
Τους IAMX τους ανακάλυψα (να 'ναι καλά η Νάνσυ) το 2006 και θυμάμαι πολύ καλά εκείνη την υπέροχη αίσθηση που έχεις όταν πέφτεις πάνω σε κάτι που δεν μοιάζει ακριβώς με τίποτα από όσα ακούς εκείνη την περίοδο. Σκοτεινό αλλά όχι goth με τη στενή έννοια, ηλεκτρονικό αλλά όχι αποστειρωμένο, σεξουαλικό χωρίς να προσπαθεί να γίνει sexy, θεατρικό χωρίς να καταλήγει γελοίο και πάνω απ' όλα αυτή η μοναδική φωνή.
Ο Chris Corner δεν είχε εμφανιστεί από το πουθενά. Ήταν ένας από τους ανθρώπους πίσω από τους Sneaker Pimps, το βρετανικό συγκρότημα που στα μέσα των 90s είχε βρεθεί μέσα στην έκρηξη του trip-hop με το Becoming X και κομμάτια σαν το “6 Underground” και το “Spin Spin Sugar”. Στο πρώτο άλμπουμ η φωνή που είχαμε συνδέσει περισσότερο με τους Sneaker Pimps ήταν εκείνη της Kelli Dayton, όμως στη συνέχεια ο Corner πέρασε μπροστά στο μικρόφωνο και έγινε ο lead singer του γκρουπ, τραγουδώντας στα Splinter και Bloodsport. Είχε έρθει πρώτη φορά με το συγκρότημα στο Ρόδον στα τέλη των ‘90s και μπροστά σε μόλις 20 άτομα (ένα από αυτά ήμουν κι εγώ), έδωσε ένα από τα πιο συγκλονιστικά performances που έχω δει ποτέ.

Λίγα χρόνια αργότερα αποφάσισε ότι αυτό το όχημα δεν μπορούσε πια να τον πάει εκεί όπου ήθελε, έτσι το 2004, γεννήθηκαν οι IAMX. Όταν τους βρήκα εγώ, δύο χρόνια αργότερα, είχαν ήδη κυκλοφορήσει το Kiss + Swallow και το The Alternative. Το δεύτερο ήταν το άλμπουμ που έκανε το πράγμα επικίνδυνα εθιστικό με τα: “President”, “The Alternative”, “Nightlife”, “Spit It Out”, “After Every Party I Die”. Τραγούδια που ακούγονταν σαν να είχαν γραφτεί σε κάποιο υπόγειο του Βερολίνου στις τέσσερις το πρωί, όταν έχεις πιει πολύ, έχεις ερωτευτεί τον λάθος άνθρωπο και ξαφνικά έχεις αποφασίσει ότι η παρακμή είναι τρόπος ζωής.
Δεν είναι εντελώς τυχαίο. Ο Corner είχε μετακομίσει στο Βερολίνο το 2005 και το The Alternative γεννήθηκε μέσα σε εκείνη την περίοδο. Στα credits του δίσκου υπάρχουν τρεις λέξεις που περιγράφουν σχεδόν τέλεια ολόκληρο το σύμπαν των IAMX: «Rapture, Insomnia and Berlin». Ε, τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Αυτό που κατάφερε ο Chris Corner με τους IAMX δεν ήταν απλώς να φτιάξει άλλο ένα electro project μετά τους Sneaker Pimps. Έφτιαξε έναν ολόκληρο κόσμο. Ένα alter ego μέσα στο οποίο μπορούσε να χωρέσει όλα όσα ίσως δεν χωρούσαν σε ένα κανονικό συγκρότημα: ηλεκτρονική μουσική, industrial θόρυβο, synthpop, darkwave, punk ενέργεια, cabaret, ανδρόγυνη αισθητική, σεξ, πολιτική, εμμονή, ευαλωτότητα, θυμό και κυρίως μια αίσθηση απόλυτης έκθεσης.
Η μουσική των IAMX δεν κρατάει τον ακροατή σε ασφαλή απόσταση. Ο Corner γράφει σαν κάποιος που ανοίγει συρτάρια τα οποία οι περισσότεροι προτιμάμε να έχουμε κλειδωμένα. Σχέσεις, επιθυμία, εξουσία, φόβος, απομόνωση, η ανάγκη να ανήκεις κάπου και την ίδια στιγμή να θέλεις να φύγεις από όλους. Γι' αυτό και πίσω από όλο το μακιγιάζ, τα φώτα, τα κοστούμια και την υπερβολή υπάρχει κάτι παράξενα ανθρώπινο.

Άντεξαν στον χρόνο
Από το Kingdom of Welcome Addiction και το Volatile Times μέχρι το The Unified Field, το Metanoia, το Alive in New Light και τα πιο πρόσφατα Fault Lines¹ και Fault Lines², ο Corner δεν έδειξε ποτέ ιδιαίτερο ενδιαφέρον να γίνει πιο εύπεπτος. Αντιθέτως, συνέχισε να σκάβει βαθύτερα στον δικό του ήχο, να παράγει ο ίδιος τη μουσική του, να δημιουργεί μεγάλο μέρος του οπτικού κόσμου των IAMX και να αντιμετωπίζει το project όχι σαν ένα συγκρότημα αλλά σαν ένα έργο που βρίσκεται μονίμως σε εξέλιξη.

Το 2026 μάλιστα επέστρεψε ξανά στο υλικό των δύο Fault Lines με το IAMIXED: Reworks Fault Lines Albums 1 And 2, αφήνοντας άλλους δημιουργούς αλλά και τον ίδιο να αποδομήσουν και να ξαναχτίσουν αυτά τα τραγούδια. Για έναν άνθρωπο που μοιάζει να αντιμετωπίζει τη μουσική του ως ζωντανό οργανισμό, μάλλον ήταν αναπόφευκτο.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Οι IAMX και η σκηνή
Όποιος τους έχει δει live ξέρει ότι ο όρος συναυλία είναι κάπως λίγος. Τους έχω δει αρκετές φορές και στην Αθήνα αλλά και στο Λονδίνο τότε στα παλιά και πάντα νιώθω την ίδια ανατριχίλα. Ο Corner μεταμορφώνεται. Φώτα, projections, σώμα, κοστούμια, ιδρώτας, ηλεκτρονικός θόρυβος και μια σεξουαλική ένταση που περνάει διαρκώς από το αισθησιακό στο απειλητικό. Κάτι μεταξύ concert, performance art, underground cabaret και συλλογικού ξορκίσματος.

Όταν τους πρωτοάκουσα το 2007, δεν μπορούσα φυσικά να ξέρω ότι σχεδόν 20 χρόνια αργότερα θα εξακολουθούσαν να υπάρχουν στη ζωή μου, ούτε ότι ο Chris Corner, που κάποτε ήξερα ως εκείνον τον τύπο από τους Sneaker Pimps, θα εξελισσόταν σε μία από τις πιο ιδιαίτερες φιγούρες της ευρωπαϊκής dark alternative κουλτούρας και τελικά μεγαλώσαμε μαζί.