
Συμβαίνει κάτι πολύ αλλόκοτο στις πολυκατοικίες: μπορούν να στεγάζουν εκατοντάδες ανθρώπους, αλλά παρ' όλα αυτά, με ένα μεταφυσικό ξόρκι, χαρίζουν στον καθένα την ψευδαίσθηση πως ζει μόνος του.
Ξέρουμε ποιος αφήνει τα σκουπίδια έξω από την πόρτα. Ποιος παρκάρει στραβά. Ποιος κάνει θόρυβο. Ποιος δεν πληρώνει τα κοινόχρηστα. Για τα πιο ασήμαντα πράγματα έχουμε αξιοθαύμαστη κοινωνική παρατηρητικότητα. Για τα υπόλοιπα, ξαφνικά τυφλωνόμαστε.
Υπάρχει άλλωστε ένας ήχος που τον ξέρουν καλά όσοι έχουν ζήσει σε πολυκατοικία: το βήμα του διπλανού διαμερίσματος πάνω από το κεφάλι σου, το τρίξιμο μιας πόρτας που ανοίγει αργά τα ξημερώματα, η τηλεόραση που μουρμουρίζει μέσα στη νύχτα. Ένας τοίχος στην Αθήνα δεν είναι ποτέ πραγματικά τοίχος. Είναι μια μεμβράνη λεπτή, που αφήνει να περάσουν όλα όσα δεν θέλουμε ν' ακούσουμε, και τίποτα απ' όσα θα έπρεπε.
Γιατί μπορεί μερικά σπίτια να κρύβουν απλώς τη σιωπή τους πίσω από τις κλειστές πόρτες, ωστόσο είναι άλλα που την αφήνουν να στάζει στους διαδρόμους, να περνά κάτω από τα κατώφλια και να σκαρφαλώνει στους τοίχους σαν ρωγμή, ο ήχος της οποίας όμως καταντά τόσο γνώριμος, ώστε στο τέλος κανείς να μην τον ξεχωρίζει.
Μέχρι που εκείνη η περίφημη «διπλανή πόρτα», την οποία πάντα ανακαλύπτουμε εκ των υστέρων, θα σπάσει από τον θάνατο και δεν θα αποκαλυφθεί το μυστικό που όλοι ψιθύριζαν στις σκάλες, αλλά όλα όσα δεν θέλαμε να δούμε.
Αποκαλύψεις που ο νους σχεδόν αντιστέκεται να χωρέσει, αλλά θα αφήσει πάντα ένα κενό για να υποδεχθεί την επόμενη θηριωδία για κατανάλωση σε καθημερινή δόση. Ένα επόμενο αδιανόητο που θα πάρει τη θέση του αδιανόητου, με το οποίο είμαστε παράξενα εξοικειωμένοι. Σαν να υπάρχει ένας αόρατος τηλεχειρισμός της δυστυχίας, συγκλονιζόμαστε γρήγορα και ξεχνάμε ακόμα γρηγορότερα. Και κάθε φορά χρειαζόμαστε κάτι ακόμα πιο απάνθρωπο για να αισθανθούμε ότι αισθανόμαστε, έχοντας καταντήσει ασύλληπτα αδηφάγοι απέναντι στον ανθρώπινο πόνο.
Η υπόθεση της Κυψέλης ωστόσο δεν είναι μόνο η ιστορία ενός σπιτιού όπου συνέβη κάτι ειδεχθές. Είναι και η ιστορία μιας πόλης που, κάποια στιγμή, έμαθε να ζει δίπλα στη φρίκη, χωρίς να την αφήνει να της χαλάσει τη ρουτίνα. Μιας πόλης που θα αποσύρει το βλέμμα της λίγο νωρίτερα απ' όσο πρέπει, ανακουφισμένη με εκείνο το γνώριμο «μην μπλέκεις» που έχει στοιχειώσει τον ίδιο νου.
Μια υποτακτική, ίσως μία από τις πιο αθόρυβες κοινωνικές μας συμφωνίες, που προστατεύει την ησυχία μας, περισσότερο απ' όσο έχει προστατεύσει ποτέ τον διπλανό μας.
Ποια ακριβώς, όμως, στιγμή η αδιαφορία παύει να είναι άγνοια;
Πότε το «δεν είδα» γίνεται «δεν θέλησα να δω»;
Και πόσο βολική είναι, τελικά, αυτή η άγνοια, όταν ο άνθρωπος που κινδυνεύει, βρίσκεται μόλις λίγα μέτρα μακριά; Πόσο δυσβάσταχτο είναι το βάρος του ανθρώπινου σπαραγμού όταν αυτός κατοικεί δίπλα μας, που προτιμάμε το κυνήγι από τις Ερινύες;
Το κράτος, πάντως, δεν είχε το προνόμιο της άγνοιας. Δεν ήταν ένας άγνωστος περαστικός που βρέθηκε ξαφνικά μπροστά σε μια κλειστή πόρτα. Είχαν προηγηθεί αναφορές. Είχαν υπάρξει προειδοποιήσεις. Είχαν ενεργοποιηθεί διαδικασίες.
Κι όμως, κάπου ανάμεσα στην κοινωνική υπηρεσία, την εισαγγελική αρμοδιότητα, το πρωτόκολλο και το αυτονόητο που έπρεπε να γίνει, ξεπρόβαλε το πιο παράλογο πρόσωπο της γραφειοκρατίας που έχει μάθει να φοβάται περισσότερο το λάθος στον φάκελο από το λάθος στη ζωή, μέσα από ένα κατακερματισμένο σύστημα. Η ευθύνη μπορεί να ελιχθεί με αξιοθαύμαστη συνέπεια μέσα στον διοικητικό λαβύρινθο, μέχρι να χαθεί εντελώς στην αορατότητα μιας αναλγησίας, μεταμφιεσμένης σε διαδικασία.
Μα εδώ η λέξη «γραφειοκρατία» μοιάζει υπερβολικά αθώα. Γιατί γραφειοκρατία είναι να καθυστερεί ένα χαρτί. Όταν όμως καθυστερεί η προστασία ενός παιδιού, το χαρτί γίνεται χρόνος. Και ο χρόνος, για ένα παιδί που βρίσκεται σε κίνδυνο, δεν είναι ποτέ ουδέτερος. Είναι χώρος στον οποίο μπορεί να μεγαλώσει η βία και το αδιανόητο να γίνει συνήθεια.
Γιατί όλα μπορούν να καταγραφούν. Η κακοποίηση. Η παραμέληση. Η καταγγελία. Η ανησυχία. Μόνο που ένα παιδί δεν χρειάζεται καταγραφή. Χρειάζεται κάποιον να του πιάσει το χέρι. Χρειάζεται ένα νανούρισμα για να κλείσει τα μάτια του με ασφάλεια. Χρειάζεται κάποιον να μείνει ξύπνιος στη θέση του, να το φυλάει στο σκοτάδι και να διώξει ό,τι κακό κρύβεται κάτω από το κρεβάτι και μέσα στην ντουλάπα. Χρειάζεται την πιο παλιά υπόσχεση που δίνει ο άνθρωπος στον άνθρωπο: κοιμήσου, εγώ θα προσέχω.
Βλέπεις, το ατελεύτητο παράξενο με τα συστήματα που φτιάχτηκαν για να προστατεύουν τους αδύναμους είναι ότι μπορούν να γίνουν εκπληκτικά αποτελεσματικά μόνο όταν χρειαστεί να εξηγήσουν γιατί δεν πρόλαβαν.
Και κάπως έτσι, το κακό δεν χρειάζεται πάντοτε να κρυφτεί πολύ καλά. Αρκεί να βρει ανθρώπους πρόθυμους να κοιτάξουν αλλού.
Κι εδώ ίσως βρίσκεται η πραγματική μας αποτυχία: όχι ότι κανείς δεν γνώριζε, αλλά ότι η γνώση δεν απέκτησε ποτέ την ταχύτητα που απαιτούσε ο κίνδυνος.
Αποτύχαμε να σώσουμε ένα βρέφος, όχι επειδή δεν ξέραμε, αλλά επειδή ενώ ξέραμε αρκετά, δεν κάναμε τίποτα.
Γιατί η κοινωνική προστασία που φτάνει κατόπιν εορτής, έχει κάτι από μνημόσυνο. Είναι τακτοποιημένη, επίσημη κι απολύτως άχρηστη για εκείνον που δεν πρόλαβε να σωθεί. Λες και η προστασία των παιδιών ήταν μια υπόθεση που μπορούσε να περιμένει. Σαν να υπήρχε πάντοτε μια επόμενη μέρα. Μόνο που για κάποια παιδιά η επόμενη μέρα δεν είναι αυτονόητη.
Και η λέξη «αμέλεια» αρχίζει κάποια στιγμή να μοιάζει υπερβολικά μικρή για να χωρέσει αυτήν την αποτυχία.
Τη σκαιότητα του εγκλήματος μπορεί να τη χαρακτηρίζουμε πρωτοφανή για να μας επιτρέπει να πιστέψουμε πως δεν αγγίζει τη δική μας πραγματικότητα, αλλά η αδυναμία μας να το αποτρέψουμε δεν είναι πρωτοφανής. Το πραγματικά πρωτοφανές θα ήταν να ακούσουμε μια τέτοια ιστορία και να μην χρειαστούμε την επόμενη για να θυμηθούμε την προηγούμενη.
Δεν αρκεί να ανακαλύπτουμε τη φρίκη όταν πια έχει ήδη αποκαλυφθεί. Πρέπει να μάθουμε να τη βλέπουμε όταν ξεδιπλώνεται μπροστά μας σαν φτηνή κορδέλα του μέτρου. Να ακούμε το τέρας όταν βρυχάται στο αφτί μας. Να ψάξουμε εκείνη τη λεπτή, σχεδόν αόρατη γραμμή που η αδιαφορία ενός ανθρώπου συναντά την αδράνεια ενός θεσμού και μαζί αφήνουν ένα παιδί απροστάτευτο.
Δεν χρειάζεται πάντα κραυγή για να μαρτυρήσει τη φρίκη. Μερικές φορές αρκεί η απουσία της. Ένα παιδί που δεν παίζει πια στην αυλή. Ένα κλάμα που σταμάτησε απότομα και δεν ξανακούστηκε. Ένα φως που άναβε πάντα την ίδια ώρα και ξαφνικά έσβησε νωρίτερα. Αλλά πόσες φορές πρέπει να μας προειδοποιήσει η ζωή πριν πάψουμε να περιμένουμε τον θάνατο για να την πάρουμε στα σοβαρά;
Εμείς που όταν πια η τραγωδία έχει κορυφωθεί, απολαμβάνουμε ναρκισσιστικά τη δική μας κάθαρση, καθώς αποκτούμε, με ασφάλεια, άποψη για το πώς θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί. Ανάμεσά μας, δε, βγαίνουν, σαν τα σαλιγκάρια, όπως μετά από κάθε απεχθές έγκλημα, και όλοι εκείνοι που απαιτούν την επαναφορά της θανατικής ποινής, λες και ο δημόσιος λόγος δεν έχει δηλητηριαστεί ήδη αρκετά.
Κανείς όμως δεν τραγούδησε εκείνο το νανούρισμα στο βρέφος της Κυψέλης που είχε τόσο ανάγκη. Ούτε στο δεκαπεντάχρονο κορίτσι που κουβαλούσε ήδη μέσα του ένα φορτίο πολύ βαρύτερο απ' όσο επιτρέπει η ηλικία του να σηκώσει. Μια ζωή μέσα σε άλλη ζωή, και οι δύο παγιδευμένες στην ίδια πυκνή σιωπή που έπνιγε ολόκληρο το διαμέρισμα. Στο σπίτι τους μάλλον δεν ακούστηκε ποτέ παιδικό τραγούδι. Γιατί δεν είναι πάντα το τέρας που τρομάζει περισσότερο. Καμιά φορά είναι η σιωπή που το περιβάλλει.
Κι όμως, γύρω από εκείνο το διαμέρισμα, κάποιο νανούρισμα ακουγόταν συνέχεια. Όχι μέσα, για τα παιδιά. Έξω, για εμάς.
Αυτό ακριβώς δεν κάνουμε κάθε φορά που η αλήθεια πλησιάζει πολύ κοντά για να μας αφήσει ήσυχους; Τραγουδάμε στον εαυτό μας για να κλείσουμε ανάλγητα τα μάτια. Στίχους απαλούς, ρυθμικούς, γραμμένους ακριβώς για να κοιμίζουν την υποψία, πριν προλάβει να ξυπνήσει σε κάτι πιο επικίνδυνο: την πράξη.
Ναρκώνουμε τη συνείδησή μας με τη σωστή πάντα δόση αποτροπιασμού και αγανάκτησης, ακριβώς όση χρειάζεται για να νιώσουμε πως συμμετείχαμε, χωρίς ποτέ να μας κρατά αρκετά ξύπνιους, ώστε να αναρωτηθούμε τι διαφορετικό θα κάνουμε αύριο. Το τραγούδι τελειώνει, τα βλέφαρα βαραίνουν και η επόμενη φρικιαστική είδηση περιμένει ήδη στη σειρά, έτοιμη να μας νανουρίσει το ίδιο αποτελεσματικά.
Αλλά όσο εμείς κοιμίζαμε τη βόλεψή μας, τα παιδιά, μέσα σε εκείνο το διαμέρισμα της φρίκης στην Κυψέλη, έμεναν μόνα στο σκοτάδι, δίχως κάποιον να τους τραγουδά το αντίθετο του φόβου με την εφησυχαστική υπόσχεση πως θα μείνει ξύπνιος γι' αυτά.
Εμείς πάλι θα συνεχίσουμε να ξυπνάμε κάθε τόσο ιδρωμένοι από την αγωνία και το σοκ, θα ακούμε βιαστικά το δικό μας νανούρισμα και θα ξανακοιμόμαστε, γαλήνιοι και ανακουφισμένοι πως ήταν απλά ένας εφιάλτης. Μόνο που όσο εμείς προστατεύαμε τον ύπνο μας αντί για τα παιδιά, ο δικός τους εφιάλτης ήταν αληθινός.
