
Με τη συναίνεση να έχει κρυφτεί κάτω από τα βουλευτικά έδρανα και τα περιθώρια συνεννόησης μεταξύ των κομμάτων ανύπαρκτα, ολοκληρώθηκε η πρώτη φάση της συνταγματικής αναθεώρησης. Κατά πάσα βεβαιότητα, μάλιστα, το ίδιο θα επαναληφθεί και στη δεύτερη ψηφοφορία που απαιτείται, με αποτέλεσμα όλες οι συνταγματικές διατάξεις που προτείνονται προς αναθεώρηση να μην μπορούν να ενσωματωθούν στο Σύνταγμα, αν δεν διασφαλισθούν 180 ψήφοι από την επόμενη, αναθεωρητική Βουλή.
Είχε, άλλωστε, προβλεφθεί: σε μια πολιτική σκηνή που μυρίζει μπαρούτι και με τις εκλογές προ των πυλών, η απόπειρα αναθεώρησης του Συντάγματος έμοιαζε με την προσπάθεια να πουλήσεις πάγο σε Εσκιμώους. Η κυβέρνηση παρέμεινε στις θέσεις της, η αντιπολίτευση στις δικές της κι έμειναν οι συνταγματολόγοι να διαφωνούν με όλους, αλλά και μεταξύ τους, καθώς κατανοούν ότι υπάρχουν αυξημένες πιθανότητες η αναθεώρηση να οδηγηθεί για πολλά χρόνια στις καλένδες.
Χρειαζόμαστε, όμως, την αναθεώρηση; Κι αν ναι, ποια αναθεώρηση; Εκ πρώτης όψεως, οι αναθεωρήσεις είναι επιβεβλημένες, καθώς ο ανώτατος θεμελιώδης νόμος του κράτους δεν είναι ένα στατικό νομοθέτημα, αλλά ένα κείμενο δυναμικό, που οφείλει να συντονίζεται με τις μεγάλες αλλαγές και να ενσωματώνει τις αρχές, τις αξίες και τις απαιτήσεις των καιρών. Αν με άλλα λόγια, οι διατάξεις για την ποινική ευθύνη των υπουργών έχουν αποδειχθεί τροχοπέδη, θα πρέπει να αναθεωρηθούν, ώστε να εκλείψουν τα φαινόμενα ατιμωρησίας και να αποκατασταθεί το κύρος και της πολιτικής και της Δικαιοσύνης.
Κι εδώ συμφωνούν όλοι ή σχεδόν όλοι… Τα προβλήματα ξεκινούν από τη στιγμή που η πολιτική τάξη επιχειρεί να κάνει πολιτική με το Σύνταγμα, υποκύπτοντας στον πειρασμό να αποδώσει συνταγματική διάσταση σε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές ή σε ζητήματα που μπορούν να ρυθμιστούν με την κοινή νομοθεσία. Πρόκειται για την περίφημη «συνταγματοποίηση» της πολιτικής, η οποία θεωρείται από μεγάλη μερίδα συνταγματολόγων ότι υπερφορτώνει το Σύνταγμα, με κίνδυνο, αντί να αποφασίζουν οι κυβερνήσεις και η Βουλή, να αποφασίζουν τα δικαστήρια.
Στην περίπτωση, για παράδειγμα, των πανεπιστημίων, το Σύνταγμα έχει ταχθεί με το άρθρο 16 υπέρ των δημοσίων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και η λειτουργία ξένων ιδιωτικών πανεπιστημίων επετράπη μέσω άλλου άρθρου του Συντάγματος, του 28, που επιβάλλει την εναρμόνιση με υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Με άλλα λόγια, και να μην αναθεωρηθεί το άρθρο 16, τα ξένα ιδρύματα μια χαρά θα συνεχίσουν να λειτουργούν στην Ελλάδα, με τις προϋποθέσεις που ορίζει κοινό νομοθέτημα, σημερινό ή αυριανό, αφού έτσι έκρινε με τη γνωστή απόφασή του το ΣτΕ.
Αν η κυβέρνηση επιμένει στην αναθεώρηση του άρθρου 16 και η αντιπολίτευση την αποκρούει, δεν είναι επειδή πρόκειται να υπάρξουν κάποιες σημαντικές ανατροπές στον πανεπιστημιακό χώρο, αλλά επειδή η κάθε θέση μεταφέρει συμβολισμούς και ιδεολογικές φορτίσεις, απαραίτητες για την πολιτική, αλλά αχρείαστες για το Σύνταγμα.
Τι χρειάζεται το Σύνταγμα. Σεβασμό, πρωτίστως… Και τήρηση των κανόνων που περιλαμβάνει. Η αναθεώρηση έπεται! Το υπογραμμίζουν οι περισσότεροι ειδικοί, ανάμεσά τους ο Ευάγγελος Βενιζέλος και ο Ξενοφών Κοντιάδης, που θεωρούν ότι το πρόβλημα της χώρας δεν είναι συνταγματικό, αλλά πρόβλημα αξιοπιστίας των θεσμών.