Η εικόνα ενός Ντόναλντ Τραμπ που βαδίζει προς το τέλος της προεδρίας του ως ένας πολιτικά αποδυναμωμένος ηγέτης μπορεί να προκαλεί ανακούφιση σε αρκετές κυβερνήσεις. Ωστόσο, η πραγματικότητα ενδέχεται να είναι πολύ διαφορετική. Όσο αυξάνονται οι πιέσεις στο εσωτερικό και τα προβλήματα στην εξωτερική πολιτική, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος ο Αμερικανός πρόεδρος να αντιδράσει με ακόμη πιο επιθετικό και απρόβλεπτο τρόπο.
Για χώρες που βρίσκονται απέναντι στις ΗΠΑ, μια αποδυναμωμένη αμερικανική κυβέρνηση θα αποτελούσε σημαντική πολιτική και επικοινωνιακή επιτυχία. Κίνα, Ιράν και άλλοι αντίπαλοι της Ουάσινγκτον θα μπορούσαν να παρουσιάσουν την υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής ως απόδειξη ότι η πολιτική του Τραμπ απέτυχε.
Την ίδια στιγμή, οι σύμμαχοι των ΗΠΑ έχουν κάθε λόγο να ανησυχούν για μια πραγματικά αδύναμη Αμερική. Ευρώπη, Ασία και Μέση Ανατολή εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την αμερικανική στρατιωτική ισχύ και δεν είναι ακόμη σε θέση να καλύψουν πλήρως το κενό που θα άφηνε μια υποχώρηση της Ουάσινγκτον.
Αυτό που αρκετές κυβερνήσεις θα προτιμούσαν, επομένως, δεν είναι μια Αμερική χωρίς ισχύ, αλλά έναν Τραμπ που θα έχει χάσει μέρος της πολιτικής του επιρροής και θα δυσκολεύεται να επιβάλει τη βούλησή του.
Οι εκλογές και η πίεση στο εσωτερικό
Ένα ενδεχόμενο σοβαρό πλήγμα για τον πρόεδρο θα μπορούσε να έρθει από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Μια μεγάλη απώλεια για τους Ρεπουμπλικανούς θα μπορούσε να περιορίσει τον έλεγχο του Τραμπ πάνω στο κόμμα και να ενισχύσει τις αντιστάσεις στο Κογκρέσο. Παράλληλα, οι οικονομικές επιπτώσεις της πολιτικής του, αλλά και η αντίδραση των χρηματοπιστωτικών αγορών, μπορούν να δημιουργήσουν πρόσθετες πιέσεις στον Λευκό Οίκο. Ωστόσο, το γεγονός ότι ένας πρόεδρος θεωρείται "lame duck" δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα περιορίσει τις κινήσεις του. Στην περίπτωση του Τραμπ, η απώλεια πολιτικής ισχύος μπορεί να λειτουργήσει αντίστροφα και να τον οδηγήσει σε ακόμη πιο επιθετικές επιλογές.
Από το "America First" στην εκδίκηση
Η πολιτική του Τραμπ στη δεύτερη θητεία του φαίνεται να στηρίζεται σε τρεις βασικούς άξονες: το αίσθημα αδικίας απέναντι στις ΗΠΑ, την επιδίωξη αμερικανικής κυριαρχίας και, πλέον, την τιμωρία όσων θεωρεί αντιπάλους του. Ήδη από την πρώτη του θητεία υποστήριζε ότι οι ΗΠΑ είχαν επιβαρυνθεί υπερβολικά από τις σχέσεις τους με συμμάχους και εμπορικούς εταίρους. Στη δεύτερη προεδρική του περίοδο, αυτή η λογική συνοδεύτηκε από πιο έντονες αναφορές σε εδαφική και γεωπολιτική επέκταση, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τη Γροιλανδία και τη Διώρυγα του Παναμά. Παράλληλα, η σύγκρουση με το Ιράν έφερε στο προσκήνιο μια ακόμη διάσταση: την προσωπική διάθεση για αντίποινα απέναντι σε καθεστώτα που, κατά την αντίληψη του Τραμπ, έχουν προσβάλει ή απειλήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ποιοι μπορεί να βρεθούν στο στόχαστρο
Με τα Στενά του Ορμούζ να παραμένουν κλειστό και την πίεση να αυξάνεται, η οργή του Αμερικανού προέδρου στρέφεται πλέον και προς συμμάχους και εταίρους, τους οποίους κατηγορεί ότι δεν κάνουν αρκετά για την αντιμετώπιση της κρίσης. Καναδάς, Δανία, Ουκρανία, Νότια Κορέα και Κούβα είναι μεταξύ των χωρών που έχουν βρεθεί κατά καιρούς στο επίκεντρο της κριτικής του. Αντίθετα, απέναντι σε ισχυρούς ηγέτες, όπως ο Σι Τζινπίνγκ, οι κινήσεις του είναι πιθανότερο να είναι πιο προσεκτικές.
Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν ο Τραμπ θα γίνει ένας «κουτσός» πρόεδρος, αλλά τι θα κάνει εφόσον αισθανθεί ότι χάνει τον έλεγχο. Ένας πολιτικά πιεσμένος Τραμπ δεν σημαίνει απαραίτητα έναν πιο ήπιο Τραμπ. Αντίθετα, η ανάγκη να διατηρήσει την εικόνα του ισχυρού ηγέτη μπορεί να τον οδηγήσει σε ακόμη πιο σκληρές αποφάσεις, τόσο απέναντι σε αντιπάλους όσο και απέναντι σε συμμάχους.
Πηγή: Economist