
EPA/JIM LO SCALZO
Οι Μπάιντεν επέστρεψαν. Κι έγιναν και πάλι σημείο αντιπαράθεσης μιας προεκλογικής εκστρατείας, δύο χρόνια σχεδόν μετά την προεκλογική κούρσα για τις προεδρικές εκλογές. Η αυτοβιογραφία της Τζιλ Μπάιντεν, View from the East Wing, τηλεοπτικές συνεντεύξεις της, οι αναρτήσεις στο X που ακολουθούν και η δημόσια εμφάνιση του ίδιου του πρώην Προέδρου των ΗΠΑ δίνουν την αίσθηση ενός πολιτικού déjà vu. Σαν να ανοίγει ξανά ένας φάκελος που οι Δημοκρατικοί είχαν αποφασίσει να βάλουν στο αρχείο.
Η έναρξη της επαναφοράς τους σηματοδοτήθηκε από την αυτοβιογραφία της Τζιλ Μπάιντεν, ένα βιβλίο που επιχειρεί να αφηγηθεί την πτώση της προεδρίας Μπάιντεν από την οπτική της πρώτης κυρίας. Η ίδια παρουσιάζει το βιβλίο ως προσπάθεια να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, ειδικά γύρω από το καταστροφικό debate του 2024 με τον Ντόναλντ Τραμπ όταν η εικόνα του Τζο Μπάιντεν προκάλεσε πανικό στους Δημοκρατικούς και άνοιξε τον δρόμο για την απόσυρσή του από την κούρσα. Η ίδια λέει ότι βλέποντάς τον φοβήθηκε πως πάθαινε εγκεφαλικό εκείνη τη στιγμή, ενώ ταυτόχρονα επιμένει ότι δεν είχε δει σημάδια γνωστικής κατάρρευσης όσο ήταν Πρόεδρος. Αυτή ακριβώς η αντίφαση είναι που έκανε πολλούς Δημοκρατικούς να αντιδράσουν. Είναι δύσκολο να την πιστέψει κάποιος.
Εν πάση περιπτώσει το πρόβλημα εδώ είναι το timing, και λιγότερο το περιεχόμενο του βιβλίου. Οι Δημοκρατικοί προσπαθούν εδώ και σχεδόν δύο χρόνια να δραπετεύσουν από το 2024 που φέρνει στο νου των ψηφοφόρων την εικόνα ενός ταλαιπωρημένου Προέδρου, την καθυστερημένη αλλαγή ενός υποψηφίου που εμφανώς αδυνατούσε να φέρει εις πέρας τις υποχρεώσεις του και την αίσθηση που είχε όλος ο πλανήτης ότι η ηγεσία του κόμματος έβλεπε το πρόβλημα, αλλά αρνιόταν να το ομολογήσει. Και ξαφνικά, λίγο πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, η Τζιλ Μπάιντεν επαναφέρει το πιο άβολο ερώτημα: ποιος ήξερε τι και πότε;
Η οικογένεια Μπάιντεν είναι σήμερα ένα πολιτικό παράδοξο για τους Δημοκρατικούς. Από τη μία, ο Τζο Μπάιντεν είναι ο τελευταίος Δημοκρατικός που νίκησε τον Τραμπ. Από την άλλη, είναι ο άνθρωπος του οποίου η επιμονή να διεκδικήσει δεύτερη θητεία συνδέθηκε με την πιο τραυματική προεκλογική ανατροπή της πρόσφατης ιστορίας του κόμματος, αλλά και των ΗΠΑ. Η Κάμαλα Χάρις πήρε τη σκυτάλη εν κινήσει, όμως αυτό έγινε πολύ αργά. Οι Δημοκρατικοί κληρονόμησαν μια ήττα που ακόμη δεν έχουν αντιμετωπίσει με θάρρος.
Γι’ αυτό και η επιστροφή των Μπάιντεν μοιάζει λιγότερο με προσωπική αποκατάσταση και περισσότερο με ανεπιθύμητη ενδοσκόπηση. Ακόμα και η εμφάνιση του Τζο Μπάιντεν σε δείπνο των Δημοκρατικών στη Νότια Ντακότα, όπου εξαπέλυσε την πιο σφοδρή επίθεσή του κατά του Τραμπ, μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο, μπορεί να θύμισε στους οπαδούς του ότι είναι εδώ ένας πολιτικός με μακρά ιστορία που μιλά τη γλώσσα της παλιάς δημοκρατικής κανονικότητας, αλλά θύμισε επίσης και στους υπόλοιπους ότι αυτή η κανονικότητα ηττήθηκε.
Το πιο δύσκολο για τους Δημοκρατικούς είναι ότι η συζήτηση για τους Μπάιντεν επαναφέρει ανοιχτά τραύματα του παρελθόντος σε ένα παρόν που διακυβεύονται οι ενδιάμεσες εκλογές. Η αδυναμία τους να πουν καθαρά τι συνέβη το 2024 δεν είναι άσχετη με τις προσπάθειές τους το 2026. Σε μια περίοδο που το κόμμα χρειάζεται μια καθαρή νίκη απέναντι στον Τραμπ, η οικογένεια Μπάιντεν επιστρέφει σαν υπενθύμιση ότι καμία πολιτική παράταξη δεν μπορεί να χτίσει το μέλλον της πάνω σε μια ήττα που δεν έχει καταλάβει.