Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
02.06.2026

Ο πόλεμος του Τραμπ στο Ιράν και η «σκιά» του Βιετνάμ

Θα μπορούσε η «εκδρομή» του Αμερικανού προέδρου στο Ιράν να αποτελέσει μεγαλύτερο παγκόσμιο σημείο καμπής από το Βιετνάμ;

Σε μια ομιλία του το 1965 με την οποία δικαιολογούσε τον πόλεμο στο Βιετνάμ, ο Λίντον Μπ. Τζόνσον υποστήριξε ότι ο στόχος ήταν να διασφαλιστεί πως «κάθε χώρα μπορεί να διαμορφώνει το δικό της πεπρωμένο», αφού μόνο σε έναν τέτοιο κόσμο οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν τη δική τους ελευθερία. Ωστόσο, παραδέχθηκε επίσης ότι «είναι τέτοιες οι αδυναμίες του ανθρώπου ώστε η δύναμη συχνά πρέπει να προηγείται της λογικής και η καταστροφή του πολέμου των έργων της ειρήνης».

Ήταν το είδος της κομψής δικαιολόγησης της ηθικής αποστολής της χώρας στην οποία έχουν καταφύγει κατά καιρούς οι λογογράφοι διαδοχικών Αμερικανών προέδρων σε περιόδους πολέμου.

Βέβαιοι για την απεριόριστη στρατιωτική τους υπεροχή και εμφορούμενοι από τέτοιες ευγενείς προθέσεις, οι Αμερικανοί πρόεδροι παρασύρθηκαν επανειλημμένα στην έναρξη πολέμων, μόνο και μόνο για να βρεθούν αντιμέτωποι με την αδυναμία τους να υποτάξουν έναν υποδεέστερο αντίπαλο, τον οποίο είχαν παρερμηνεύσει πλήρως.

Φαινόταν ασφαλές να υποθέσει κανείς ότι αυτή η μοίρα δεν θα έπληττε ποτέ τον Ντόναλντ Τραμπ. Ήταν αμετακίνητα αντίθετος στους ατελείωτους πολέμους που έμοιαζαν αποκομμένοι από την καθημερινότητα των υποστηρικτών του. Δεν θα ταύτιζε ποτέ τη στρατιωτική ισχύ με τη στρατιωτική νίκη.

Κι όμως, η «μικρή εκδρομή στο Ιράν» του Τραμπ, κρίνοντας από τα προσχέδια πιθανών ειρηνευτικών συμφωνιών που κυκλοφορούν, εκλαμβάνεται σχεδόν καθολικά ως ήττα. Ανεξάρτητα σχεδόν από την τελική έκβαση – πιθανότατα μια επιστροφή στο προηγούμενο στάτους κβο – ο πόλεμος φαίνεται κακοσχεδιασμένος, μνημείο συγκεχυμένων στόχων, κακού σχεδιασμού και λανθασμένων υποθέσεων.

Βεβαίως, σε κλίμακα, η σημερινή σύγκρουση δεν συγκρίνεται με τον πόλεμο του Βιετνάμ, ο οποίος διήρκεσε χρόνια, κόστισε τη ζωή σε 58.220 Αμερικανούς στρατιώτες, ενώ θεωρείται συχνά το κατεξοχήν παράδειγμα αμερικανικής αλαζονείας. Σε σύγκριση με την οδύσσεια του Βιετνάμ, το Ιράν μοιάζει περισσότερο με μια σύντομη ημερήσια εκδρομή.

Όμως, ως προς τις συνέπειες, είναι πιθανό αυτή η «εκδρομή» να αποδειχθεί το σημαντικότερο γεωπολιτικό σημείο καμπής για τη μοναδική υπερδύναμη, η στιγμή κατά την οποία οι ΗΠΑ θα αναγκαστούν να παραδεχθούν ότι διαχειρίστηκαν λανθασμένα έναν πόλεμο, όχι μόνο επειδή δεν διέθεταν πειστικό στρατιωτικό σχέδιο, αλλά και επειδή δεν είχαν μια ευρύτερη στρατηγική προσαρμοσμένη στον τρόπο λειτουργίας του σύγχρονου κόσμου. Σε έναν αλληλοσυνδεόμενο κόσμο, ο Τραμπ πιστεύει ότι η πρόοδος επιτυγχάνεται μέσω της σύγκρουσης και όχι της συνεργασίας.

Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ (Κέντρο) και ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο (Αριστερά) ακούν τον Υπουργό Άμυνας των ΗΠΑ Πιτ Χέγσεθ (Δεξιά) να μιλάει κατά τη διάρκεια συνεδρίασης του Υπουργικού Συμβουλίου στην Αίθουσα Υπουργικού Συμβουλίου του Λευκού Οίκου στην Ουάσινγκτον, 27 Μαΐου. EPA/SAMUEL CORUM

Ειρωνικά, για τον ίδιο τον Τραμπ, η σκιά του Βιετνάμ υπήρξε πάντοτε παρούσα, και όχι μόνο επειδή απέφυγε επανειλημμένα τη στράτευση. Από πολλές απόψεις, η πολιτική του απήχηση γεννήθηκε μέσα από την κληρονομιά του Βιετνάμ. Ο βραβευμένος με Πούλιτζερ ιστορικός Φρέντρικ Λόγκεβαλ, καθηγητής στο Χάρβαρντ, υποστήριξε πρόσφατα ότι «πολλά από τα προβλήματα που ταλανίζουν σήμερα την Αμερική – η αποξένωση, η πικρία, ο κυνισμός, η δυσπιστία απέναντι στην κυβέρνηση, η κατάρρευση του δημόσιου διαλόγου και των πολιτικών θεσμών, καθώς και η έλλειψη λογοδοσίας στους ισχυρούς θεσμούς – έχουν τις ρίζες τους στην εποχή του πολέμου του Βιετνάμ».

«Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι οι Αμερικανοί πέρασαν από την αφέλεια των αρχών της εποχής του Βιετνάμ στον κυνισμό – έναν κυνισμό που μας αποξενώνει από την κυβέρνηση, απειλεί τη δημοκρατία επειδή καταστρέφει την ικανότητα των πολιτών να πιστεύουν στην αλλαγή και να αγωνίζονται γι’ αυτήν», είπε.

Μέσα σε αυτό το πολωμένο πολιτικό οικοσύστημα άνθησε πολιτικά ο Τραμπ.

Είναι προφανές ότι οι εσωτερικές συνέπειες του πολέμου με το Ιράν δεν θα συγκριθούν ποτέ με εκείνες του Βιετνάμ. Ο πόλεμος ήταν πράγματι αντιδημοφιλής από την αρχή, αλλά δεν διέλυσε την κοινωνία. Μόλις 13 σοροί στρατιωτών επέστρεψαν στην πατρίδα – καθεμία μια προσωπική τραγωδία. Το περισσότερο που μπορεί να συμβεί είναι ότι ο πληθωρισμός λόγω της ενεργειακής κρίσης θα οδηγήσει σε εκλογική τιμωρία ενός ήδη αντιδημοφιλούς προέδρου στις ενδιάμεσες εκλογές.

Ωστόσο, μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι διεθνείς συνέπειες του πολέμου με το Ιράν θα αποδειχθούν πολύ πιο μακροχρόνιες. Η πτώση της Σαϊγκόν τον Απρίλιο του 1975 δεν προκάλεσε τις παγκόσμιες ανατροπές που είχαν προβλεφθεί. Η θεωρία του «ντόμινο», σύμφωνα με την οποία ο κομμουνισμός θα εξαπλωνόταν σε ολόκληρη τη Νοτιοανατολική Ασία, δεν επαληθεύτηκε, με εξαίρεση την Καμπότζη και το Λάος.

Αντίθετα, ο πόλεμος επιλογής του Τραμπ φαίνεται να αποτελεί ένα μήνυμα ήττας με επιπτώσεις σε πολλούς τομείς.

Σηματοδοτεί την κατάρρευση της εικοσαετούς ισραηλινής στρατηγικής απέναντι στο Ιράν, που στόχευε στην αλλαγή καθεστώτος, και θα επιταχύνει την ήδη ταχεία μείωση της επιρροής της παρούσας ισραηλινής κυβέρνησης στην Ουάσιγκτον. Ο Ντάνι Σιτρινόβιτς, πρώην επικεφαλής του τμήματος Ιράν στις ισραηλινές στρατιωτικές μυστικές υπηρεσίες, περιγράφει τον πόλεμο ως επιχειρησιακή επιτυχία, αλλά στρατηγική καταστροφή για το Ισραήλ.

Ο πόλεμος ωθεί επίσης τις μοναρχίες του Κόλπου να επανεξετάσουν σε βάθος τις γεωπολιτικές τους σχέσεις, συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσο η παρουσία αμερικανικών βάσεων προσφέρει πράγματι την ασφάλεια που χρειάζονται οι οικονομίες τους για να διαφοροποιηθούν.

Για τους μελετητές του πολέμου, επιβεβαιώθηκε επίσης ο ρόλος των φθηνών drones ως του μεγάλου εξισωτή στη σύγχρονη σύγκρουση – ένα μάθημα που το Ιράν φαίνεται να έμαθε καλύτερα από τον πόλεμο στην Ουκρανία απ’ ό,τι το Πεντάγωνο.

Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, υποσχέθηκε «θάνατο και καταστροφή από τον ουρανό», πλήττοντας 13.000 στόχους μόνο τον πρώτο μήνα. Όμως αυτό δεν έφερε τη νίκη· έφερε μόνο την ανησυχητική εξάντληση των αμερικανικών αποθεμάτων πυραύλων και του δημόσιου ταμείου.

Οι επιπτώσεις είναι πιθανό να πλήξουν σοβαρά και την Ευρώπη. Καθώς η συμπίεση του βιοτικού επιπέδου διαχέεται στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, οι κεντρώες κυβερνήσεις σε Γαλλία, Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο ενδέχεται να υποστούν εκλογικές ήττες που θα δοκιμάσουν την αρχιτεκτονική της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Για το αμερικανικό κατεστημένο της εξωτερικής πολιτικής, τα λάθη στο Ιράν αποτελούν την οριστική επιβεβαίωση ότι το εξαιρετικά προσωποκεντρικό και ενστικτώδες μοντέλο διπλωματίας του Τραμπ παράγει περισσότερο χάος παρά τάξη.

Σύμφωνα με τη Ρεμπέκα Λίσνερ, η οποία συντονίζει μια ευρεία επανεξέταση της αμερικανικής στρατηγικής μετά τον Τραμπ, ο πόλεμος «κατάφερε ενδεχομένως θανάσιμο πλήγμα σε μια διεθνή τάξη υπό αμερικανική ηγεσία, η οποία βρισκόταν ήδη σε μηχανική υποστήριξη».

Διαδηλωτές κρατούν εθνικές σημαίες του Ιράν, κατά τη διάρκεια συγκέντρωσης υπέρ της ιρανικής κυβέρνησης και κατά των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ στην Τεχεράνη, στις 29 Μαΐου. EPA/ABEDIN TAHERKENAREH 

Για το Ιράν, αποδυναμωμένο, φτωχότερο αλλά και ενθαρρυμένο, η πορεία παραμένει ασαφής. Η Τεχεράνη ίσως αναγκαστεί να κάνει παραχωρήσεις στο πυρηνικό της πρόγραμμα. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Αλί Βάεζ της International Crisis Group, ο πόλεμος χάρισε στο Ιράν τρία δώρα: ιδεολογική αναζωογόνηση, απαξίωση της ξένης στρατιωτικής επέμβασης στο εσωτερικό της χώρας και αποκατάσταση της αποτρεπτικής του στρατηγικής.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποίησαν το ισχυρότερο αποτρεπτικό τους μέσο απέναντι στο Ιράν – τον ίδιο τον πόλεμο – και αυτό δεν λειτούργησε.

Σταδιακά, ο Τραμπ μοιάζει να έχει διατρέξει μέσα σε λίγους μήνες όλα τα στάδια απογοήτευσης που προκάλεσε το Βιετνάμ στις ΗΠΑ: από την κλιμάκωση της σύγκρουσης και το αδιέξοδο, έως την αναζήτηση μιας ατελούς συμφωνίας εξόδου.

Όταν ο πόλεμος δεν οδήγησε στη γρήγορη κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος που περίμενε, ο Τραμπ άρχισε να αλλάζει συνεχώς τα επιχειρήματα με τα οποία τον δικαιολογούσε. Η βασική του θέση ότι «το Ιράν δεν πρέπει ποτέ να αποκτήσει πυρηνικό όπλο» παρουσίαζε αρκετά προβλήματα: το Ιράν είχε ήδη αποδεχθεί έναν τέτοιο περιορισμό στη συμφωνία του 2015, από την οποία ο ίδιος ο Τραμπ είχε αποχωρήσει κατά την πρώτη του θητεία.

Η πρώην επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Φεντερίκα Μογκερίνι υποστήριξε ότι δεν υπήρχαν αποδείξεις πως η Τεχεράνη αποτελούσε άμεση πυρηνική απειλή ή ότι η διπλωματία είχε αποτύχει. Κατά συνέπεια, χαρακτήρισε τον πόλεμο παράνομο και απερίσκεπτο από την πρώτη ημέρα.

Τελικά, ακόμα κι αν ο πόλεμος δεν μεταβάλει ριζικά τις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενδέχεται να ενισχύσει άλλους περιφερειακούς «παίχτες». Η συμμαχία της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας, του Κατάρ, της Αιγύπτου και του Πακιστάν φαίνεται ότι περιόρισε την επιστροφή του Τραμπ σε μια νέα κλιμάκωση, ενώ το μέλλον της Μέσης Ανατολής ίσως εξαρτηθεί περισσότερο από τις σχέσεις που οι χώρες αυτές θα οικοδομήσουν με το Ιράν ανεξάρτητα από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Πηγή: Guardian

Save