρόθεσμα. Όλοι χάσαμε τελικά πράγματα. Τρομάξαμε ότι τελειώνει ο κόσμος. Ήταν έντονο. Με τρομάζει ο Τραμπ που κάνει ότι θέλει. Που μιλάει σε όλους με αλαζονικό τρόπο θέλει. Δεν υπάρχει λύση στο μυαλό των όποιων παρανοϊκών που είναι στην εξουσία. Ζούμε σε ένα δυστοπικό μέλλον. Το μέλλον είναι εδώ. Είμαστε το μέλλον. Με τρομάζουν οι γύρω από μας πόλεμοι.. Και αυτό έχει να κάνει με κάτι παράξενα μυαλά σε διάφορα μέρη της γης που θα αποφασίσουν κάτι και θα συγκρουσθούν σε κάτι. Εδώ ναι, αρχίζει να χάνεται ο έλεγχος.»
Και ως πατέρας ενός δεκατριάχρονου αγοριού πόσο αυτός ο φόβος μεγεθύνεται; «Η ανησυχία πού πάει ο κόσμος» λέει, «σίγουρα συνυπάρχει με το πού πάει το παιδί από δω και πέρα, όπως και με το τι γράφω ή σκηνοθετώ και τι θέλω να πω. Είναι ωραία ιστορία αυτή με το μεγάλωμα ενός παιδιού, μπορεί να σου καθορίζει το χρόνο σου και τις προτεραιότητες σου αλλά από την άλλη μαθαίνεις να εκμεταλλεύεσαι το χρόνο σου καλύτερα και πιο δυναμικά. Ξαναβλέπεις τη ζωή σου, ξαναμεγαλώνεις μαζί του, άθελα σου κάνεις συνέχεια αναγωγές στη δική σου παιδική ηλικία».
Και κάτι τελευταίο, του λέω, θυμάσαι τι ανέβαζες όταν γεννήθηκε; «Ήταν το 2012, άρα μήνες πριν το «Κατάδικός μου» με την Ελένη Ράντου. Και με τη γέννηση του, πάλι Ράντου, το Αόρατη Όλγα του Τσίρου, και με τον Τσουρή Τα λουλούδια στην κυρία, στο δώμα, στο Από Μηχανής».
Υ.Γ. Την μπλούζα που φορούσε την πρόσεξα όταν είδα τις φωτογραφίες.