Το Πρόβλημα με το Σποτ του ΣΥΡΙΖΑ

Είναι ότι υποδεικνύει νέους «εχθρούς» χωρίς να ανοίγει καμία συζήτηση για τη δεδομένη μιντιακή μονοχρωμία; Ή ότι έκανε ξανά «αντιπολίτευση», μετά από καιρό, και με αυτόν τον τρόπο; Του Παναγιώτη Μένεγου.

Το πρόβλημα με το πολυσυζητημένο σποτ του ΣΥΡΙΖΑ για τους «ξεπουλημένους δημοσιογράφους» δεν είναι ότι «τους τσουβαλιάζει», ότι «δεν είναι όλοι ίδιοι», ότι «μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά» κι όσα ηρωικά λέγονται τις τελευταίες 48 ώρες για να υπερασπιστούν την, προ πολλού, χαμένη τιμή της δημοσιογραφίας - κατά κανόνα όσο πιο διαπρύσια η υπεράσπιση τόσο λιγότερο δικαιούται δια να ομιλεί η πηγή της. Η ελληνική μιντιακή μονοχρωμία είναι πια δεδομένη, σημάδι ενός αποκαρδιωτικού ελλείμματος δημοκρατίας που δυσκολεύεσαι να βρεις όμοιό του στον δυτικό κόσμο κι αποτέλεσμα μιας εντελώς διάφανης συναλλαγής που πια γίνεται σε κοινή θέα χωρίς να τηρείται κανένα πρόσχημα. Το πιο κραυγαλέο παράδειγμα είναι φυσικά η περίφημη «λίστα Πέτσα» με τα 20 εκατομμύρια της καμπάνιας/ενίσχυσης «Μένουμε Σπίτι/ Ασφαλείς», για την πλήρη δημοσιοποίηση της οποίας (με ονόματα, ποσά και διευθύνσεις) δε φαίνεται να ιδρώνουν και πολλά αυτιά αν κρίνουμε από το πόσα (και ποια) ΜΜΕ έχουν σηκώσει το θέμα.

Το πρόβλημα με το σποτ του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι προφανώς ούτε ο «αντισημιτισμός» ή ο «σεξισμός», η απόπειρα να αποδομηθεί σε αυτή τη βάση είναι ανεκδιήγητη, σχεδόν ανάξια αντιπαράθεσης. Και είναι και κάπως ενδεικτική, αν και δεν είναι αυτό το θέμα μας, του πώς αυτές οι έννοιες πια εργαλειοποιούνται δια πάσα νόσο καταλήγοντας…σε πάσαν μαλακίαν.

Το σποτ του ΣΥΡΙΖΑ είναι άστοχο. Μυωπικά προσανατολισμένο στην αρένα των σόσιαλ χωρίς να λέει κάτι χρήσιμο για τη μεγάλη εικόνα κι ανούσιο όπως σχεδόν οτιδήποτε φωνακλάδικο, φτιαγμένο για να προκαλέσει απλά εντυπώσεις και φασαρία. Και είναι κι άτολμο, στηρίζεται σε μια λογική «βαράω το σαμάρι για να τ’ ακούσει ο γάιδαρος». Είτε επειδή αυτοί που το σκαρφίστηκαν δεν μπορούν να κάνουν τον στοιχειώδη διαχωρισμό ανάμεσα στο πρεκαριάτο [που αποτελεί τη συντριπτική πλειοψηφία των media workers (και) στη χώρα μας] και στους λίγους προβεβλημένους σταρ ή μιντιάρχες (ή στην τομή τους, την -αν με ρωτάτε- μεγαλύτερη αιτία του προβλήματος). Είτε επειδή δεν το θέλουν, ξέροντας από την προηγούμενη κυβερνητική τους θητεία (ας θυμηθούμε την υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών) ότι με αυτούς τους επιχειρηματίες θα χρειαστεί να ξανακάτσουν στο τραπέζι όταν ξαναγίνουν κυβέρνηση (ή για να ξαναγίνουν).

Στην ίδια χώρα ζούμε όλοι. Σε αυτή που μεγαλοδημοσιογράφοι αποθεώνονται σε πολιτικές συγκεντρώσεις υπουργών, δημοσιογράφοι γίνονται βουλευτές και διατηρούν και μετά την εκλογή τους εκπομπές σε ειδησεογραφικούς σταθμούς, η σύζυγος του επόμενου Υπουργού Τουρισμού (;) εξομολογεί εκ βαθέων τον Πρωθυπουργό λες και δεν υπάρχει άλλος παρουσιαστής στο κανάλι της για να κάνει τη συνέντευξη, μιντιάρχες ξεκατινιάζονται στο Twitter για το ποιος παίρνει διαφήμιση με πιο αδιαφανή τρόπο, ο «βασιλιάς της πρωινής ζώνης» με βαριά καρδιά «απολογείται» στον πρωθυπουργό γιατί δεν ήταν τελικά ανάμεσα στους 28 δημοσιογράφους που στόλισαν τα ψηφοδέλτια της ΝΔ. Στη χώρα που η αναδιαρθρωση του τηλεοπτικού τοπίου πήγε να γίνει με εγγυήσεις… βοσκοτόπια, αμφιλεγόμενες εκθέσεις του Πανεπιστημίου της Φλωρεντίας και την ΕΡΤ σταθερά μηχανισμό προπαγάνδας. Στη χώρα που οι λέξεις «ευθιξία» και «δεοντολογία» δεν έχουν πια καμία αναφορά, η ΕΣΗΕΑ είναι διακοσμητική χωρίς καμία πρωτοβουλία παρέμβασης (και η «ΝΕΑ ΕΣΗΕΑ» που θέλει να αλλάξει την κατάσταση προτείνει «να κόψουν τα ΜΜΕ γενικά τον ΣΥΡΙΖΑ», πόσο άλλο να πονέσουν τα μυαλά μας άραγε;). Στη χώρα που τα μίντια υπάρχουν πια για να ντοπάρουν στρατευμένους χουλιγκάνους σε όλα τα επίπεδα, από την πολιτική μέχρι την μπάλα. Ναι, με εξαιρέσεις. Ελάχιστες.

Τι προσφέρει όμως ο ΣΥΡΙΖΑ με το σποτ σε αυτήν την κατάσταση; Τι αποκαλύπτει; Ποια συζήτηση ανοίγει; Μήπως εξηγεί στον κόσμο ότι οι «ειδήσεις» που σερβίρονται στο timeline του καθημερινά είναι copy-paste τερατουργήματα που έχουν περάσει δεκάδες χέρια spinning; Ότι για να καταλάβουμε αν γίνονται ή όχι Καλλιτεχνικά στο Λύκειο περιμέναμε δυο μέρες να το αποφασίσουν τα Ελληνικά Hoaxes; Ότι η δημοσιογραφική έρευνα γίνεται σιγά σιγά πολυτέλεια ή χόμπι, παντελώς ασύμφορη στη σύγχρονη ψηφιακή πραγματικότητα των δημοσιογραφικών sweatshops που κάνουν αποκλειστικά «ροή» πληρώνοντας τρεις κι εξηντα (κι όλα αυτά φυσικά θα επιδεινωθούν με τη νέα κρίση); Ότι με την επικοινωνία να έχει επιβληθεί πλήρως της ενημέρωσης δεν μπορούμε να εξηγήσουμε στο κοινό τι δουλειά κάνουμε και γιατί να την εκτιμήσει (ή να την πληρώσει);

Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι δεν είναι δουλειά ούτε του ΣΥΡΙΖΑ να τα εξηγήσει όλα αυτά, πόσο μάλλον σε ένα σποτ ενός λεπτού (Μπορεί να είναι κι έτσι, επιτρέψτε μου όμως πολύ να αμφιβάλλω ότι τα στελέχη ενός κόμματος που γιγαντώθηκε από την πόλωση «ή μαζί μας ή εναντίον μας», έστω τα αντιλαμβάνονται.) Αντ’ αυτού, ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε με το σποτ να παίξει το ίδιο χαρτί κοινωνικού αυτοματισμού με το οποίο επέστρεψε στην εξουσία η ΝΔ και να υποδείξει τους επόμενους ανώνυμους «εχθρούς» - ανάμεσά τους και τα «ΑΡΔακια» που ανεβάζουν 20 πόστ σε μια ώρα για να πάρουν σκάρτα 6-7 κατοστάρικα. 

Στον ΣΥΡΙΖΑ πιστεύουν ότι η στρατηγική της κυβέρνησης, με σύμμαχο τα κυρίαρχα μίντια, είναι να τους εξαφανίσουν.  Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος πριν λίγους μήνες το έλεγε στην Popaganda: «Πρόκειται για παγκόσμιο φαινόμενο: η βασική αντιπολίτευση σε πολλά αριστερά κόμματα γίνεται από τα ΜΜΕ κι όχι από τους πολιτικούς τους αντιπάλους». Από την άλλη, η κοινή γνώμη φαίνεται να συγκλίνει στο ότι, προφανώς και λόγω της πανδημίας, ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει «χλιαρή αντιπολίτευση». Αν το δει λοιπόν κανείς υπό αυτό το πρίσμα, έχουμε ανατροπή. Το σποτ υπήρξε μάλλον επιτυχημένο: ο ΣΥΡΙΖΑ ακούστηκε. 

Μήπως αυτό, κι όσα συνεπάγεται, είναι τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα; Του σποτ, της δημοσιογραφίας, της πολιτικής, όλων μας;

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΛΑ ΓΚΡΕΚΑ ΜΠΕΛΕΤΣΑ
NEWS
MOST SHARED
JUST PUBLISHED