
Ακολουθώντας τα διδάγματα ψυχρότητας του Μίκαελ Χάνεκε, ο Κωνσταντάτος προσφέρει ένα δείγμα καρποφόρας μετεγγραφής του εν λόγω στυλ.Τρεις διαφορετικοί άνθρωποι, ένας μαθητής, μια δικηγόρος και ένας ψιλικατζής, με διαφορετικά backgrounds, βιώνουν αυτόν τον καθημερινό πνιγμό σιωπηλά. Ποτέ δε ραγίζουν, παραμένοντας στωικά σιωπηλοί. Οι καθημερινότητές τους αφόρητα πληκτικές και απελπισμένες, χωρίς καμία υποψία εκτόνωσης. Πίσω από τη βωβή αντιμετώπιση των πραγμάτων, κρύβουν ένα πρόσωπο λυσσασμένο, με περιστασιακά ξεσπάσματα, αποτρόπαια, σε ανθρώπους και αντικείμενα. Κίνηση ψυχικής ανάγκης ή προσπάθεια επιτέλους να ακουστούν; Πραγματικότητα ή εξπρεσιονιστική απεικόνιση; Αυτό είναι πάντα στην κρίση του θεατή να αποφασίσει πως θέλει να δει την καθημερινότητα των ηρώων και, κατ’ επέκταση, τη δική του. Ακολουθώντας τα διδάγματα ψυχρότητας του Μίκαελ Χάνεκε, ο Κωνσταντάτος προσφέρει ένα δείγμα καρποφόρας μετεγγραφής του εν λόγω στυλ. Με τα αργά, παρατηρητικά του πλάνα, στα οποία υπάρχει ένας διαρκής και, ως επί το πλείστον, ανεκδήλωτος συναισθηματικός αναβρασμός, φέρνει στο προσκήνιο μια πραγματικότητα υπαρκτή μα συνάμα ανεκλάλητη. Εμπειρικά κενή και αρκούντως μοναχική για να οδηγήσει σε μια βίαιη παραφροσύνη. Η ανέκφραστη τριάδα είναι η ωρολογιακή βόμβα που όλοι περιμένουν πότε θα εκραγεί μα δε γνωρίζουν τον ακριβή χρόνο. Και η έκρηξή της προκαλεί καταστροφές απάνθρωπου βεληνεκούς.
Το Luton είναι η ταραγμένη διανοητική κατάσταση του αγανακτισμένου ατόμου.Άλλη μια συγγένεια του Κωνσταντάτου με το Χάνεκε βρίσκεται στην αντιμετώπιση της βίας. Ως ένα ορμέμφυτο του ανθρώπου, που πάντα αναζητά την κατάλληλη εκτόνωση και όταν καταπνίγεται γεννά τερατουργήματα. Ως παράγωγο μιας κοινωνίας που οποιαδήποτε άλλη λύση φαντάζει ανεπαρκής, καθώς δεν πρόκειται να αναγνωριστεί από κανέναν. Το γεγονός, μάλιστα, πως από ένα σημείο και έπειτα η πραγματικότητα με το φαντασιακό συμπλέκονται επικίνδυνα, καθιστώντας σχεδόν αδύνατο τον καθορισμό του πραγματικού ή μη πραγματικού των απεικονιζόμενων βιαιοτήτων (αν και ορισμένα γεγονότα τείνουν να δείξουν πως όντως συνέβησαν τα όσα παρακολουθήσαμε) δίνει έναν τόνο θολό, αντιστοιχίζει το υποσυνείδητο του θεατή με των πρωταγωνιστών, χωρίς να καταφεύγει σε άστοχα εξοβελισμένες αμεσότητες. Ψέγμα ενδέχεται να αποτελέσει η ίσως υπερβολική απεικόνιση των κρουσμάτων βίας και η θεωρία ότι ίσως παραμένει σχετικά καταγγελτικό στα εν λόγω κρούσματα. Δε γίνεται ξεκάθαρο αν ο σκηνοθέτης καταδικάζει ή προσπαθεί να ευαισθητοποιήσει με αυτές τις πράξεις. Ενδεχομένως να μην υπάρχει πρόθεση για κάτι τέτοιο, αλλά με τη φρικιαστική παρουσίασή τους πολλοί ίσως τείνουν προς αυτή τη σκέψη. Μια ταινία που απευθύνεται, ως επί το πλείστον, στο μετεφηβικό κοινό, το οποίο μπορεί να συνδεθεί πιο άμεσα με το περιεχόμενο και την ανορθόδοξη οπτική της βίας σε σχέση με τους μεγαλύτερους ηλικιακά.

Είναι σίγουρο πως δεν μπορεί να αφήσει παγερά αδιάφορο κανέναν, και αυτό από μόνο του αποτελεί μια νίκη έναντι παρομοίων πρόσφατων ταινιών.Το Prisoners πράγματι θυμίζει τι έλειπε εδώ και πολλά χρόνια από τα αστυνομικά θρίλερ: ένα διαρκώς υποβόσκον σασπένς και μια ιστορία που προχωρά βραδέως με συνταρακτικές, κάθε φορά, προσθήκες στα όσα ήδη γνωρίζουμε. Η ατμοσφαιρική βραδύτητά του, μάλιστα, χρησιμοποιείται σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο θεατής να νιώθει διαρκώς ένα τυραννικό μαστίγωμα, το οποίο πρέπει να υπομείνει αν θέλει να μάθει την κατάληξη της ιστορίας. Σε αυτό, βεβαίως, βοηθά η φιντσερική αισθητική. Μουντά χρώματα, καταρρακτώδης βροχή, έντονες αντιθέσεις φωτός και χρήση, όπου είναι δυνατόν, φυσικού φωτισμού. Δε θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί πως αυτή η ταινία ενδεχομένως να κατατροπώνει τα πιο πρόσφατα δημιουργήματα του πάλαι πότε μαιτρ του σασπένς, Ντέιβιντ Φίντσερ. Το λιθαράκι τους βάζουν και οι ταιριαστές ερμηνείες του διαλεχτού καστ. Ο Χιού Τζάκμαν παραφέρεται σε βαθμό που παύει να θυμίζει έλλογο ον και μοιάζει περισσότερο με άγριο ζώο σε λυσσική έξαρση. Ο Τζέικ Γκίλενχαλ ενηλικιώνεται, απεκδύεται της εφηβικής ρεμπελιάς του Ντόνι Ντάρκο και παρουσιάζεται ως ψυχρός επιθεωρητής χωρίς παρελθόν. Κάποιοι μπορεί να θεωρήσουν ελλιπή ανάπτυξη χαρακτήρα αυτή την επιλογή, μα μόνο με τη συγκεκριμένη απεικόνιση θα μπορούσε να αποτελεί έναν άφοβο επαγγελματία, δυνάμενο να παρέχει μια λύση. Και, φυσικά, ο Πωλ Ντέινο πείθει πως πρόκειται για δυνάμει βιαστή/ψυχολογικά και διανοητικά διαταραγμένο άτομο με τα γυάλινα μάτια του και το τρομακτικά ανέκφραστο πρόσωπό του.
Δε θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί πως αυτή η ταινία ενδεχομένως να κατατροπώνει τα πιο πρόσφατα δημιουργήματα του πάλαι πότε μαιτρ του σασπένς, Ντέιβιντ Φίντσερ.Τέλος, η βία. Τέτοια βία δεν έχουμε δει πρόσφατα, απάνθρωπη, άμεση, να σε κάνει να απορείς ποιος τελικά είναι πιο άνθρωπος. Ο απελπισμένος πατέρας που δε δείχνει να λογαριάζει τίποτα προκειμένου να σώσει το παιδί του, ή το άτομο με ειδικές ανάγκες που δείχνει να μην καταλαβαίνει την ίδια του την ύπαρξη; Ρεαλιστικότατη, όπως και η προσέγγιση των τραυμάτων που μπορεί να αφήσει μια ανάλογη εμπειρία. Οι κατηγορίες που μπορεί να απαγγελθούν σε σχέση με τις επιλογές του Βιλνέβ είναι ο υπερβολικά αργός τόνος του, που σίγουρα θα εξαντλήσει γρήγορα τους λιγότερο υπομονετικούς και ίσως το κάπως «κενό» στις προϊστορίες των χαρακτήρων σενάριο, χάριν του χτισίματος μιας ολοκληρωμένης ιστορίας. Είναι νωρίς ακόμα για να κατανοηθεί αν πρόκειται για στιγμιαίο ενθουσιασμό ή μια συγκαιρινή μας κινηματογραφική έκλαμψη. Το σίγουρο είναι πως δεν μπορεί να αφήσει παγερά αδιάφορο κανέναν, και αυτό από μόνο του αποτελεί μια νίκη έναντι παρομοίων πρόσφατων ταινιών.
Στην επόμενη σελίδα: Το Παρελθόν και Εγώ, ο Απαισιότατος 2