
Εννέα ημέρες, 68 επιδείξεις, δεκάδες παρουσιάσεις, χιλιάδες καλεσμένοι, celebrities που προκαλούσαν μικρές λαϊκές εξεγέρσεις έξω από τα shows και μια βιομηχανία που προσπαθεί να απαντήσει σε ένα μάλλον άβολο ερώτημα. Πώς πουλάς σήμερα την ιδέα της πολυτέλειας όταν ο κόσμος έχει αρχίσει να κουράζεται από τις τιμές, τα logos και την ατελείωτη ανακύκλωση του «heritage»; Η Paris Fashion Week για την Άνοιξη/Καλοκαίρι 2027, που πραγματοποιήθηκε από τις 28 Σεπτεμβρίου έως τις 6 Οκτωβρίου, ήρθε σε μια περίοδο κατά την οποία το luxury δεν βρίσκεται ακριβώς στα καλύτερά του.
Το επίσημο πρόγραμμα ήταν μάλιστα μικρότερο από την προηγούμενη αντίστοιχη σεζόν, με 68 shows έναντι 74, ενώ η μεγάλη παρέλαση αλλαγών δημιουργικών διευθυντών που χαρακτήρισε το 2025 έχει πλέον κοπάσει. Κι όμως, το Παρίσι έμοιαζε αυτή τη φορά πολύ λιγότερο πρόθυμο να παίξει άμυνα. Η λέξη “wearable” εξακολουθεί βέβαια να ακούγεται παντού -ειδικά όταν οι μεγάλοι όμιλοι προσπαθούν να ξανακερδίσουν καταναλωτές που απομακρύνθηκαν μετά τις αλλεπάλληλες αυξήσεις τιμών.
Στη Balenciaga, για παράδειγμα, ο Pierpaolo Piccioli μίλησε για «lightness and softness», γεμίζοντας τη συλλογή του με χρώμα, άνετα tailoring, επίπεδα παπούτσια και μεγάλες τσάντες χωρίς εμφανή logos. Αλλά ταυτόχρονα συνέβαινε κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον, η μόδα ξαναγινόταν περίεργη. Όχι απλώς όμορφη, ακριβή ή Instagrammable, αλλά περίεργη, αστεία, άβολη, σέξι, μερικές φορές πολιτική και συχνά θεατρική. Σαν να υπήρχε μια συλλογική ανάγκη να επιστρέψει το ανθρώπινο χέρι, το λάθος, η υπερβολή και η παραμόρφωση σε έναν οπτικό πολιτισμό που γίνεται όλο και πιο λείος και προβλέψιμος. Αυτό φάνηκε από την κορυφή μέχρι τα άκρα του συστήματος.
Ελαφρότητα vs υπερβολή
Στον Dior, ο Jonathan Anderson συνέχισε να κάνει κάτι πολύ πιο δύσκολο από μια θεαματική επανεκκίνηση, να χτίζει σταδιακά τη δική του γυναίκα Dior. Η συλλογή του ήταν γεμάτη διάφανα υφάσματα, chiffon, πτυχώσεις, φτερά, παστέλ και ρούχα που έμοιαζαν να κινούνται χωρίς καν να κινηθεί το σώμα μέσα τους. Η ιστορική αυστηρότητα του οίκου δεν εξαφανίστηκε (υπήρχαν σακάκια, tailoring και αναφορές στις χαρακτηριστικές γραμμές του Dior), αλλά έχασε βάρος. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα νήματα ολόκληρης της εβδομάδας, λοιπόν, ήταν ότι το παλιό δεν πετάχτηκε, απλώς ξηλώθηκε και ξαναράφτηκε. Ο Anderson άφησε τα καρό και τις ρίγες να συγκρουστούν, έβαλε μεταλλικά παντελόνια με εφέ πύθωνα δίπλα σε ρομαντικές φούστες και αντιμετώπισε την κομψότητα σαν κάτι που δεν χρειάζεται πλέον να είναι άψογο. Η νέα του εκδοχή του ρομαντισμού δεν είναι η γυναίκα-πορσελάνινη κούκλα, αλλά κάποια που μπορεί να φορέσει chiffon και να αφήσει το πουκάμισό της έξω από το παντελόνι.
Λίγες ώρες αργότερα, ο Saint Laurent έκανε ακριβώς το αντίθετο, αντί να ελαφρύνει την ιστορία του, την έλουσε με χρυσάφι. Κάτω από τον Πύργο του Άιφελ, ο Anthony Vaccarello γιόρτασε 10 χρόνια στον οίκο με μια σχεδόν μονοχρωματική χρυσή παρέλαση από φορέματα, brocade φούστες, trench coats και αυστηρά σακάκια. Η Charlotte Gainsbourg εμφανίστηκε στο τέλος, ο Vaccarello βγήκε για την υπόκλιση και δέχθηκε standing ovation, ενώ οι φήμες ότι επρόκειτο για την τελευταία του συλλογή στον Saint Laurent έκαναν το show να μοιάζει περισσότερο με τελετή λήξης παρά με ακόμη μία παρουσίαση. Πάντως δύσκολα θα μπορούσε να είναι πιο Vaccarello, με Yves Saint Laurent αρχέτυπα, safari jackets, στενές γραμμές, σεξ και glamour, αλλά περασμένα μέσα από τη δική του δεκαετία στον οίκο. Χρυσός παντού και στο τέλος μαύρο, σαν να έκλειναν τα φώτα.
Τα παράξενα
Στην άλλη πλευρά του φάσματος, ο Duran Lantink απέδειξε στον Jean Paul Gaultier γιατί ήταν ίσως μία από τις πιο εύστοχες επιλογές διαδοχής των τελευταίων χρόνων. Παίζει με το αρχείο Gaultier και δεν το αντιμετωπίζει σαν μουσείο. Φυσικά υπήρχαν cone bras, αλλά υπήρχαν επίσης σουτιέν που συνδέονταν με εσώρουχα μέσω παράξενων λωρίδων υφάσματος, λουριά που σχημάτιζαν τρισδιάστατες κατασκευές μπροστά στο σώμα και ένα cropped καρό πουκάμισο μεταμορφωμένο σχεδόν σε σαλιάρα. Το αποτέλεσμα είχε χιούμορ χωρίς να μοιάζει με φάρσα και, ίσως το σημαντικότερο, αρκετά από τα ρούχα ήταν πραγματικά φορέσιμα. Ο ίδιος ο Jean Paul Gaultier παρακολουθούσε από την πρώτη σειρά και αγκάλιασε τον Lantink στο τέλος. Ο παλιός enfant terrible φαίνεται να βρήκε έναν διάδοχο που καταλαβαίνει ότι η ασέβεια είναι ο καλύτερος τρόπος να σεβαστείς τον Gaultier.

Στον Rick Owens, πάλι, κανείς δεν περίμενε φυσιολογικότητα. Το runway του Palais de Tokyo, που μοιάζει ούτως ή άλλως με διάδρομο προσγείωσης διαστημοπλοίου, γέμισε με σώματα τυλιγμένα σε πρισματικές, σχεδόν εξωγήινες κατασκευές, τούλι και ελαστικά κορδόνια που πετάγονταν καθώς τα μοντέλα περπατούσαν. Το σημαντικό όμως δεν είναι πλέον ότι ο Owens είναι “ο περίεργος”, αλλά ότι αυτή τη σεζόν ο υπόλοιπος κόσμος έμοιαζε να πλησιάζει περισσότερο προς το μέρος του.
Το ίδιο παιχνίδι με το σώμα έπαιξε και η Rei Kawakubo στην Comme des Garçons, μόνο που εκεί η ιστορία έγινε σχεδόν βασιλική παρωδία. Τεράστιοι, παραμορφωμένοι όγκοι θύμιζαν panniers, bustles και τις υπερβολικές σιλουέτες της ευρωπαϊκής αυλής του 18ου αιώνα, αλλά κατασκευασμένες με βαμβάκι και denim. Τα ρούχα ήταν τόσο μεγάλα ώστε τα μοντέλα δυσκολεύονταν να προσπεράσουν το ένα το άλλο στο στενό catwalk και αναγκάζονταν να σταματούν, να στρίβουν στο πλάι και να «διαπραγματεύονται» την κίνησή τους. Η αμηχανία μετατράπηκε άθελά της -ή ίσως όχι- σε χορογραφία κοινωνικής εθιμοτυπίας.
Στον Issey Miyake, αντίθετα, ο Satoshi Kondo έβαλε ως συνδημιουργό κάτι πολύ πιο απλό, τον αέρα. Μετά από μια πεντάλεπτη χορευτική performance της Tess Voelker και της ομάδας της με ένα τεράστιο κομμάτι υφάσματος, η συλλογή κατέληξε σε πανάλαφρα κομμάτια από nylon yarn που φούσκωναν και άλλαζαν μορφή με την κίνηση. Το ρούχο καταλάμβανε τον χώρο γύρω του και δεν ακολουθούσε απλώς το σώμα.

Και μετά υπήρχε το σεξ
Όχι όμως απαραίτητα το κραυγαλέο, «κοίτα με» σεξ των προηγούμενων σεζόν. Ο Daniel Roseberry έστησε για τη Schiaparelli ένα κομψό jazz club στο υπόγειο του Λούβρου, με μαύρο βελούδο, πολυελαίους και φωτισμένα τραπέζια, και παρουσίασε ρούχα που έπαιζαν συνεχώς με το τι αποκαλύπτεται και τι καλύπτεται. Ανδρικά σακάκια φορεμένα ανάποδα και μεταμορφωμένα σε cocktail dresses, κορσέδες με εμφανή padding στους γοφούς, πουκάμισα με σχηματισμένα στήθη, ανοιχτά σακάκια και χρυσά nipple covers. Κι όμως, προς το τέλος, τα πιο κλειστά βελούδινα σακάκια αποδείχθηκαν ίσως πιο αισθησιακά από τη γυμνότητα.
Κάτι ανάλογο δήλωνε ο Haider Ackermann στον Tom Ford. Η συλλογή του δεν ενδιαφερόταν τόσο για την πρόκληση όσο για το ρίσκο. Cut-outs, ορατά εσώρουχα, καθαρές γραμμές και μια σεξουαλικότητα καθόλου κραυγαλέα. Η γενικότερη επιστροφή του σώματος ήταν άλλωστε εμφανής σε όλη την εβδομάδα, από το underwear-as-outerwear μέχρι τις διαφάνειες και τα γυμνά σημεία, σε μια σεζόν όπου η αισθησιακή έκθεση συνυπήρχε παράξενα αρμονικά με την τεχνική δεξιοτεχνία.

Η ιστορία χορεύει
Η Miuccia Prada, από την άλλη, συνέχισε στη Miu Miu να αποδεικνύει ότι το casting μπορεί να είναι εξίσου σημαντικό με το styling. Ανάμεσα στα μοντέλα εμφανίστηκε η Olivia Colman στο catwalk, μαζί με τους Jamie Bell, Noah Jupe και Ella Bleu Travolta. Η Miu Miu έχει πλέον μετατρέψει αυτές τις απροσδόκητες συμμετοχές σε μικρή παράδοση, ενώ τα ίδια τα ρούχα κινούνταν ανάμεσα σε box-pleated φούστες και καρό σακάκια, running shorts, jeans, bombers και κρυστάλλινα babydolls. Το αθλητικό και το στολισμένο, το “κανονικό” και το ακριβό, έπαψαν να είναι αντίθετα.
Η Chemena Kamali στην Chloé βούτηξε ακόμη πιο βαθιά στο αρχείο, από το “Noel” κοστούμι του Karl Lagerfeld του 1972 μέχρι τα αδιάβροχα της δεκαετίας του 1950. Το πιο δυνατό αποτέλεσμα ήταν μια σειρά από διάφανα ή smoky vinyl raincoats, κάπες Inverness, τεράστια καπέλα ψαρά και κίτρινα ή κόκκινα αδιάβροχα που έμοιαζαν να έχουν βγει από κάποιο λιμάνι και να έχουν προσγειωθεί κατευθείαν σε ένα παριζιάνικο boudoir.
Η Balenciaga ίσως έδωσε το πιο σαφές παράδειγμα αλλαγής εποχής. Έναν χρόνο μετά την άφιξή του, ο Pierpaolo Piccioli έχει απομακρύνει αισθητά τον οίκο από τη σκοτεινή, κυνική, ειρωνική γλώσσα της εποχής Demna. Έφερε πίσω το έντονο ροζ και το cobalt, τα ρευστά φορέματα, τα μαλακά αξεσουάρ και την ιδέα ότι η πολυτέλεια μπορεί να είναι άνετη. Ακόμη και ένα φαινομενικά συνηθισμένο ροζ πουκάμισο έκρυβε κουκούλα στην πλάτη -ένα μικρό αστείο που συμπύκνωνε όλη τη μετάβαση.

Η πολιτική βρισκόταν αλλού
Η Stella McCartney αφιέρωσε τη συλλογή της στην κρίση των ωκεανών, ανοίγοντας το show με τη φωνή του David Attenborough και γεμίζοντας τα ρούχα της με κύματα, δελφίνια, καρχαρίες και όρκες. Παράλληλα επανέφερε το μόνιμο αίτημά της προς τους γίγαντες της πολυτέλειας να επενδύσουν σοβαρά σε βιώσιμα υλικά, ώστε οι εναλλακτικές λύσεις στο δέρμα και στα πετροχημικά υφάσματα να μπορούν επιτέλους να παραχθούν σε πραγματική κλίμακα.
Η Gabriela Hearst πήγε αλλού, συνεργάστηκε με την Turquoise Mountain και Αφγανές τεχνίτριες για υφάσματα, κεντήματα και παραδοσιακές τεχνικές, αφιερώνοντας ουσιαστικά τη συλλογή της στις γυναίκες του Αφγανιστάν, τις «22 εκατομμύρια μούσες» της, όπως τις χαρακτήρισε.
Αλλά το show που κατάφερε να μετατρέψει το catwalk σε καθαρή ταξική εικόνα ήρθε από τους Matières Fécales. Ο Steven Raj Bhaskaran και η Hannah Rose Dalton έστειλαν μοντέλα να περπατούν κουβαλώντας στους ώμους τους κούκλες που εκπροσωπούσαν την πλούσια ελίτ. Η συλλογή επικεντρωνόταν, σύμφωνα με τους ίδιους, στην ενδυνάμωση όσων είναι πιο ευάλωτοι μέσα στο «99%». Η Rihanna στην πρώτη σειρά εξασφάλισε φυσικά τη viral διάσταση, αλλά το ίδιο το θέαμα ήταν αρκετά δυνατό ώστε να σταθεί χωρίς celebrity βοήθεια. Σε μια βιομηχανία χτισμένη σχεδόν εξ ολοκλήρου πάνω στην επιθυμία να ανήκεις στο 1%, το να βάλεις συμβολικά το 1% στην πλάτη του 99% ήταν μια εξαιρετικά απλή και εξαιρετικά αποτελεσματική εικόνα.
Και ύστερα ήρθε η Chanel
Ο Matthieu Blazy έκλεισε ουσιαστικά την εβδομάδα στο Grand Palais με μια συλλογή 83 looks που επιβεβαίωσε ότι, έναν χρόνο μετά την ανάληψη του οίκου, δεν ενδιαφέρεται να κάνει απλώς «μια νεότερη Chanel». Tiger-print tweed, διάφανα κεντημένα skirt suits, ξεφτισμένα τελειώματα με μεταλλικές χάντρες, fluid φορέματα, cropped jackets, zebra bags και ένα σκηνικό με φεγγάρι, φωτεινούς γλάρους και σχεδόν εξωγήινο τοπίο. Η αυθεντική 2.55 τσάντα της Gabrielle Chanel από το 1955 εμφανίστηκε στο runway, ενώ ο Blazy έτρεξε στο τέλος για την υπόκλισή του υπό τους ήχους του «Gimme More» της Britney Spears.
Στο Παρίσι αρκετή από την πραγματική ενέργεια δεν προήλθε από τους τεράστιους οίκους. Οι Matières Fécales, η Vaquera και άλλοι μικρότεροι δημιουργοί έφεραν πίσω την αίσθηση ότι ένα fashion show μπορεί ακόμη να προκαλέσει. Το Vanity Fair το συνόψισε γράφοντας ότι αυτή η Paris Fashion Week «ανήκει στους freaks», δηλαδή στους σχεδιαστές που προτιμούν την αυθεντικότητα, την υπερβολή και την αναστάτωση από το ασφαλές luxury.


