Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
28.07.2026

Πώς να επιβραδύνεις τη γήρανση του εγκεφάλου στον ελεύθερο χρόνο σου

Οι άνθρωποι που χρησιμοποιούν δύο γλώσσες παρουσιάζουν ενδείξεις μικρότερης εγκεφαλικής γήρανσης, σύμφωνα με μελέτη

Η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας μπορεί να επιβραδύνει τη γήρανση του εγκεφάλου έως και κατά 13 χρόνια, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη.

Οι άνθρωποι που μιλούν περισσότερες από μία γλώσσες φαίνεται να έχουν νεότερους εγκεφάλους, ενώ όσο περισσότερες γλώσσες γνωρίζει κάποιος και όσο νωρίτερα τις μαθαίνει, τόσο μεγαλύτερο φαίνεται να είναι το όφελος. Τα ευρήματα προέρχονται από μελέτη που παρουσιάστηκε στο συνέδριο της Ομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Εταιρειών Νευροεπιστημών στη Βαρκελώνη.

Η έρευνα διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι που μιλούν δύο γλώσσες είχαν εγκεφάλους που έμοιαζαν περίπου έξι χρόνια νεότεροι σε σχέση με όσους μιλούν μόνο μία γλώσσα. Για όσους μιλούν τρεις γλώσσες, η διαφορά έφτανε περίπου τα επτά χρόνια, ενώ σε όσους γνώριζαν τέσσερις γλώσσες ο εγκέφαλος φαινόταν περίπου 13 χρόνια νεότερος.

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος αποτελείται από δισεκατομμύρια νευρικά κύτταρα, τα οποία επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω πολύπλοκων δικτύων. Ωστόσο, καθώς μεγαλώνουμε, η συνδεσιμότητα αυτών των δικτύων συχνά μειώνεται, με αποτέλεσμα να επηρεάζονται η μνήμη και η ταχύτητα σκέψης.

Προηγούμενες έρευνες είχαν δείξει ότι άνθρωποι από ευρωπαϊκές χώρες με υψηλότερο επίπεδο γλωσσικών δεξιοτήτων παρουσίαζαν πιο αργή γνωστική γήρανση. Η νέα μελέτη, όμως, προσπάθησε να εξετάσει πιο άμεσα την επίδραση της πολυγλωσσίας στον ίδιο τον εγκέφαλο.

Επιστήμονες από την Ισπανία, τη Χιλή, την Αργεντινή και το Δουβλίνο μελέτησαν ανθρώπους που ζουν στη Χώρα των Βάσκων μια περιοχή γνωστή για τα υψηλά επίπεδα πολυγλωσσίας και οι οποίοι μιλούσαν ισπανικά, βασκικά, γαλλικά ή και αγγλικά.

Για να υπολογίσουν τη «νευρολογική ηλικία» του εγκεφάλου, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν μαγνητοεγκεφαλογραφία (MEG), μια τεχνική που καταγράφει τη δραστηριότητα του εγκεφάλου. Εξέτασαν συνολικά 728 ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών και με διαφορετικό επίπεδο γλωσσικών ικανοτήτων.

Στη συνέχεια χρησιμοποίησαν τεχνητή νοημοσύνη για να αναλύσουν τα δεδομένα και να υπολογίσουν ποιο θεωρείται φυσιολογικό επίπεδο εγκεφαλικής συνδεσιμότητας για κάθε ηλικία. Οι επιστήμονες εξέτασαν επίσης μια δεύτερη, ανεξάρτητη ομάδα 144 ατόμων, με ίσο αριθμό ανθρώπων που μιλούσαν μία, δύο, τρεις ή τέσσερις γλώσσες.

Η δρ. Λουσία Αμορούσο, από το Κέντρο Γνωστικών Επιστημών, Εγκεφάλου και Γλώσσας της Χώρας των Βάσκων στο Σαν Σεμπαστιάν, εξήγησε: «Με απλά λόγια, οι άνθρωποι που μιλούσαν περισσότερες γλώσσες είχαν εγκεφάλους που έδειχναν νεότεροι από το αναμενόμενο για τη χρονολογική τους ηλικία. Η επίδραση δεν σχετιζόταν μόνο με τον αριθμό των γλωσσών. Η μεγαλύτερη γλωσσική επάρκεια και η νωρίτερη εκμάθηση μιας δεύτερης γλώσσας συνδέονταν επίσης με καθυστερημένη γήρανση του εγκεφάλου».

Όπως σημείωσε, αυτό δείχνει ότι η πολυγλωσσική εμπειρία λειτουργεί σταδιακά: δεν πρόκειται απλώς για το αν κάποιος είναι δίγλωσσος ή όχι, αλλά για το βάθος και τη διάρκεια της επαφής του με τις γλώσσες.

Οι ερευνητές έλαβαν υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο και το μορφωτικό επίπεδο των συμμετεχόντων. Ωστόσο, υπογράμμισαν ότι δεν μπορούν να αποκλείσουν την επίδραση άλλων στοιχείων που ενδέχεται να προστατεύουν τον εγκέφαλο, όπως ο τρόπος ζωής, η κοινωνική δραστηριότητα και η γενικότερη πνευματική άσκηση.

Η καθηγήτρια Χριστίνα Ντάλλα, νευροεπιστήμονας από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, σχολίασε ότι τα ευρήματα δείχνουν πως η εκμάθηση δεύτερης, τρίτης ή τέταρτης γλώσσας μπορεί να βοηθήσει τον εγκέφαλο να παραμένει νεότερος για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

«Υπάρχουν πολλοί καλοί λόγοι για να μάθει κάποιος μια ακόμη γλώσσα σε οποιαδήποτε ηλικία κοινωνικοί, πολιτιστικοί αλλά και λόγοι που αφορούν την υγεία του εγκεφάλου. Γι’ αυτό πρέπει να ενισχύουμε την εκμάθηση γλωσσών στα σχολεία και καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής, ακόμη κι αν είναι δύσκολη», ανέφερε.

Ωστόσο, η καθηγήτρια Ιφ Χόγκερβορστ, ειδικός στη βιολογική ψυχολογία από το Πανεπιστήμιο του Λάφμπορο, συνέστησε προσοχή στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων.

Όπως τόνισε, παρότι τα στοιχεία δείχνουν ότι η πολυγλωσσία συνδέεται με μεγαλύτερη ανθεκτικότητα του εγκεφάλου, είναι πιθανό οι άνθρωποι που μιλούν πολλές γλώσσες να έχουν παράλληλα και άλλες συνήθειες που προστατεύουν τη νοητική υγεία όπως πιο υγιεινό τρόπο ζωής, περισσότερη ανάγνωση, διαρκή μάθηση ή ενασχόληση με τη μουσική.

Πηγή: Guardian

Save