Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
29.08.2026
Φωτογραφία: Unsplash

Μήπως η διαλειμματική νηστεία δεν είναι αυτό που πιστεύαμε;

Στα ποντίκια μπορεί να είχε αποτέλεσμα. Σε εμάς;

Το να αποδειχθεί ότι η διαλειμματική νηστεία λειτουργεί, όπως συμβαίνει και με κάθε παρέμβαση στον τρόπο ζωής, είναι εξαιρετικά δύσκολο. Οι νέες τεχνολογίες, όμως, μπορεί να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα τι πραγματικά λειτουργεί και τι όχι. Κάθε λίγους μήνες φαίνεται πως ανοίγει ξανά η συζήτηση για τα οφέλη της διαλειμματικής νηστείας.

Η δημοφιλής αυτή διατροφική πρακτική, που περιλαμβάνει είτε νηστεία ορισμένες ημέρες της εβδομάδας είτε περιορισμό της κατανάλωσης φαγητού σε συγκεκριμένες ώρες της ημέρας, έχει αποκτήσει τη φήμη ότι κάνει την απώλεια βάρους ευκολότερη σε σχέση με την απλή μείωση των θερμίδων. Τα υποτιθέμενα οφέλη της, όμως, δεν σταματούν εκεί, καθώς έχει υποστηριχθεί ότι μπορεί να μειώσει ακόμη και τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου και γνωστικής έκπτωσης. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που η συγκεκριμένη διατροφική πρακτική έχει γίνει τόσο δημοφιλής.

Πρόσφατα στοιχεία, ωστόσο, έχουν δημιουργήσει ερωτήματα σχετικά με το πόσο ισχυροί είναι πραγματικά αυτοί οι ισχυρισμοί. Ανάλογα με τη μελέτη, η διαλειμματική νηστεία μπορεί να αποδεικνύεται πιο αποτελεσματική από άλλες δίαιτες ή λιγότερο αποτελεσματική. Μάλιστα, μία μελέτη υποστήριξε ακόμη και ότι μπορεί να είναι επιβλαβής, αυξάνοντας τον κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων. Οι επιστήμονες δεν συμφωνούν πάντα μεταξύ τους, πόσο μάλλον οι influencers. «Δεν είναι μαγική λύση», λέει η Κρίστα Βαράντι, καθηγήτρια διατροφής στο Πανεπιστήμιο του Ιλινόι στο Σικάγο.

Έχει λοιπόν υπερεκτιμηθεί η διαλειμματική νηστεία; Ή πρόκειται για μια πολλά υποσχόμενη διατροφική πρακτική που θα μπορούσε να προσθέσει χρόνια στη ζωή μας; Και γιατί τα επιστημονικά δεδομένα είναι τόσο αντικρουόμενα; Το μεγαλύτερο εμπόδιο για τη συλλογή πιο αξιόπιστων στοιχείων, σύμφωνα με πολλούς ερευνητές, είναι ταυτόχρονα και το δυσκολότερο να αντιμετωπιστεί: «Δεν έχουμε ιδέα τι πραγματικά τρώνε οι άνθρωποι», λέει η Βαράντι. Και αυτό ισχύει για πολλές, αν όχι για όλες, τις διατροφικές παρεμβάσεις.

Οι διατροφικές συνήθειες των προγόνων μας

Η διαλειμματική νηστεία υποτίθεται ότι αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκαν οι διατροφικές συνήθειες των προγόνων μας. «Δεν εξελιχθήκαμε σε ένα περιβάλλον όπου τρώγαμε τρία γεύματα την ημέρα και δύο σνακ», λέει ο Μαρκ Μάτσον, νευροεπιστήμονας του Πανεπιστημίου Johns Hopkins στη Βαλτιμόρη, του οποίου η έρευνα υπήρξε θεμελιώδης για τον συγκεκριμένο τομέα.

Κατά τη διάρκεια της νηστείας, ο μεταβολισμός περνά από την καύση της ζάχαρης, μια διαδικασία γνωστή ως γλυκόλυση, στην καύση του λίπους που κυκλοφορεί στο αίμα. Αυτή η μεταβολική αλλαγή επηρεάζει τη λειτουργία των κυττάρων. Τα υγιή κύτταρα αρχίζουν να ανακυκλώνουν φθαρμένες και κατεστραμμένες πρωτεΐνες, μια διαδικασία που ονομάζεται αυτοφαγία και ουσιαστικά συμβάλλει στην ανανέωση των κυττάρων.

Θεωρητικά, αυτό μεταφράζεται άμεσα στα οφέλη για την υγεία που αποδίδονται στη διαλειμματική νηστεία. Σε μια σημαντική ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο New England Journal of Medicine, ο Μάτσον συνέδεσε αυτή τη μεταβολική αλλαγή με μεγαλύτερη διάρκεια ζωής και μικρότερη συχνότητα εμφάνισης ασθενειών, μεταξύ των οποίων ο διαβήτης και ο καρκίνος.

Υπάρχει όμως ένα σημαντικό πρόβλημα. Τα πιο ισχυρά στοιχεία που στήριξαν αυτή την απλή θεωρία προέρχονταν από μελέτες σε ποντίκια, μύγες και σκουλήκια. Για τα συγκεκριμένα ζώα, η διαλειμματική νηστεία έμοιαζε σχεδόν με θαυματουργή λύση. Τα ποντίκια μπορούσαν να καταναλώνουν τον ίδιο αριθμό θερμίδων με μια άλλη ομάδα που έτρωγε χωρίς περιορισμούς. Εφόσον όμως περιόριζαν τις ώρες κατά τις οποίες έτρωγαν, παρέμεναν αδύνατα και υγιή μέχρι τα βαθιά γεράματα, ενώ τα υπόλοιπα ποντίκια γίνονταν παχύσαρκα και άρρωστα. Δυστυχώς, τα στοιχεία από τις μελέτες σε ανθρώπους είναι πολύ λιγότερο ξεκάθαρα.

Από τα ποντίκια στον άνθρωπο

Ας δούμε, για παράδειγμα, την επίδραση στην παχυσαρκία. Ανάλογα με τη μορφή της διαλειμματικής νηστείας, «προκαλεί περίπου 5% απώλεια βάρους» στους ανθρώπους, λέει η Βαράντι. Αυτό είναι «εξίσου αποτελεσματικό με οποιαδήποτε άλλη διατροφική στρατηγική», σημειώνει, όμως τα δεδομένα στους ανθρώπους δεν έχουν καταφέρει να αναπαράγουν τα εντυπωσιακά αποτελέσματα που παρατηρούνται στα ποντίκια ή στις προσωπικές εμπειρίες που κυκλοφορούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Ακόμη και μια μικρή απώλεια βάρους μέσω της διαλειμματικής νηστείας μπορεί αναμφίβολα να οδηγήσει σε μεταβολικά οφέλη. «Παρατηρούνται ορισμένες μειώσεις σε δείκτες μεταβολικού κινδύνου», λέει η Βαράντι, μεταξύ των οποίων η χοληστερόλη και η αρτηριακή πίεση. Φαίνεται επίσης να μειώνει τα συμπτώματα του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών. Όσο λιγότερο υγιής είναι κάποιος στην αρχή της παρέμβασης, τόσο περισσότερα οφέλη για την υγεία μπορεί να αποκομίσει, εξηγεί. Ωστόσο, και αυτά τα οφέλη τείνουν να είναι λιγότερο έντονα στους ανθρώπους σε σύγκριση με εκείνα που παρατηρούνται στα ποντίκια. Επιπλέον, οι πιο αυστηρές μορφές διαλειμματικής νηστείας, όπως η κατανάλωση φαγητού μέρα παρά μέρα, μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά τη μεταβολική υγεία, καθώς οδηγούν σε απώλεια άλιπης μυϊκής μάζας.

Μια παρόμοια εικόνα προκύπτει και όσον αφορά τους ισχυρισμούς για βελτίωση της γνωστικής λειτουργίας: υπάρχει σημαντικό χάσμα ανάμεσα στα δεδομένα από ποντίκια και στα αντίστοιχα δεδομένα από ανθρώπους. Αντίστοιχα, οι έρευνες για τον καρκίνο έχουν δώσει ανάμεικτα αποτελέσματα.

Μελέτες σε ζώα έχουν συνδέσει τη διαλειμματική νηστεία τόσο με την πρόληψη του καρκίνου όσο και με μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στις τοξικές επιδράσεις της χημειοθεραπείας. Ωστόσο, μια σημαντική μελέτη που εξέτασε τον μηχανισμό που είχε λειτουργήσει στα ποντίκια απέτυχε να επιβεβαιώσει τα ίδια αποτελέσματα στους ανθρώπους. Οι ερευνητές είχαν σχεδιάσει μια ειδική δίαιτα που θα μιμούνταν τη βιολογική αντίδραση της μακροχρόνιας νηστείας. Θεωρητικά, θα έκανε τα υγιή κύτταρα πιο ανθεκτικά και θα εξασθενούσε τα καρκινικά. Ωστόσο, οι συμμετέχοντες δεν παρουσίασαν ποτέ την αναμενόμενη μεταβολική αλλαγή. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ενθαρρυντικά στοιχεία. Η δίαιτα 5:2, για παράδειγμα, μπορεί να βοηθήσει γυναίκες με μεταστατικό καρκίνο του μαστού να έχουν καλύτερη πορεία κατά τη διάρκεια της χημειοθεραπείας, τόσο όσον αφορά την ποιότητα ζωής όσο και την επιβράδυνση της εξέλιξης της νόσου.

Μέσα σε όλα αυτά τα μπερδεμένα και αντικρουόμενα ευρήματα, ένα μοτίβο φαίνεται να ξεχωρίζει: τα οφέλη της διαλειμματικής νηστείας είναι απλώς λιγότερο εντυπωσιακά στους ανθρώπους από ό,τι στα ζώα. Γιατί συμβαίνει αυτό; Ένα μέρος της ευθύνης οφείλεται στις θεμελιώδεις βιολογικές διαφορές. Για παράδειγμα, ο μεταβολικός ρυθμός ενός ποντικιού είναι πολύ υψηλότερος από εκείνον ενός ανθρώπου, γεγονός που μπορεί να δημιουργεί παραπλανητικές συγκρίσεις. «Μια 16ωρη νηστεία σε ένα τρωκτικό ισοδυναμεί ουσιαστικά με νηστεία αρκετών ημερών σε έναν άνθρωπο, επειδή ο μεταβολικός τους ρυθμός είναι πολύ υψηλότερος», λέει η Κόρτνεϊ Πίτερσον, αναπληρώτρια καθηγήτρια διατροφής στη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Χάρβαρντ.

Υπάρχει επίσης το γεγονός ότι τα ποντίκια που χρησιμοποιούνται στις συγκεκριμένες μελέτες είναι συνήθως γενετικά πανομοιότυπα, λέει η Βαράντι, κάτι που δεν αντικατοπτρίζει την τεράστια ποικιλία που υπάρχει στους ανθρώπους. «Είναι πραγματικά ένα πολύ κακό μοντέλο», σημειώνει. Ίσως, όμως, το μεγαλύτερο εμπόδιο να μην είναι η βιολογία αλλά η πληροφόρηση. «Είναι απλώς πολύ δύσκολο να γνωρίζουμε τι πραγματικά τρώνε οι άνθρωποι», λέει η Πίτερσον.

Ελαττωματικές αναμνήσεις

Ένας από τους λόγους για τους οποίους η σχέση μεταξύ διατροφής και αποτελεσμάτων ήταν τόσο ξεκάθαρη στα ζώα είναι ότι δεν υπήρχε καμία αμφιβολία για το τι έτρωγαν. Τα ποντίκια και τα υπόλοιπα πειραματόζωα δεν έχουν επιλογή: ακολουθούν τη διατροφή που τους επιβάλλουν οι ερευνητές. Τρώνε ακριβώς ό,τι τους δίνεται, όταν και στην ποσότητα που τους δίνεται. Έτσι είναι εύκολο να συνδεθεί άμεσα η διατροφή με τις βιολογικές ή ιατρικές επιδράσεις.

Στη συντριπτική πλειονότητα των μελετών με ανθρώπους, όμως, οι ερευνητές δεν μπορούν να ελέγξουν ακριβώς τι τρώνε οι συμμετέχοντες. Μπορούν να τους δώσουν οδηγίες για τη διατροφή που πρέπει να ακολουθήσουν και ένα ημερολόγιο διατροφής, σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή. Στη συνέχεια, όμως, οι συμμετέχοντες επιστρέφουν στην καθημερινότητά τους και κάνουν τις δικές τους επιλογές. «Στην έρευνα διατροφής δεν έχουμε τρόπο να μετρήσουμε τι πραγματικά τρώνε οι άνθρωποι», λέει η Βαράντι. «Επομένως βασιζόμαστε πλήρως στο να είναι ειλικρινείς».

Ακόμη και οι ειλικρινείς άνθρωποι, όμως, δεν έχουν τέλεια μνήμη. Μπορεί να ξεχάσουν να καταγράψουν ένα γεύμα στο ημερολόγιό τους, δημιουργώντας την εντύπωση ότι ακολουθούν διατροφή περιορισμένου χρόνου. Ή, επειδή αισθάνονται άσχημα που δεν τήρησαν τις οδηγίες, μπορεί να παραλείψουν ένα ή δύο πράγματα που έφαγαν ενώ υποτίθεται ότι βρίσκονταν σε περίοδο νηστείας.

Η Βαράντι εκτιμά ότι μόλις το 50% των συμμετεχόντων στις έρευνές της επιστρέφει τα ημερολόγια διατροφής. Οι υπόλοιποι κάποιες φορές «μαγειρεύουν» τα στοιχεία. Η ίδια απέκτησε αυτή την εμπειρία ήδη από τα πρώτα χρόνια της ως καθηγήτρια διατροφής. Καθώς περνούσε έξω από την αίθουσα όπου περίμεναν οι συμμετέχοντες για να παραδώσουν τα ημερολόγιά τους, είδε έναν από αυτούς να γράφει βιαστικά τις καταγραφές μιας ολόκληρης εβδομάδας. «Απλώς τα έβγαζε από το μυαλό του», λέει. «Και σκέφτηκα: αυτά είναι άχρηστα δεδομένα. Και μετά αναρωτήθηκα: πόσοι άλλοι κάνουν το ίδιο;»

Το 2025, μια διεθνής ομάδα ερευνητών ανέπτυξε μια εξίσωση που έδειξε το μέγεθος του προβλήματος, υποδεικνύοντας ότι περίπου το 30% των ανθρώπων υποδηλώνει την ποσότητα φαγητού που καταναλώνει, σύμφωνα με τον Τόμας Γουίλσον, ερευνητή διατροφής στο Πανεπιστήμιο Aberystwyth. «Είναι πολύ σπάνιο να δηλώνουν ότι έφαγαν περισσότερο από όσο πραγματικά έφαγαν», προσθέτει. Πολλοί άνθρωποι έχουν πολύ ανακριβείς αναμνήσεις για το τι έχουν καταναλώσει.

Η μέθοδος του «διπλά επισημασμένου νερού» θεωρείται το χρυσό πρότυπο για την ακριβή καταγραφή της ποσότητας ενέργειας που καταναλώνει ένας άνθρωπος. Σε αυτές τις δοκιμές, οι συμμετέχοντες πίνουν νερό εμπλουτισμένο με ασφαλή σταθερά ισότοπα υδρογόνου και οξυγόνου. Μετρώντας πόσο γρήγορα αυτά απομακρύνονται από το σώμα μέσω του ιδρώτα και των ούρων, οι επιστήμονες μπορούν να υπολογίσουν πόση ενέργεια έχει χρησιμοποιήσει ο οργανισμός σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Η εξίσωση του 2025 έδειξε ότι κατά μέσο όρο οι άνθρωποι υποδηλώνουν την κατανάλωσή τους κατά 400 έως και περισσότερες από 800 θερμίδες. Η απόκλιση, όμως, μπορεί να διαφέρει σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Όταν η Βαράντι χρησιμοποίησε τη μέθοδο αυτή για να εκτιμήσει πόσο αποκλίνουν οι αναφορές των ανθρώπων από την πραγματική κατανάλωση, τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. «Οι άνθρωποι αναφέρουν ότι καταναλώνουν 1.600 έως 2.000 θερμίδες την ημέρα», λέει. «Και μετά παίρνουμε τα πραγματικά δεδομένα από το διπλά επισημασμένο νερό και βλέπουμε ότι είναι περίπου 3.500 θερμίδες».

Ακόμη και οι διατροφολόγοι δυσκολεύονται να καταγράψουν με ακρίβεια τις διατροφικές τους προσλήψεις, λέει η Πίτερσον. Οι μερίδες διαφέρουν σημαντικά και, για να γίνουν τα πράγματα ακόμη πιο δύσκολα, οι πίνακες διατροφικής σύνθεσης που χρησιμοποιούν οι επιστήμονες για να υπολογίσουν τα συστατικά ενός τροφίμου, όπως την ποσότητα μακροθρεπτικών συστατικών σε ένα μπέργκερ, περιέχουν μόνο μέσους όρους και όχι στοιχεία για κάθε συγκεκριμένο προϊόν.

Οι περιορισμοί αυτοί είναι τόσο γνωστοί και τόσο δύσκολοι στην αντιμετώπισή τους, ώστε έχει προταθεί ακόμη και να σταματήσουν τα επιστημονικά περιοδικά να δημοσιεύουν μελέτες που βασίζονται σε διατροφικά στοιχεία τα οποία δηλώνουν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες. Στην πράξη, όμως, οι διατροφολόγοι δεν μπορούν να εγκαταλείψουν τα ημερολόγια και τις έρευνες. «Είναι λίγο-πολύ ό,τι έχουμε», λέει η Βαράντι. Ίσως όμως όχι για πολύ ακόμη.

Έξυπνα πιρούνια, κολιέ και αισθητήρες στα δόντια

Δεν βασίζονται όλες οι μελέτες σε ανθρώπους στις αυτοαναφορές των συμμετεχόντων. Οι μελέτες σίτισης σε ελεγχόμενο περιβάλλον, στις οποίες οι ερευνητές ελέγχουν απόλυτα τι τρώνε οι συμμετέχοντες, μπορούν να προσφέρουν εξίσου αντικειμενικά δεδομένα με τις μελέτες σε ποντίκια. Κάθε θερμίδα ελέγχεται προσεκτικά, τα τρόφιμα ζυγίζονται και, αν κάποιος θελήσει να τσιμπήσει κάτι κρυφά την ώρα που υποτίθεται ότι νηστεύει, απλώς δεν υπάρχει διαθέσιμο φαγητό.

Η Πίτερσον έχει πραγματοποιήσει τέτοιες μελέτες. Στις έρευνές της, η διαλειμματική νηστεία έχει παρουσιάσει πιο έντονα αποτελέσματα από αυτά που εμφανίζονται στη γενικότερη βιβλιογραφία, με χαμηλότερο σάκχαρο και αρτηριακή πίεση, μείωση ενός τύπου μοριακής βλάβης που ονομάζεται οξειδωτικό στρες και αύξηση της αυτοφαγίας. Ωστόσο, το υψηλό κόστος σημαίνει ότι τέτοιες μελέτες είναι αναγκαστικά μικρές και σύντομες, γεγονός που περιορίζει τα συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν. Λίγοι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να απομονωθούν για έξι μήνες συμμετέχοντας σε μια μελέτη διατροφής.

Τι θα γινόταν, όμως, αν μπορούσαμε να αναπαράγουμε αυτές τις αυστηρά ελεγχόμενες συνθήκες μέσω της τεχνολογίας; Όλο και περισσότεροι διατροφολόγοι στρέφονται σε καινοτόμες προσεγγίσεις που βασίζονται λιγότερο ή και καθόλου στις αυτοαναφορές. Μια σειρά από νέες τεχνολογίες μπορούν πλέον να προσφέρουν πιο αντικειμενική καταγραφή του τι τρώνε οι άνθρωποι.

Ορισμένες μελέτες ζητούν από τους συμμετέχοντες να φωτογραφίζουν ό,τι τρώνε. Ωστόσο, και αυτή η μέθοδος απαιτεί από τον συμμετέχοντα να καταγράφει ενεργά τα δεδομένα. Άλλοι ερευνητές χρησιμοποιούν κάμερες τοποθετημένες σε γυαλιά ή κολιέ, με ονόματα όπως FitNibble και Autographer, οι οποίες τραβούν μια φωτογραφία κάθε επτά δευτερόλεπτα ή κάθε φορά που αντιλαμβάνονται ότι κάποιος μασάει. Οι κάμερες, βέβαια, εγείρουν ζητήματα προστασίας της ιδιωτικότητας.

Υπό ανάπτυξη βρίσκονται και άλλοι αισθητήρες που μπορούν να παρακολουθούν τα γεύματα και τα σνακ χωρίς τη χρήση καμερών. Μεταξύ αυτών είναι κολιέ που αναγνωρίζουν τις κινήσεις της μάσησης, έξυπνα πιρούνια που καταγράφουν πότε και πόση τροφή μεταφέρει κάποιος στο στόμα του, καθώς και αισθητήρες τοποθετημένοι πάνω στα δόντια που μπορούν να καταγράφουν τα θρεπτικά συστατικά που καταναλώνουμε.

Οι περισσότερες από αυτές τις τεχνολογίες βρίσκονται ακόμη σε πειραματικό στάδιο. Προς το παρόν, η πιο πρακτική λύση είναι η τακτική εξέταση αίματος και ούρων, μέσω της οποίας παρακολουθούνται τα μακροθρεπτικά συστατικά που επεξεργάζεται ο οργανισμός. «Οι αναλύσεις ούρων και αίματος θα μας δώσουν πολύ περισσότερες πληροφορίες για τη σύσταση της διατροφής», λέει ο Γουίλσον.

Πολλές νέες και παλαιότερες τεχνολογίες είναι διαθέσιμες, λέει ο Γουίλσον, όμως καμία από μόνη της δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα. Θα μπορούσαν, ωστόσο, να συνδυαστούν και να δημιουργήσουν ένα είδος «οικιακού πανοπτικού», ένα σύστημα που θα παρακολουθεί με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια τις διατροφικές συνήθειες.

Σε μελέτη που δημοσιεύθηκε νωρίτερα φέτος, ο Γουίλσον και οι συνεργάτες του εξέτασαν μια σειρά από διαφορετικές μεθόδους και τεχνολογίες και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, εφόσον συνδυαστούν, θα μπορούσαν να δώσουν τη λύση.

Έτσι, το μέλλον της έρευνας για τη διαλειμματική νηστεία ίσως δεν βρίσκεται σε μια ακόμη δίαιτα ή σε μια ακόμη μελέτη, αλλά στην ικανότητά μας να γνωρίζουμε με ακρίβεια τι πραγματικά τρώμε. Μόνο τότε θα μπορέσουμε να καταλάβουμε αν η διαλειμματική νηστεία έχει πράγματι μοναδικά οφέλη ή αν απλώς αποτελεί έναν ακόμη τρόπο να μειώσουμε τις θερμίδες που καταναλώνουμε.

Πηγή: BBC

Save
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2026 / All rights reserved
ΜΗΤ
Αριθμός Πιστοποίησης
Μ.Η.Τ 242199