
Υπάρχουν χώρες που αλλάζουν επειδή κάποιος μίλησε. Και υπάρχουν χώρες που αλλάζουν αφού πρώτα κάποιος σωπάσει για πάντα. Είναι οι ίδιες χώρες που κάτι βαθιά άρρωστο ριζώνει στα σπλάχνα τους, αφού χρειάζονται έναν νεκρό για να αρχίσει να κάνει τις σωστές ερωτήσεις.
Σαν να υπάρχει ένα μακάβριο κουμπί που πρέπει κάποιος να πατήσει με τη ζωή του για να ενεργοποιηθεί η κοινωνική ευαισθησία, η πολιτική βούληση και η θεσμική εγρήγορση.
Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη έρχεται να προσθέσει ακόμα ένα σκοτεινό ερωτηματικό σε αυτήν την παράξενη ελληνική συνήθεια να ψάχνουμε την αλήθεια, αφού πρώτα έχουμε χάσει κάποιον.
Να τον μεταμορφώνουμε βίαια σε υπόθεση και να περιμένουμε τον θάνατό του για να συνειδητοποιήσουμε ότι μπορούσαμε να τον είχαμε αποτρέψει.
Το «Με λένε Γιώργο» έγινε ακόμα ένα όνομα που ψάχνει απαντήσεις, χωρίς να μπορεί πια να μιλήσει.
Όπως ο Σαχζάτ Λουκμάν που έπρεπε να μαχαιρωθεί θανάσιμα για να κοιτάξουμε κατάματα τον ρατσισμό, ο οποίος ήδη κυκλοφορούσε στους δρόμους.
Όπως ο Παύλος Φύσσας που έπρεπε να δολοφονηθεί όρθιος σε δημόσια θέα για να καταλάβουμε ότι ο φασισμός δεν ήταν απλώς μια ακραία άποψη που επωάζεται σε ένα τηλεοπτικό πάνελ, μια ιδεολογία σε κάποιο περιθώριο της πολιτικής ζωής, αλλά μια πραγματική απειλή με μαχαίρι.
Όπως η Zackie Oh που έπρεπε να ξεψυχήσει στην οδό Γλάδστωνος μετά από επίθεση πρωτοφανούς σκαιόητας, για να αναγκαστούμε να αντιμετωπίσουμε τη βία λόγω διαφορετικότητας επειδή κάποιοι αποφάσισαν ότι ορισμένοι άνθρωποι αξίζουν λιγότερο.
Κι όπως στα Τέμπη που χρειάστηκαν 57 νεκροί (οι περισσότεροι νέοι) προκειμένου να ξυπνήσει μέσα μας εκείνη η συλλογική αγωνία για το αυτονόητο που δεν θα έπρεπε ποτέ να χρειάζονται νεκροί για να κερδίσει την προσοχή μας.
Δεν είναι οι ίδιοι άνθρωποι, οι ίδιες συνθήκες, οι ίδιες ευθύνες. Ούτε καν η ίδια ιστορία.
Είναι όμως το ίδιο μοτίβο της ανατριχιαστικής καθυστέρησης και το ίδιο αναπάντητο ερώτημα που σιγοκαίει: Πόσο αίμα χρειάζεται τελικά για να θεωρηθεί ένα πρόβλημα αρκετά σοβαρό ώστε να μας απασχολήσει;
Πόσους νεκρούς ανθρώπους χωράει η λέξη «πρέπει» πριν γίνει ντροπή;
Λες και αυτή η χώρα πρέπει να ικανοποιήσει την ακατανόητη ανάγκη της να συμβεί πρώτα το ανεπανόρθωτο για να αρχίσει η κοινωνία να απαιτεί το αυτονόητο. Σαν να μην εμπιστεύεται τίποτα μέχρι να γίνει μη αναστρέψιμο. Σαν να καταδικάζει τους νεκρούς της να γίνονται, μετά θάνατον, πολύ πιο χρήσιμοι στην κοινωνία απ’ όσο υπήρξαν ζωντανοί.
Σαν να χρειάζεται θυσίες για να αφυπνιστεί και να εξευμενίσει τη δική της αδράνεια, στήνοντας αρχαίους βωμούς στην καρδιά της σύγχρονης Αθήνας. Εκεί στην Πλάκα, στη Λυσικράτους, κάτω από την Ακρόπολη.
Μόνο που σήμερα δεν θυσιάζουμε ζώα. Θυσιάζουμε ανθρώπους. Και μετά τους στεφανώνουμε με λέξεις που κρέμονται για λίγο από πάνω τους σαν μεταξωτά σεντόνια: «Άδικος χαμός», «Δεν θα ξεχαστεί» και «Ποτέ ξανά».
Το παράδοξο όμως είναι πως δεν έχουμε μάθει να παρεμβαίνουμε πριν το σεντόνι σκεπάσει το πρόσωπο. Γιατί το «ποτέ ξανά» κουβαλά μια τρομακτική αδυναμία: έρχεται συχνά πάντα μετά το «ξανά». Και είναι ίσως η πιο εύκολη κραυγή του πένθους αφού ακούγεται όταν όλα έχουν τελειώσει. Όταν το «ξανά» έχει ήδη συμβεί. Το δύσκολο είναι το «όχι τώρα».
Ίσως γι’ αυτό και ο θάνατος του Μαζωνάκη να περικλείεται από μια ιδιαίτερη ειρωνεία.
Ένας άνθρωπος, ο οποίος έζησε για χρόνια μέσα στη νύχτα και τραγούδησε για την απώλεια, την αγάπη, τη μοναξιά, εκείνες τις μικρές ώρες που η πόλη στενεύει και μένεις μόνος απέναντι σε όσα δεν μπόρεσες να πεις, βρίσκεται τώρα στο κέντρο μιας ξένης γι΄ αυτόν σκηνής. Υπερβολικά φωτισμένης, με μια ορχήστρα που δεν διάλεξε να παίζει το φινάλε του. Και πίσω από το όνομά του σέρνονται ερωτήματα που κανείς δεν τον ρώτησε αν ήθελε να μάθουμε τις απαντήσεις.
Σε μια χώρα, όμως, που ξέρει τόσο καλά να μοιρολογεί, αλλά όχι να προλαβαίνει, μόνο ένα θα έπρεπε να είναι το πιο διαπεραστικά ενοχλητικό: Γιατί πρέπει πάντα κάποιος να πεθαίνει για να αλλάξει κάτι;
Γιατί πρέπει να υπάρξει ένας Λουκμάν για να αναγνωρίσουμε τον ρατσισμό;
Ένας Φύσσας για να πολεμήσουμε τον φασισμό;
Μια Zackie Oh για να γίνει αφίσα μιας κοινωνίας που θα σέβεται τη μοναδικότητα απέναντι στη βία, την ομοφοβία και τον κοινωνικό κανιβαλισμό;
Πενήντα επτά άνθρωποι για να αναρωτηθούμε τι ακριβώς συνέβαινε πάνω στις ράγες του θανάτου πριν συγκρουστούν τα τρένα;
Και πόσο απάνθρωπη είναι μια κοινωνία όταν απαιτεί ανθρωποθυσία για να αποκτήσει αντανακλαστικά; Όταν έχει τελειοποιήσει την αισθητική του πένθους, αλλά όχι την πολιτική της πρόληψης. Όταν ο νεκρός αποκτά φωνή αφού πρώτα χάσει τη δική του και υπεράσπιση όταν πια δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του.
Η θύμηση είναι η πιο ανέξοδη μορφή ευαισθησίας χωρίς την προθύμηση. Μπορείς να θυμάσαι έναν νεκρό χωρίς να έχεις προστατεύσει ποτέ έναν ζωντανό. Μπορείς να γράψεις συγκλονιστικά λόγια για έναν άνθρωπο που χάθηκε, χωρίς να κάνεις το παραμικρό για τον επόμενο που κινδυνεύει. Μπορείς να ανάψεις χίλια κεριά και να αφήσεις πάλι το σκοτάδι να επικρατήσει όταν λιώσουν.
Γι΄ αυτό, η μεγαλύτερη τιμή στους νεκρούς δεν είναι να τους θυμόμαστε όταν δεν θα μπορούν πια να επιστρέψουν και να απαιτούμε τη δικαίωσή τους όταν δεν θα μπορούν πια να τη δουν. Είναι να φροντίσουμε η μεταθανάτια αντίδραση να γίνει προληπτική συνείδηση, ώστε κανένας ζωντανός να μην χρειαστεί να γίνει ο επόμενος νεκρός για να καταλάβουμε. Να μην χαθεί πάλι άδικα για να αποκτήσουμε εμείς την πολυτέλεια να πούμε, εκ των υστέρων, ότι «κάτι πρέπει να αλλάξει».
Γιατί μια κοινωνία που χρειάζεται νεκρούς για να αλλάξει, δεν αλλάζει ποτέ. Πρέπει να αρχίσει επιτέλους να αλλάζει πριν ο θάνατος γίνει προϋπόθεση. Εκεί κρίνεται η κοινωνία. Όχι στο πόσο καλά κλαίει και θυμάται τους νεκρούς της. Αλλά στο πόσο καλά προστατεύει τους ζωντανούς της για να μην γίνουν οι επόμενοι.