
Yπάρχει κανένας εκεί έξω που να αντιπαθεί τον Μίλτο Τεντόγλου; Εάν η έλλειψη haters ήταν Ολυμπιακό άθλημα, ο ασυναγώνιστος πρωταθλητής από τα Γρεβενά θα διεκδικούσε με αξιώσεις άλλο ένα χρυσό μετάλλιο. Και σίγουρα θα κατέρριπτε το πανελλήνιο ρεκόρ, αυτό που για κάποιον ανεξιχνίαστο λόγο δεν μπορεί να πετύχει στο μήκος!
Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να κάνω την αρχή. Εγώ δεν τον πολύ-συμπαθώ, τον Μίλτο Τεντόγλου. Και ψάχνω συνοδοιπόρους για να ξεκινήσουμε κίνημα . Σταθείτε, μη φεύγετε. Αφήστε με να σας εξηγήσω πρώτα. Μη φεύγετε, λέμε. Δυο λεπτά θα κάνω και μετά θα φύγω εγώ.
Το πρόβλημά μου είναι το εξής. Με το sui generis στυλάκι του και με τις αμίμητες εξωαγωνιστικές μανιέρες του, ο Μίλτος ενθαρρύνει το λάθος αισθητήριο του Έλληνα. Στο μυαλό του παροιμιώδους μέσου ανθρωπάκου, ο Τεντόγλου είναι αυτός που νικάει τους κουτόφραγκους κάνοντας χαβαλέ. Ο αμίμητος, ο απολαυστικός, ο αφοπλιστικός, το αχτένιστο παιδί της διπλανής πόρτας.
Που ξυπνάει στις 12 και πηγαίνει για προπόνηση μόνο και μόνο για να αποφύγει τις αγριοφωνάρες του Πομάσκι. Που πάει στον αγώνα και κερδίζει φορώντας μαύρο γυαλί και σαγιονάρες. Που καμιά φορά θα μπερδευτεί και θα πάει σε λάθος γήπεδο ή θα πάρει μαζί του βατραχοπέδιλα αντί για αθλητικά παπούτσια. Που δεν θυμάται καν τα ονόματα των αντιπάλων του και δεν χρειάζεται να τα μάθει. Που μέσα από την αθλητική φόρμα φοράει τις πιτζάμες του. Που γεννήθηκε με γαλάζιο αίμα και με κάτι καρύδια ναααα, ακριβώς επειδή είναι προικισμένος με το περιούσιο dna του Έλληνα.
Και εδώ ακριβώς είναι ο κίνδυνος. Ο Έλληνας που βλέπει στον Μίλτο Τεντόγλου ένα ευλογημένο παιδί των θεών του Ολύμπου, έναν τύπο που δεν χρειάζεται καν να ιδρώσει για να γίνει Ολυμπιονίκης, κάνει το μεγαλύτερο σφάλμα στην ιστορία των σφαλμάτων. Η χορδή που αγγίζει ο Τεντόγλου στο θυμικό αυτού του ανεύθυνου λαού που έχει μάθει να προοδεύει μόνο με κουτοπονηριές και παρακαμπτήριες ντρίμπλες είναι η λάθος χορδή, η τελευταία χορδή που ο Έλληνας χρειάζεται ενεργή. Αυτόν τον κακομαθημένο λαό δεν πρέπει να τον κακομαθαίνουμε άλλο.
Ο ίδιος ο Μίλτος δεν νοιάζεται καθόλου για όλα αυτά, για να μη σας πω ότι του αρέσει να «μας παίζει» και λίγο, σαν ήρωας γιαπωνέζικου καρτούν με ελληνικό αξάν. Πρέπει δηλαδή τώρα να πιστέψουμε ότι ακούμπησε το μετάλλιό του σε κάποιο πεζούλι και το ξέχασε εκεί;
Θα τον συμπαθήσω (πολύ περισσότερο από ότι τον συμπαθώ ήδη) τον Μίλτο, όταν βγει να δηλώσει -με δικά του λόγια- τα εξής:
«Γκάις, μη με βλέπετε έτσι που κυκλοφορώ σαν αγουροξυπνημένος και μιλάω σαν παραλίας. Δεν είμαι χαβαλές ούτε ξυπνάω μεσημέρι. Γυμνάζομαι σαν σκυλί και κάνω θυσίες αδιανόητες. Ρομπότ είμαι, μη σας ξεγελάνε η σάρκα και τα οστά. Κανένας δεν παίρνει μετάλλια χωρίς ατελείωτες ώρες προπόνησης. Εάν θέλετε να μου μοιάσετε, αφήστε το κινητό και στρωθείτε νυχθημερόν στη δουλειά. Ωραία η πλάκα, αλλά αν τεμπελιάσω για δέκα μέρες θα βγω δωδέκατος. Όσο για εκείνο το μετάλλιο, όχι, δεν το παράτησα πουθενά. Στην τσέπη μου το είχα, αλλά είπα να κάνω καλαμπούρι για να γελάσουμε λίγο. Στη μικτή ζώνη ξαναγίνομαι Μίλτος, αλλά στον αγώνα και στην προπόνηση είμαι πάντοτε Τεντόγλου».