
EPA/FILIP SINGER
Το ΝΑΤΟ μοιάζει σήμερα να φοβάται περισσότερο τη δική του διάσπαση παρά οποιονδήποτε εξωτερικό αντίπαλο. Η Σύνοδος της Άγκυρας έδειξε ότι το διακύβευμα για το ποιος είναι ο κοινός εξωτερικός εχθρός και πώς αυτός θα αντιμετωπιστεί έχει πλέον επισκιαστεί από την ανάγκη να διασφαλιστεί η συμμαχική ενότητα.
Η Σύνοδος είχε περισσότερο τα χαρακτηριστικά ενός μηχανισμού διαβούλευσης, μέσα στον οποίο οι κυβερνήσεις προσπάθησαν να συμφωνήσουν για το ποιος αποτελεί για ποιον απειλή, ποια κρίση αφορά τη συλλογική ασφάλεια και μέχρι πού φτάνουν οι υποχρεώσεις κάθε συμμάχου, και λιγότερο μια Σύνοδο κάποιων κρατών που η ύπαρξή της και μόνο θα δήλωνε πως όλα αυτά τα ζητήματα τα έχουν λυμένα.
Η επιμονή όλων στην ενότητα της Συμμαχίας αποκάλυψε παράλληλα πως αυτή η ανασφάλεια αφορά τους πάντες, κι όχι ορισμένους μόνο. Ο Ντόναλντ Τραμπ μίλησε για «πολλή αγάπη» και «πολλή ενότητα» στην αίθουσα των συναντήσεων, ενώ ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε παρουσίασε ως σημαντικό αποτέλεσμα το γεγονός ότι οι ηγέτες επαναβεβαίωσαν τη δέσμευσή τους στο Άρθρο 5, σύμφωνα με το οποίο επίθεση σε ένα μέλος θεωρείται επίθεση σε όλα.
Όμως πριν ακόμη ξεκινήσει η Σύνοδος, ο Τραμπ έφτασε στην Άγκυρα έχοντας επαναφέρει τις απαιτήσεις του για τη Γροιλανδία, έδαφος που ανήκει στο Βασίλειο της Δανίας, ενώ ταυτόχρονα συνέχιζε να επιτίθεται σε ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για το ύψος των αμυντικών τους δαπανών. Έτσι, ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής ενέργειας της Συνόδου αφιερώθηκε στην προσπάθεια να αποφευχθεί μια δημόσια ρήξη ανάμεσα στον Αμερικανό πρόεδρο και τους συμμάχους του, κάτι που αποτελεί ακόμα ένα σημείο το οποίο επιβεβαιώνει πως η διαχείριση των εσωτερικών αντιθέσεων έχει αρχίσει να γίνεται εξίσου σημαντική με τη διαχείριση των εξωτερικών απειλών.
Μάλιστα η πιο σαφής απόδειξη αυτής της πραγματικότητας ήρθε λίγο μετά το τέλος της Συνόδου, όταν ο Τραμπ, αποχωρώντας από το δείπνο των ηγετών, έδωσε εντολή για νέους βομβαρδισμούς κατά του Ιράν. Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε ήδη κατηγορήσει συμμάχους ότι απέφυγαν να βοηθήσουν την Ουάσιγκτον να κρατήσει ανοικτό τα Στενά του Ορμούζ, ενώ ο Ρούτε άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο κάποιου μελλοντικού ρόλου του ΝΑΤΟ στην περιοχή.
Η Σύνοδος κατέγραψε παράλληλα μια σταδιακή ανακατανομή των βαρών, με τους Ευρωπαίους και τον Καναδά να αναλαμβάνουν μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής στήριξης προς την Ουκρανία, δεσμευόμενοι για 70 δισ. ευρώ το 2026 και τουλάχιστον αντίστοιχη βοήθεια το 2027, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες περιορίζουν τη δική τους συμμετοχή. Οι νέες εξοπλιστικές συμφωνίες και το σύνθημα για μια «ισχυρότερη Ευρώπη μέσα σε ένα ισχυρότερο ΝΑΤΟ» αποτυπώνουν την προσπάθεια προσαρμογής σε μια εποχή κατά την οποία η αμερικανική ομπρέλα προστασίας συνοδεύεται όλο και περισσότερο από αμερικανικές απαιτήσεις.
Ο Ρούτε μπορεί να πιστωθεί ότι απέτρεψε μια δημόσια ρήξη και εξασφάλισε ένα κοινό ανακοινωθέν. Πρόκειται, όμως, περισσότερο για επιτυχία πολιτικής διαχείρισης παρά για απόδειξη πραγματικής στρατηγικής σύγκλισης. Η ενότητα διασώθηκε ακόμα μία φορά, αλλά ο τρόπος με τον οποίο την πανηγύρισαν φανερώνει πόσο εύθραυστη έχει γίνει.