
Δεν ξέρω αν φταίει η ηλικία ή αν απλώς έχουμε αρχίσει να νοσταλγούμε έναν κόσμο που χάθηκε πολύ πιο γρήγορα απ' όσο καταλάβαμε, αλλά όσο περνούν τα χρόνια, όλο και περισσότερο σκέφτομαι το καλοκαίρι του 2015 στη Δονούσα. Ήταν από εκείνα τα ταξίδια που δεν είχαν κανένα πρόγραμμα (πήγα για 4 μέρες και έμεινα έναν μήνα), δεν είχαν ιδιαίτερες ανέσεις και σίγουρα δεν είχαν την εμμονή της συνεχούς καταγραφής. Στήσαμε τις σκηνές μας στον Κέδρο, κάναμε ημιελεύθερο κάμπινγκ, ζούσαμε χωρίς καν μαγιό, με ένα παρεό και λίγα ρούχα, ενώ το πιο πολύτιμο πράγμα που είχαμε μαζί μας –χωρίς τότε να το καταλαβαίνουμε– ήταν η έλλειψη... μπαταρίας λιθίου. Με λίγα λόγια... κλειστό κινητό.
Οι πρίζες ήταν ελάχιστες και για να φορτίσεις το κινητό έπρεπε να περιμένεις τη σειρά σου, να ελπίζεις ότι θα βρεις ελεύθερη μία θέση ή να κάνεις μια μικρή εκδρομή μέχρι τη χώρα ή κάποια ταβέρνα. Η εύκολη λύση ήταν να το έχεις κλειστό. Έτσι κι αλλιώς, δεν υπήρχε λόγος να είναι ανοιχτό, το ανοίγαμε μία φορά το πρωί και μία το βράδυ, απλώς για να βεβαιωθούμε ότι δεν είχε συμβεί κάτι στους δικούς μας πίσω στην Αθήνα. Αν όλα ήταν καλά, το ξανακλείναμε χωρίς δεύτερη σκέψη.
Και κάπως έτσι συνέβη κάτι που σήμερα μοιάζει σχεδόν αδιανόητο. Ολόκληρη η μέρα ανήκε αποκλειστικά σε ό,τι συνέβαινε μπροστά μας. Δεν υπήρχε η ανάγκη να ενημερωθούμε για το τι κάνουν εκατοντάδες άνθρωποι που βρίσκονταν χιλιόμετρα μακριά, δεν υπήρχε η διαρκής διακοπή μιας ειδοποίησης, ενός email, ενός μηνύματος ή ενός βίντεο που πρέπει σώνει και ντε να δούμε γιατί είναι βάιραλ. Υπήρχε μόνο η θάλασσα, η παρέα και οι άνθρωποι που γνωρίζαμε κάθε μέρα. Και τους γνωρίζαμε ουσιαστικά, κοιτούσαμε τα πρόσωπά τους, ακούγαμε ιστορίες από τη ζωή τους χωρίς να μας αποσπά την προσοχή το κινητό, παρατηρούσαμε εκφράσεις, βλέμματα, σιωπές. Μαθαίναμε τους άλλους πραγματικά, όχι επιφανειακά.
Θυμάμαι ότι μέσα σε λίγες μόνο ημέρες ξέραμε για ανθρώπους, που μέχρι πριν από μία εβδομάδα ήταν παντελώς άγνωστοι, πράγματα που σήμερα δυσκολεύεσαι να μάθεις ακόμη και για φίλους χρόνων. Μιλούσαμε ασταμάτητα. Για σχέσεις, οικογένειες, μουσική, πολιτική, όνειρα, απογοητεύσεις, ταξίδια, φόβους, δουλειές. Κάθε κουβέντα οδηγούσε στην επόμενη, χωρίς κάποιος να σταματά ξαφνικά για να απαντήσει σε ένα μήνυμα ή να χαθεί για δέκα λεπτά στο Instagram. Οι συζητήσεις κυλούσαν με τον ίδιο φυσικό τρόπο που κυλούσε και ο χρόνος στο νησί.

Και όσο περνούσαν οι μέρες, τόσο γεννιόταν κάτι που σήμερα μου λείπει αφάνταστα, η αίσθηση της κοινότητας. Ήμασταν μια μικρή κοινωνία πλέον και όχι απλώς μία παρέα. Αν κάποιος είχε ξεμείνει από νερό ή πάγο, κάποιος άλλος θα βοηθούσε. Αν χρειαζόταν καφέ, υπήρχε πάντα ένα μπρίκι διαθέσιμο. Αν κάποιος ήθελε να πάει μέχρι στη Χώρα, πάντα βρισκόταν κάποιος να τον συνοδεύσει. Εμφανίζονταν από το πουθενά επιτραπέζια παιχνίδια, τράπουλες, τάβλια, κιθάρες και αυτοσχέδια παιχνίδια που κρατούσαν ώρες. Ακόμα και αυτοσχέδια καραόκε με ένα ηχειάκι και πολλά πάρτυ μέχρι το ξημέρωμα (στα οποία ΟΛΟΙ χόρευαν έξαλλα). Δεν υπήρχε κανείς που να κάθεται απομονωμένος κοιτώντας μια οθόνη, γιατί πολύ απλά η ζωή συνέβαινε εκεί που ήμασταν.
Έχω λίγες φωτογραφίες από εκείνες τις ημέρες, θυμάμαι όμως ακριβώς τα πρόσωπα, τις φωνές, τα αστεία, τα γέλια πάνω από τους τηγανιτούς γίγαντες στην Κόρη του Μιχάλη, τη Δονούσα Μάγισσα που μας πήγαινε μέχρι το Λιβάδι, τη γκρίνια όταν είχαν μείνει μόνο 2 μερίδες μπιφτέκια στον Μήτσο στην Καλοταρίτισσα και ήμασταν έξι στο τραπέζι, τις νυχτερινές βουτιές με το φωσφοριζέ φυτοπλαγκτόν και τις περσίδες να πέφτουν ασταμάτητα, το πιο φωτεινό milky way που έχω δει σε νυχτερινό ουρανό και την ανάλυση των γκομενικών μας κάτω από αυτό και γενικά τόσα γέλια και κουβέντες κάτω από τα αστέρια. Θυμάμαι ανθρώπους που γνώρισα εκεί και εξακολουθούν να είναι στη ζωή μου έντεκα χρόνια μετά. Και δεν πιστεύω ότι είναι σύμπτωση. Όταν αφιερώνεις πραγματικό χρόνο στον άλλον, χωρίς περισπασμούς, οι σχέσεις αποκτούν βάθος με έναν τρόπο που δύσκολα μπορεί να συμβεί στην καθημερινότητα.
Η επιστήμη εξηγεί ένα κομμάτι από αυτό που τότε βιώναμε εντελώς ενστικτωδώς. Έρευνες έχουν δείξει ότι μερικές ημέρες στη φύση, χωρίς τεχνητό φωτισμό και χωρίς τη συνεχή έκθεση στις οθόνες, μπορούν να επαναφέρουν τον κιρκάδιο ρυθμό του οργανισμού. Άνθρωποι που πέρασαν μία εβδομάδα κάνοντας κάμπινγκ χωρίς κινητά και τεχνητό φως συγχρόνισαν ξανά το βιολογικό τους ρολόι με τον φυσικό κύκλο της ημέρας. Ο οργανισμός τους άρχισε να παράγει μελατονίνη νωρίτερα, να νυστάζει φυσιολογικά όταν έπεφτε το σκοτάδι και να ξυπνά πιο ξεκούραστος με το πρώτο φως. Κι αν σε αυτό προσθέσει κανείς τη μείωση του άγχους που προκαλεί η αδιάκοπη ροή πληροφοριών, την απουσία ειδοποιήσεων και το γεγονός ότι ο εγκέφαλος σταματά να αλλάζει εστίαση κάθε λίγα δευτερόλεπτα, γίνεται εύκολο να καταλάβει γιατί ακόμη και λίγες ημέρες μακριά από το κινητό μοιάζουν σαν πραγματική αποτοξίνωση.
Δεν λέω ότι πρέπει όλοι να πετάξουμε τα smartphones στη θάλασσα ή να εξαφανιστούμε για έναν μήνα σε μια παραλία χωρίς ρεύμα, αναρωτιέμαι όμως πόσο διαφορετικές θα ήταν οι φετινές μας διακοπές αν βάζαμε ένα πολύ απλό όριο. Αν το κινητό άνοιγε μόνο δύο φορές τη μέρα για λίγα λεπτά ( ίσα για να τσεκάρουμε αν έχει συμβεί κάτι πίσω στο σπίτι μας) και να μην είναι σε μόνιμο ON mode. Αν αντί να φωτογραφίζουμε το κάθε τι τριγύρω αδιάκοπα, απλώς χαλαρώναμε και το κοιτούσαμε. Αν αντί να μοιραζόμαστε κάθε στιγμή με τους ανθρώπους που βρίσκονται μακριά (και κάποιοι από αυτούς μάλιστα μπορεί να περνούν κάποιο ζόρι και να μην χαίρονται και τόσο με τη χαρά μας), να τη ζούσαμε πραγματικά και ουσιαστικά με εκείνους που βρίσκονται δίπλα μας. Να μείνουν αυτές οι αναμνήσεις στο μυαλό΄μας και όχι το χέρι μας σε ένα κινητό.
Οι καλύτερες διακοπές είναι εκείνες στις οποίες, έστω για λίγες ημέρες, θυμόμαστε πώς είναι να είμαστε πραγματικά παρόντες και οι πιο δυνατές αναμνήσεις δημιουργούνται όταν ξεχνάμε ότι έχουμε το κινητό μαζί μας. Δεν είναι τυχαίο που όποιος με ρωτάει ποιο ήταν το αγαπημένο μου καλοκαίρι, θα απαντήσω “Τον Αύγουστο του 2015”.