
Κάθε πακέτο μέτρων έχει δύο DNA: ένα οικονομικό κι ένα πολιτικό. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση όσων εξήγγειλε ο πρωθυπουργός από τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, καθώς η δέσμη των μέτρων που ανακοινώθηκε υπακούει, ταυτόχρονα, και σε οικονομικές και σε πολιτικές ανάγκες.
Οικονομικά, τα μέτρα της Θεσσαλονίκης έρχονται να δώσουν ανάσες στα νοικοκυριά που πιέζει επί χρόνια υπέρμετρα η ακρίβεια και να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της οικονομικής στενότητας, στο πλαίσιο των δημοσιονομικών περιθωρίων. Αν και το βάρος έχει δοθεί, κυρίως, στα μεσαία και όχι στα οικονομικά αδύναμα στρώματα, η κυβέρνηση επιμένει στη γραμμή της ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος και της παροχής επιδομάτων, αρνούμενη να προχωρήσει σε παρεμβάσεις, όπως η δραστική μείωση του ΦΠΑ, με το επιχείρημα ότι η μείωση των τιμών θα ευνοούσε και τα πλούσια νοικοκυριά.
Πρόκειται για μια αντίληψη που έχει κατακριθεί και από την αντιπολίτευση και από τις ενώσεις των καταναλωτών, που θεωρούν ότι η χώρα, μόνιμα ή περιστασιακά, θα μπορούσε να μειώσει τον ΦΠΑ στα βασικά είδη διατροφής και στα καύσιμα, όπως έκαναν άλλες ευρωπαϊκές χώρες, με θεαματικά αποτελέσματα. Το αντεπιχείρημα της κυβέρνησης είναι ότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδας, το συνολικό όφελος στο επίπεδο τιμών θα ήταν μικρότερο, ο βασικός ωστόσο λόγος είναι ότι ο υψηλός ΦΠΑ θρέφει τα υπερπλεονάσματα, άρα προσφέρει στην κυβέρνηση σημαντικά οικονομικά «εργαλεία» και σοβαρές «εφεδρείες».
Προφανώς, σε μία περίοδο ουσιαστικά προεκλογική, όπως αυτή που διανύουμε, η επιλογή των συγκεκριμένων μέτρων και όχι κάποιων άλλων, υπακούει και σε πολιτικές προτεραιότητες. Θέτοντας στο κέντρο του ενδιαφέροντος τη μεσαία τάξη, η κυβέρνηση φιλοδοξεί να κάνει εκλογικό «ταμείο» και να επαναπατρίσει κοινωνικές ομάδες που πήραν αποστάσεις από τη Νέα Δημοκρατία, όπως είναι οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι μισθωτοί του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, καθώς και οι αγρότες.
Έχοντας απωλέσει ανάμεσα σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις (εθνικές εκλογές 2023 - ευρωεκλογές 2024) ένα ποσοστό της τάξης του 13% και με τη γκρίζα ζώνη της αποχής συνεχώς να διευρύνεται, ο πρωθυπουργός επέλεξε να διατηρήσει το “εργαλείο” της ΔΕΘ ζωντανό, ώστε να προχωρήσει σε εξαγγελίες που θα γίνουν άμεσα αντιληπτές στην αρχή της επόμενης χρονιάς.
Έκλεισε έτσι το σενάριο των πρόωρων εκλογών, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα το ρίσκο να προσφέρει χρόνο στους πολιτικούς του αντιπάλους, άρα και περιθώρια να προετοιμαστούν καλύτερα για την εκλογική αναμέτρηση της άνοιξης.
Συνήθως, οι πολιτικοί «αγοράζουν χρόνο» ευελπιστώντας ότι έρχονται καλύτερες μέρες. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε το αντίθετο: χάρισε χρόνο στους αντιπάλους του για να φέρει ξανά στην περίμετρο της Νέας Δημοκρατίας κρίσιμα κοινά, με την εκτίμηση ότι ούτε ο Αλέξης Τσίπρας θα καταφέρει να κλείσει σημαντικά την «ψαλίδα», ούτε ο Νίκος Ανδρουλάκης θα μπορέσει να γυρίσει το παιχνίδι ούτε ο Αντώνης Σαμαράς θα παίξει σοβαρό εκλογικό ρόλο.
Φυσικά, η πολιτική παραμένει πάντοτε μια άσκηση πιθανοτήτων. Και τα συμπεράσματα δεν βγαίνουν ποτέ προκαταβολικά. Η μόνη στιγμή που κρίνεται το σωστό και το λάθος, είναι η στιγμή που ανοίγει η κάλπη…