
Πού μπορεί να σε ταξιδέψει ένας ήχος; Σε έναν τόπο που υπάρχει μόνο στη μνήμη, σε μια πόλη που έχει αλλάξει πρόσωπο, σε έναν μέρος που δεν γνώρισες ποτέ ή ακόμη κι έξω από τους τέσσερις τοίχους ενός εγκλεισμού; Η σύγχρονη μουσική δεν χρειάζεται πάντα να σου αφηγηθεί μια ιστορία για να σε οδηγήσει κάπου. Μπορεί να το κάνει με τον τρόπο που οργανώνει τους ήχους, με τις σιωπές, τις εντάσεις, τις συναντήσεις των οργάνων και των φωνών, με όσα αναγνωρίζεις και όσα σε βγάζουν από τη βολή σου.
Σε αυτό το ανοιχτό πεδίο αναζήτησης κινούνται και οι Ημέρες Σύγχρονης Μουσικής, που επιστρέφουν στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ, στο ΚΠΙΣΝ, από τις 25 Οκτωβρίου έως τις 14 Νοεμβρίου, με τον τίτλο «Πολλαπλά παρόντα». Δεκαοκτώ συναυλίες, περισσότερες από εκατό συμμετοχές καλλιτεχνών, έξι νέες αναθέσεις σε Έλληνες και Ελληνίδες συνθέτες και συνθέτριες, πρώτες εκτελέσεις, επανεκτελέσεις και αφιερώματα σε σημαντικές προσωπικότητες της μουσικής του 20ού και του 21ου αιώνα συνθέτουν ένα εντυπωσιακό πρόγραμμα που δεν αντιμετωπίζει τη σύγχρονη μουσική ως μια κλειστή, ειδική κατηγορία, αλλά ως έναν ζωντανό διάλογο ανάμεσα σε διαφορετικές εποχές, αισθητικές και τρόπους ακρόασης.
Ανάμεσα στις συναυλίες της διοργάνωσης, οι ΤΕΤΤΤΙΞ, το σύνολο που ίδρυσε το 2017 ο συνθέτης και ερμηνευτής Μιχάλης Παρασκάκης, επιστρέφουν σε πέντε έργα που σημάδεψαν τη διαδρομή τους, μέσα από τη συναυλία «Πέντε μονοπάτια», στις 25 Οκτωβρίου. Πέντε διαφορετικές μουσικές προσεγγίσεις, πέντε διαδρομές ανάμεσα σε πραγματικούς και φανταστικούς τόπους, με αφετηρίες που εκτείνονται από τον Χαμένο Παράδεισο του Τζον Μίλτον μέχρι τη μουσική ζωή του Δουργουτίου τη δεκαετία του ’50.
Ανάμεσά τους, το έργο του Μιχάλη Παρασκάκη Υπάρχουν αισθήσεις που είναι ύπνος, στο οποίο μια γυναίκα, έγκλειστη, δημιουργεί ήχους που της επιτρέπουν να βιώσει χρόνους και τόπους πέρα από το παρόν της. Με αφορμή τη συναυλία, μιλήσαμε με τον ίδιο για τη μουσική που ανοίγει δρόμους εκεί όπου μοιάζει να μην υπάρχει διέξοδος, για τις αναζητήσεις των ΤΕΤΤΤΙΞ και για το τι σημαίνει να δημιουργείς και να ακούς σύγχρονη μουσική σήμερα.
Οι Ημέρες Σύγχρονης Μουσικής φέρνουν στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ 18 συναυλίες, περισσότερους από εκατό καλλιτέχνες, νέες αναθέσεις και επανεκτελέσεις. Τι σημαίνει για ένα μικρότερο ή ανεξάρτητο μουσικό σύνολο να συμμετέχει σε μια διοργάνωση τέτοιας κλίμακας; Οι Ημέρες είναι ένα αρκετά τολμηρό εγχείρημα της Εναλλακτικής Σκηνής, γιατί δίνουν το έναυσμα για να γεννηθεί ένα οικοσύστημα νέας μουσικής. Όσο niche κι αν είναι η νέα μουσική, ένα φεστιβάλ 18 συναυλιών σε έναν τόσο μεγάλο κρατικό φορέα τη βγάζει από την αφάνεια και την τοποθετεί στο κέντρο της προσοχής. Είναι λοιπόν ένα πολύ δυνατό στοίχημα, που ελπίζω να κερδηθεί, κι ένα ξεκίνημα για να σταθεροποιηθεί το οικοσύστημα αυτό.
Αν κάποιος έρθει στις 25 Οκτωβρίου χωρίς να γνωρίζει τίποτα για τους ΤΕΤΤΤΙΞ ή για τη σύγχρονη μουσική, τι θα θέλατε να έχει πάρει μαζί του φεύγοντας από τη συναυλία; Χρειάζεται, τελικά, να καταλαβαίνουμε τη μουσική για να μας συμβεί κάτι μέσα από αυτήν; Το «καταλαβαίνω», όπως το χρησιμοποιούμε για την τέχνη, είναι μια μεγάλη παρεξήγηση. Αν καταλάβεις τις λέξεις, έχεις καταλάβει την ποίησή; Αν καταλάβεις τη μελωδία, έχεις καταλάβει τη μουσική; Είναι μονοσήμαντο και υπονοεί ότι υπάρχει ένα σωστό νόημα που περιμένει να προσληφθεί και μόλις το βρεις, τελείωσες. Η μουσική όμως με μετακινεί πριν καν προσπαθήσω να την καταλάβω. Γι’ αυτό το «ερμηνεύω» είναι ίσως καλύτερη λέξη, από τη φύση της ανοιχτή και ταυτόχρονα μουσική. Με αυτή την έννοια, ο ακροατής είναι κι αυτός ερμηνευτής του έργου. Και πώς ερμηνεύουμε; Με ό,τι έχουμε. Ένας ακροατής χωρίς μουσική παιδεία δεν έχει τεχνικά εργαλεία για να αναλύσει ένα έργο. Έχει όμως όλα τα υπόλοιπα: τη μνήμη του, τις εικόνες του, το σώμα του, όσα έχει ζήσει. Κι όσο περισσότερο ακούει, τόσο αυτά πληθαίνουν. Κάποια θα του φανούν στην αρχή αλλόκοτα ή άχρηστα· σιγά σιγά όμως θα ανακαλύψει μόνος του πού χρησιμεύουν. Αν λοιπόν κάποιος φύγει στις 25 Οκτωβρίου έχοντας βιώσει έστω μία τέτοια ανακάλυψη εμείς θα έχουμε επιτελέσει τον σκοπό μας ικανοποιημένοι και ευτυχείς.

Οι ΤΕΤΤΤΙΞ ξεκίνησαν τη διαδρομή τους το 2017. Αν κοιτάξετε πίσω, ποια ήταν η αρχική ανάγκη που σας οδήγησε στη δημιουργία του συνόλου και τι έχει αλλάξει στον τρόπο που αντιλαμβάνεστε σήμερα τη σύγχρονη μουσική; Όλα τα μέλη του συνόλου έχουμε σπουδάσει και στο εξωτερικό. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, διαπιστώσαμε ότι στη σκηνή δεν έλειπε ένα σύνολο νέας μουσικής (προτιμώ αυτόν τον όρο), υπήρχαν ήδη τρία πολύ καλά και δραστήρια, το DissonArt, το Ergon και το Artefacts. Έλειπε ένα σύνολο που να εξερευνά περισσότερο το πειραματικό μουσικό θέατρο (όχι την όπερα ή το μιούζικαλ) και την συναυλία ως ολοκληρωμένο θέαμα. Ήταν μια ιδέα που θέλαμε να εξερευνήσουμε, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι βρίσκουμε πάντα τη στήριξη να την υλοποιήσουμε, αφού μεγαλύτερες απαιτήσεις σε οργάνωση και χρηματοδότηση από μια συναυλία. Από την πρώτη κιόλας τέτοια παραγωγή καταλάβαμε πόσο δύσκολο είναι το εγχείρημα. Με λίγα λόγια, μας βγαίνει η πίστη σε κάθε πρότζεκτ! Πέρα όμως από τη δυσκολία το διασκεδάζουμε και το κάνουμε γιατί θέλουμε να απελευθερωθούμε από το καθιερωμένο συναυλιακό πρωτόκολλο. Δε νομίζω ότι αυτό άλλαξε την αντίληψή μας για τη νέα μουσική καθαυτή. Άλλαξε όμως σίγουρα την αντίληψή μας για το τι σημαίνει νέα μουσική για το κοινό, τους θεσμούς, τα εισιτήρια - κι εκεί τα πράγματα δεν είμαι σίγουρος πόσο αισιόδοξα είναι.
Το πρόγραμμα «Πέντε μονοπάτια» μοιάζει με μια μικρή αναδρομή σε αυτή την πορεία, αλλά και με έναν τρόπο να συστηθείτε σε ένα κοινό που ίσως δεν σας γνωρίζει. Αν οι ΤΕΤΤΤΙΞ ήταν ένας τόπος, πώς θα έμοιαζε αυτός έπειτα από σχεδόν δέκα χρόνια παρουσίας; Τις συναυλίες μας πάντα διατρέχει μια κεντρική ιδέα (που αποφεύγουμε να είναι μουσικολογικής φύσης). Τα «Πέντε μονοπάτια» περιλαμβάνουν πέντε από τα έξι έργα της πρώτης μας δισκογραφικής δουλειάς - το έκτο θα παιχτεί σε άλλη συναυλία των Ημερών - που θα κυκλοφορήσει σύντομα. Είναι ένα ιδιαίτερα προσωπικό εγχείρημα για τον ΤΕΤΤΤΙΞ. Περιλαμβάνει όλους τους συνθέτες-μέλη του, την Ελένη Ράλλη, με την οποία έχουμε συνεργαστεί ξανά, και τον Γιάννη Κυριακίδη, παλιό μου καθηγητή και σύνδεσμό μας με την Ολλανδία, όπου σπουδάσαμε οι περισσότεροι. Τέλος, ο Γιάννης Χρήστου είναι ένας συνθέτης που αγαπάμε και στον οποίο επιστρέφουμε συχνά. Ο τόπος ενός μουσικού είναι ο υπαρκτός χώρος δράσης του, το ζωντανό οικοσύστημα της μουσικής του. Η Ελλάδα δυστυχώς δεν έχει ενεργό, σταθερό οικοσύστημα νέας μουσικής και το να υπάρχεις ως σύνολο μιας μουσικής χωρίς αυτό, φθείρει αναπόφευκτα το όραμα. Σε αυτόν τον μη-τόπο βρίσκεται λοιπόν ο ΤΕΤΤΤΙΞ, και προσπαθεί, μαζί με όλους όσοι αγαπούν αυτή τη μουσική, να τον κάνει γνωστό σε όσους αγαπούν την πρόκληση. Για μένα τα «Πέντε μονοπάτια» είναι μια προσπάθεια να επανεφεύρουμε τη δυναμική μας μέσα σε αυτή τη συνθήκη.
Ο τίτλος της συναυλίας παραπέμπει σε διαδρομές, επιλογές και διαφορετικές κατευθύνσεις. Πότε ένα μουσικό έργο γίνεται για εσάς ένα μονοπάτι που αξίζει να ακολουθήσετε και πότε νιώθετε ότι σας οδηγεί σε μια περιοχή που δεν γνωρίζατε; Κάθε μουσική ερμηνεία απαιτεί μια αποκωδικοποίηση του έργου. Στη νέα μουσική ακόμη περισσότερο, αφού οι «γλωσσικές» διαφορές ανάμεσα στους συνθέτες είναι πλέον αχανείς. Αν θέλουμε να φτάσουμε σε ικανοποιητική ερμηνεία, πρέπει να ξεψαχνίσουμε το «γλωσσικό» μονοπάτι που ακολούθησε ο συνθέτης. Κάθε έργο, είτε το ξέρεις είτε όχι, είναι ένα πεδίο προς συνεχή εξερεύνηση. Τα έργα που καταλήγουν σε συναυλία δεν είναι ποτέ ένα τελειωμένο προϊόν, αλλάζει κάθε φορά. Ενώ έργα που έχεις παίξει παλιότερα, αποκαλύπτουν (κι) άλλες πτυχές τους όταν τα ξαναπιάνεις μετά από χρόνια ή σου αποκαλύπτουν πτυχές του εαυτού σου. Από όλο αυτό ξεκινά κι η επιθυμία να κάνουμε μουσική: από την τέρψη της ανακάλυψης του πώς ένα έργο γεννιέται, πώς υλοποιείται και πώς μεταλλάσσεται.
Πιστεύετε ότι η μουσική μπορεί να μας μεταφέρει σε έναν τόπο που δεν έχουμε επισκεφθεί ποτέ ή ακόμη και να μας κάνει να νοσταλγήσουμε κάτι που δεν ζήσαμε; Αν μιλάμε για υπαρκτούς τόπους που δεν έχουμε επισκεφθεί, όπως για παράδειγμα την Κουάλα Λούμπουρ (!), τίποτα δεν υποκαθιστά το να την επισκεφτείς. Αν μιλάμε για τόπους νοητούς, συμβολικούς, αλληγορικούς, τότε ναι, με μια διευκρίνιση: «Η μουσική, από τη φύση της, δεν μπορεί να εκφράσει τίποτα» είπε ο Στραβίνσκυ. Σε μεγάλο βαθμό συμφωνώ: δεν εκφράζει ή αναπαριστά λοιπόν άλλους τόπους, εμείς μεταφερόμαστε, μέσα από αυτήν.
Εγώ προσωπικά έχω νιώσει πολλές φορές κάτι σαν νοσταλγία για παράδειγμα. Δεν είναι η νοσταλγία για κάτι που δεν έζησα, δεν έχει αντικείμενο. Είναι ολόγραμμα νοσταλγίας, ασαφής, απροσδιόριστη ψυχική εκδήλωση που εμφανίζεται με κάποιον ενστικτώδη τρόπο μέσω της ακρόασης. Μάλλον το ίδιο ισχύει για όλα τα ανεξήγητα συναισθήματα που μας ξυπνά η ακρόαση. Δεν αναπαριστώνται από στη μουσική, τα φέρνουμε εμείς.

Στο δικό σας έργο, Υπάρχουν αισθήσεις που είναι ύπνος, μια γυναίκα βιώνει χρόνους και τόπους έξω από το παρόν του εγκλεισμού της μέσα από τους ήχους που δημιουργεί. Τι σας ενδιαφέρει περισσότερο σε αυτή την ιδέα; Το έργο είναι ένα μικρό στιγμιότυπο από ένα μεγάλης κλίμακας διαμεσικό μουσικό θέατρο (αντικείμενο της διδακτορικής διατριβής μου), μια στιγμή όπου η γυναίκα «ξυπνά» για λίγο από τον εξαναγκασμένο διανοητικό της «ύπνο». Αυτό που με συνεπήρε στην ιστορία της, που βασίζεται σε υπαρκτό πρόσωπο, δεν ήταν το προφανές δράμα. Ήταν η ανακάλυψη ότι, για να επιβιώσει ένας άνθρωπος σε συνθήκες μακροχρόνιου εγκλεισμού, το μυαλό αναγκάζεται να παράγει ερεθίσματα, τα οποία με τον καιρό διογκώνονται και στο τέλος γίνονται η ίδια η πραγματικότητα. Με κοινωνικούς όρους τρελαίνεται, αυτό όμως του επιτρέπει να επιβιώσει. Αυτή η πραγματικότητα που κατασκευάζεται μόνο μέσα στο μυαλό της είναι που με απασχολεί και με συναρπάζει.
Η σύγχρονη μουσική συχνά αντιμετωπίζεται ως κάτι δύσκολο, ακαδημαϊκό ή απροσπέλαστο. Πόσο ευθύνονται οι ίδιοι οι μουσικοί και οι θεσμοί γι' αυτή την εικόνα και τι θα μπορούσε να αλλάξει ώστε ένας ακροατής να πλησιάσει τη σύγχρονη δημιουργία χωρίς να αισθάνεται ότι χρειάζεται προηγουμένως να έχει εκπαιδευτεί σε αυτήν; Είναι ένα τεράστιο ζήτημα, για το οποίο έχει χυθεί πολύ μελάνι χωρίς να έχουμε καταλήξει σε πραγματικά συμπεράσματα. Ευθύνη έχουν όλοι οι εμπλεκόμενοι: οι μουσικοί, οι θεσμοί, το κοινό, η ζυγαριά του κέρδους. Η νέα μουσική είναι εύκολος στόχος, όπως κάθε τέχνη που τολμά να ξεστρατίσει από τον δρόμο του οικείου και του αναγνωρίσιμου, ενώ εμείς οι μουσικοί συχνά αντιδρούμε αμυντικά. Πιστεύω ότι όλοι καταλαβαίνουμε πως η νέα μουσική δεν πρόκειται ποτέ να φέρει το μεγάλο κοινό της μουσικής βιομηχανίας - και σε αυτή συμπεριλαμβάνω και τη βιομηχανία της κλασικής. Αν όμως αυτό είναι το μόνο κριτήριο - και δυστυχώς στα περισσότερα πράγματα είναι - χάνουμε κάτι ζωτικό: τη δυνατότητα να εξελισσόμαστε κοινωνικά μέσα από τον πολιτισμό μας. Η εξέλιξη γίνεται πάντα εκεί όπου βράζουν ο πειραματισμός, η έρευνα και η εξερεύνηση.
Η νέα μουσική έχει κι αυτή φυσικά μονομανίες, ακαδημαϊσμούς και συντηρητισμό. Παραμένει όμως το κατεξοχήν πεδίο διαρκούς καλλιτεχνικής και τεχνολογικής εξερεύνησης του ήχου. Η ειρωνεία είναι ότι οι ανακαλύψεις της έχουν τροφοδοτήσει, και συνεχίζουν να τροφοδοτούν σε τεράστιο βαθμό, όλες τις άλλες μουσικές, ειδικά της Δύσης - όπως φυσικά τροφοδοτείται κι αυτή από εκείνες - χωρίς ο μέσος ακροατής να γνωρίζει την ύπαρξή της. Η ηλεκτρονική μουσική, για παράδειγμα, ξεκινά στα πειραματικά στούντιο της Ευρώπης, όπου συνθέτες και μηχανικοί του ήχου έφτασαν σε εντυπωσιακή αρτιότητα ήδη από τη δεκαετία του ’50, πολύ πριν ο ηλεκτρονικός ήχος γίνει το pop synth, η techno ή το sampling.
Το σύνολο συνδυάζει όργανα με πολύ διαφορετικές ηχητικές ταυτότητες, από την άρπα και το ακορντεόν μέχρι την ηλεκτρική κιθάρα, ενώ στο πρόγραμμά σας συναντάμε και φωνές, προηχογραφημένο υλικό και σκηνικές διαστάσεις. Πώς αλλάζει η αντίληψή μας για το τι είναι μουσική όταν τα όρια ανάμεσα στον ήχο, τον λόγο και τη θεατρική πράξη γίνονται πιο ρευστά; Αυτό ακριβώς εξερευνά η ενασχόλησή μας με το μουσικό θέατρο και τη σκηνική πραγμάτωση. Καταρχάς, η ίδια η ζωντανή εκτέλεση είναι ένα επιτελεστικό θέαμα που δεν περιορίζεται στον ήχο. Όλοι οι πολιτισμοί το κατάλαβαν αυτό, γι’ αυτό και δεν διαχώρισαν ποτέ τον ήχο από τη δράση, εκτός από την Δύση με την ιδέα της «απόλυτης μουσικής»: οι κινήσεις της ορχήστρας, του μαέστρου, του σολίστ, έγιναν μια «παρενέργεια» (ο Λιστ γελάει πονηρά). Ο 20ός αιώνας - από τον Cage και τον Kagel ως τον Χρήστου και τον Απέργη - έκανε την παρενέργεια συνειδητή ενέργεια και συχνά δομικό στοιχείο της μουσικής. Δεν υπαινίσσομαι φυσικά ότι η μουσική δεν αρκεί, τουναντίον το καπέλωμά της είναι εξίσου ή και περισσότερο ανεπιθύμητο. Απλά ο διαχωρισμός της από τη δράση είναι τεχνητός, όσο αυστηρό και να είναι ένα συναυλιακό πρωτόκολλο. Ακόμη και μια μικρή «επέμβαση» στη σκηνή, ένα κυανό ημίφως, μια σκιά ή μια απρόσμενη τοποθέτηση στον χώρο, αλλάζει αμέσως τον τρόπο που προσλαμβάνει ο ακροατής το έργο, τον απελευθερώνει από την πίεση που επιβάλλει το πρωτόκολλο. Έτσι μπορεί να ανοιχτεί σε αυτό που τού παρουσιάζεται, χωρίς να αναμετριέται συνεχώς με ένα δυσνόητο «υψηλό» που του επιβάλλεται ως τέτοιο.
Στο Κρύψου πίσω από την κουρτίνα της Ελένης Ράλλη, η αναζήτηση αφορά τις διαδρομές επικοινωνίας ανάμεσα στους μουσικούς και τον χώρο. Πόσο διαφορετική είναι η εμπειρία ενός μουσικού όταν καλείται όχι απλώς να εκτελέσει μια παρτιτούρα, αλλά να συνδιαλλαγεί με τον χώρο, το σώμα και τους υπόλοιπους ερμηνευτές; Η κίνηση του ήχου στον χώρο είναι συχνή στη μουσική της Ελένης. Δεν είναι εφέ, αλλά δομικό στοιχείο, ακόμη κι όταν γίνεται ανεπαίσθητα. Είναι σαν να κινείται το αυτί του ακροατή ανάμεσα στις πηγές του ήχου. Τόσο ως ακροατής όσο και ως ερμηνευτής, νιώθω μια επιπλέον εγρήγορση όταν ένα έργο «σχολιάζει» στοιχεία που συνήθως περνούν απαρατήρητα και με προκαλεί να τα αντιληφθώ - τον χώρο, τις αποστάσεις, το φως, τις εκφράσεις, την κίνηση. Είναι σαν να κάνεις γυμναστική και να ανακαλύπτεις μύες που δεν ήξερες ότι έχεις.

Πώς συνομιλεί τελικά η μουσική του παρελθόντος με τη σημερινή δημιουργία και τι μπορεί να μας αποκαλύψει μια νέα εκτέλεση για ένα έργο που έχει ήδη τη δική του ιστορία; Στη μουσική του παρελθόντος, πέρα από την οποιαδήποτε άλλη αξία της, βρίσκουμε πολλές φορές πράγματα πολύ σύγχρονα. «Ο Μπαχ έχει κλέψει τον Στραβίνσκυ σε αυτό το πρελούδιο», συνήθιζε να λέει ένας καθηγητής μου στην Ολλανδία. Ο Χρήστου όπως είπα, είναι ένας συνθέτης στον οποίο επιστρέφουμε συχνά. Έχουμε πολύ στενή σχέση με το έργο του, κυρίως της τελευταίας του περιόδου. Τα «Έξι τραγούδια» δεν ανήκουν σε αυτήν, βλέπουμε όμως ξεκάθαρα μια «θεατρική» διάσταση που κορυφώθηκε στην τελευταία.
Η ιδέα να ενορχηστρώνουμε άλλα είδη για τον ΤΕΤΤΤΙΞ είναι παλιά - το έχουμε κάνει με Σούμαν, Μπαχ, Brian Eno και Metallica. Το κάνουμε όμως πάντα με κάποιον ιδιαίτερο τρόπο. Στα «Έξι τραγούδια», η ιδέα του Νίκου Ιωακείμ να ερμηνευτούν από ανδρική ροκ φωνή δίνει στο έργο μια παράξενη, ορμητική αύρα, σε συνδυασμό με την καταπληκτική ενορχήστρωσή του. Μπορεί αρχικά να ξενίσει τον ακροατή που γνωρίζει το έργο, τελικά όμως το εξυπηρετεί απόλυτα και με σεβασμό.
Είστε ο συνθέτης ενός από τα έργα που θα ακουστούν, αλλά και ο ιδρυτής του συνόλου και ένας από τους ερμηνευτές του. Πώς αλλάζει η σχέση σας με ένα έργο όταν πρέπει να περάσετε από τη θέση εκείνου που το δημιουργεί σε εκείνη που το ερμηνεύει μπροστά στο κοινό; Καταρχάς, έχω το ελεύθερο να παραβώ την ίδια μου την παρτιτούρα! Ειδικά, αλλά όχι μόνο, για τα όργανα που παίζω (ακορντεόν, πιάνο, φωνή) όταν γράφω δεν παύω να σκέφτομαι και ως ερμηνευτής, είναι αδιάσπαστα αυτά. Κατά κανόνα δεν προτιμώ τον συνθέτη ως ερμηνευτή του έργου του. Θεωρώ ότι η απρόσμενη διάσταση που δίνει ένας άλλος ερμηνευτής είναι απείρως πολυτιμότερη και συναρπαστικότερη από την κλειστή αρχική ιδέα του συνθέτη - εκτός αν το έργο είναι χτισμένο πάνω στην περσόνα του δημιουργού. Γι’ αυτό ουσιαστικά δεν έχω ερμηνεύσει κανένα έργο μου, εκτός από αυτό, όπου και πάλι ο ρόλος μου είναι δευτερεύων.
Σε ένα σύνολο όπως οι ΤΕΤΤΤΙΞ, όπου διαφορετικοί δημιουργοί και μουσικοί συναντιούνται γύρω από απαιτητικά και συχνά απρόβλεπτα έργα, πώς διαμορφώνεται η κοινή γλώσσα; Νομίζω ότι επί της αρχής συμφωνούμε όλοι. Σε βάθος όμως δεν συμφωνούμε απόλυτα, και πόσο ανιαρό θα ήταν αν συμφωνούσαμε; Μέσα από τις διαφορές ανακαλύπτουμε πτυχές, δρόμους, προβλήματα και λύσεις που η προσωπική αισθητική του καθενός δεν θα μπορούσε να οραματιστεί μόνη της, χωρίς να συνδιαλλαγεί με των άλλων.
Ως πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών, έχετε και μια ευρύτερη εικόνα των συνθηκών μέσα στις οποίες δημιουργούν οι Έλληνες συνθέτες. Ποιες είναι σήμερα οι μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας δημιουργός σύγχρονης μουσικής στην Ελλάδα και τι θα θέλατε να αλλάξει ουσιαστικά τα επόμενα χρόνια; Η νέα μουσική δεν είχε ποτέ στην Ελλάδα σταθερό, ζωντανό οικοσύστημα. Αυτό από μόνο του είναι σχεδόν αδιαπέραστο για τους δημιουργούς της, αφού οριακά αναγνωρίζεται η καλλιτεχνική τους ύπαρξη. Υπάρχει λοιπόν ένας μεγάλος αριθμός συνθετών που δυσκολεύονται αφάνταστα να ακουστούν τα έργα τους. Κι όσοι τελικά παιζόμαστε δεν μπορούμε να ζήσουμε από μία ανάθεση την διετία. Η απουσία ενός τέτοιου οικοσυστήματος αντανακλάται και στην περιστασιακή υποστήριξη των θεσμών, που συνήθως διαρκεί όσο διαρκεί η θητεία κάποιου που υποστηρίζει τη νέα μουσική. Επιπλέον, το εργασιακό τοπίο είναι εξαιρετικά επισφαλές, έως και επιβαρυντικό: οι αμοιβές, τα συμφωνητικά και οι συνθήκες εργασίας σπάνια είναι ικανοποιητικές και ακόμη σπανιότερα ιδανικές. Τα παραπάνω δεν περιορίζονται μόνο στη νέα μουσική, αλλά λίγο πολύ σε όλες τις τέχνες χωρίς τεράστιο κοινό. Πρέπει κάποια στιγμή να αλλάξουν. Γι’ αυτό μπήκαμε στην ΕΕΜ πολλοί ενεργοί συνθέτες, για να ξεκινήσουμε μια συζήτηση γύρω από όλα αυτά.

Ημέρες Σύγχρονης Μουσικής
Πολλαπλά παρόντα
25, 29, 30, 31 Οκτωβρίου & 1, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 10, 11, 12, 13, 14 Νοεμβρίου 2026
Ώρες έναρξης: 20.30 • 19.30 (25/10) • 18.00, 20.00 (1/11) • 18.30, 20.30 (7/11) • 18.00, 19.00, 20.00 (10/11) Εναλλακτική Σκηνή Εθνικής Λυρικής Σκηνής – ΚΠΙΣΝ | Καλλιτεχνική επιμέλεια: Γιάννης Αγγελάκης



