
Από την εποχή του Αριστοτέλη μέχρι τον Μακιαβέλι, η πολιτική ισορροπεί ανάμεσα σε δύο αντιλήψεις.
Για τον Αριστοτέλη, η πολιτική ήταν η ανώτατη μορφή ηθικής. Σκοπός της δεν ήταν απλώς η κατάκτηση ή η διατήρηση της εξουσίας, αλλά η υπηρεσία του κοινού αγαθού. Ο ηγέτης όφειλε να είναι δίκαιος, συνετός και ενάρετος, γιατί χωρίς αρετή δεν υπάρχει ούτε καλή διακυβέρνηση, ούτε υγιής δημοκρατία.
Ο Μακιαβέλι ανέτρεψε αυτήν τη θεώρηση. Διαχώρισε την πολιτική από την ηθική και υποστήριξε ότι η αποτελεσματικότητα και η διατήρηση της εξουσίας μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να δικαιολογήσουν επιλογές που η ιδιωτική ηθική θα απέρριπτε. Η αντιπαράθεση αυτή δεν ανήκει στα βιβλία της πολιτικής φιλοσοφίας. Τη βλέπουμε να εξελίσσεται καθημερινά μπροστά μας. Και οι τελευταίες εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ αποτελούν ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η παραίτηση του Σωκράτη Φάμελλου ήταν η μόνη πολιτικά ορθή επιλογή για τον ίδιο και σε αντίθετες με άλλες πολιτικές του πρωτοβουλίες και… εφαρμόσιμη. Όχι γιατί κάθε αποτυχία οδηγεί αυτομάτως έναν πρόεδρο στην έξοδο. Αλλά γιατί η πολιτική ευθύνη προϋποθέτει ότι μια ηγεσία αναγνωρίζει πότε το σχέδιο που υπηρέτησε δεν εξασφαλίζει ούτε τη βιωσιμότητα ούτε την προοπτική του κόμματος που διοικεί.
Η ηγεσία Φάμελλου συνδέθηκε με τη βαθύτερη κρίση αξιοπιστίας του ΣΥΡΙΖΑ και με μια στρατηγική που δεν διασφάλιζε την αυτόνομη πολιτική του ύπαρξη. Όταν ένα κόμμα φτάνει να αμφισβητείται ακόμα και ως προς την κοινοβουλευτική του παρουσία, η παραίτηση είναι πολιτικής ευθύνης.
Από εδώ και πέρα, όμως, το ζήτημα δεν είναι ο Σωκράτης Φάμελλος. Το ζήτημα είναι η πολιτική ηθική της επόμενης ημέρας. Η εκλογή του νέου προέδρου της Κοινοβουλευτικής Ομάδας δεν είναι μια τυπική εσωκομματική διαδικασία. Είναι μια απόφαση που μπορεί να καθορίσει αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα δώσει πραγματική μάχη πολιτικής επιβίωσης ή αν θα συνεχίσει την πορεία συρρίκνωσής του. Και εδώ εμφανίζεται μια αντίφαση που δύσκολα περνά απαρατήρητη. Αν πράγματι αρκετοί εκτιμούν ότι ο Παύλος Πολάκης αποτελεί ίσως την τελευταία ευκαιρία του ΣΥΡΙΖΑ να διατηρήσει ισχυρή κοινοβουλευτική παρουσία, γιατί δεν του εμπιστεύονται την ηγεσία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας; Το ερώτημα δεν αφορά μόνο τον Παύλο Πολάκη. Αφορά τη συνέπεια ανάμεσα σε όσα λέγονται και σε όσα πράττονται. Αφορά το αν οι αποφάσεις λαμβάνονται με γνώμονα το μέλλον του κόμματος ή με γνώμονα διαφορετικούς πολιτικούς σχεδιασμούς.
Δεν γνωρίζω ποιες είναι οι τελικές επιλογές κάθε βουλευτή. Εκτιμώ όμως ότι, αν κάποιος θεωρεί πως το πολιτικό του μέλλον βρίσκεται αλλού, τότε γεννάται ένα εύλογο ηθικό ερώτημα: μπορεί να καθορίζει το μέλλον ενός κόμματος στο οποίο δεν πιστεύει ότι θα συνεχίσει να ανήκει;
Δεν πρόκειται για ζήτημα νομιμότητας. Πρόκειται για ζήτημα πολιτικής συνέπειας. Το ίδιο ισχύει και για τη βουλευτική έδρα. Το Σύνταγμα αναγνωρίζει ότι η έδρα ανήκει στον βουλευτή. Η πολιτική ηθική, όμως, θέτει ένα διαφορετικό ερώτημα. Όταν ένας βουλευτής αποφασίζει να ακολουθήσει διαφορετική πολιτική διαδρομή, αρκεί η ανεξαρτητοποίηση ή μήπως η πιο καθαρή στάση είναι να επιστρέψει την έδρα και να ζητήσει ξανά την εμπιστοσύνη των πολιτών με τα νέα πολιτικά του δεδομένα; Δεν είναι θέμα συνταγματικού δικαίου. Είναι θέμα πολιτικής εντιμότητας. Υπάρχει, όμως, και μία ακόμη διάσταση.
Οι επιλογές αυτές δεν επηρεάζουν μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ. Επηρεάζουν και την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη του Αλέξη Τσίπρα. Η ΕΛ.Α.Σ. φιλοδοξεί να εκφράσει μια νέα πολιτική πρόταση, ευρύτερη από τα παραδοσιακά κομματικά όρια και με διαφορετικές πολιτικές αναφορές. Ακριβώς γι’ αυτό, ο τρόπος με τον οποίο στελέχη άλλων κομμάτων επιλέγουν να συμπορευθούν μαζί της, έχει ιδιαίτερη σημασία.
Ένα νέο πολιτικό εγχείρημα δεν κρίνεται μόνο από τις διακηρύξεις του. Κρίνεται και από την πολιτική κουλτούρα με την οποία οικοδομείται. Αν η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι κάποιοι παραμένουν στον ΣΥΡΙΖΑ, συμμετέχουν στις κρίσιμες αποφάσεις του και ταυτόχρονα προετοιμάζουν τη μετάβασή τους στην ΕΛ.Α.Σ., τότε το βάρος αυτής της εικόνας δεν αφορά μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ. Αφορά και την ίδια την ΕΛ.Α.Σ., γιατί η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται από τις ιδέες στον τρόπο της πολιτικής μετάβασης. Και αυτό δεν θα ήταν δίκαιο για ένα εγχείρημα που φιλοδοξεί να κριθεί για το πρόγραμμά του και όχι για τις μετακινήσεις στελεχών.
Ίσως τελικά εκεί βρίσκεται η ουσία της διαφοράς ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον Μακιαβέλι. Ο πρώτος θα έκρινε τις σημερινές εξελίξεις με κριτήριο την αρετή, τη συνέπεια και το κοινό καλό. Ο δεύτερος θα αναζητούσε την αποτελεσματικότητα του πολιτικού σχεδιασμού. Η δημοκρατία, όμως, δεν μπορεί να επιβιώσει μόνο με όρους αποτελεσματικότητας. Χρειάζεται εμπιστοσύνη. Και η εμπιστοσύνη γεννιέται όταν οι πολίτες πιστεύουν ότι οι πολιτικοί υπηρετούν πρώτα τις αρχές τους και μετά τις προσωπικές τους στρατηγικές. Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα της επόμενης ημέρας.
Όχι μόνο για τον ΣΥΡΙΖΑ. Όχι μόνο για την ΕΛ.Α.Σ. Αλλά για την αξιοπιστία της ίδιας της πολιτικής.