Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο

Το Μουντιάλ των δισεκατομμυρίων έχει ένα μεγάλο τίμημα: τη Δημοκρατία…

Η FIFA καταγράφει ιστορικά έσοδα, όμως το οικονομικό μοντέλο μεταφέρει το κόστος στις διοργανώτριες χώρες, οδηγώντας όλο και περισσότερες δημοκρατίες εκτός διεκδίκησης του Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Το Παγκόσμιο Κύπελλο δεν υπήρξε ποτέ μεγαλύτερο οικονομικά. Η FIFA αναμένει έσοδα-ρεκόρ 11,36 δισ. ευρώ για τον κύκλο 2023-2026, με σχεδόν 8 δισ. ευρώ να προέρχονται μόνο από τη διοργάνωση του 2026. Τα τηλεοπτικά δικαιώματα εξακολουθούν να αποτελούν τη μεγαλύτερη πηγή εσόδων, αποφέροντας περίπου 3,5 δισ. ευρώ, ενώ τα εισιτήρια και τα premium πακέτα φιλοξενίας ξεπερνούν πλέον τα 2,6 δισ. ευρώ.

Τα οικονομικά μεγέθη αυξάνονται με σταθερό ρυθμό. Το Κατάρ 2022 απέφερε περίπου 56% περισσότερα έσοδα από το Μουντιάλ της Βραζιλίας το 2014 και μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις επιβράδυνσης αυτής της πορείας.

Πίσω όμως από τους ισολογισμούς της FIFA, αρκετοί οικονομολόγοι του αθλητισμού υποστηρίζουν ότι το επιχειρηματικό μοντέλο παρουσιάζει μια θεμελιώδη στρέβλωση. Η ίδια η FIFA συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος των εμπορικών εσόδων, ενώ το οικονομικό βάρος μεταφέρεται στις χώρες και κυρίως στις πόλεις που φιλοξενούν τη διοργάνωση.

Σύμφωνα με τα συμβόλαια που υπογράφονται με τις διοργανώτριες πόλεις, η FIFA διατηρεί τα περισσότερα εμπορικά δικαιώματα, από τα έσοδα των εισιτηρίων μέχρι σημαντικό μέρος των παράπλευρων δραστηριοτήτων. Αντίθετα, οι τοπικές αρχές αναλαμβάνουν τις επενδύσεις σε στάδια, μεταφορές, ασφάλεια, ξενοδοχειακές υποδομές και λειτουργικά έξοδα.

Οι λογαριασμοί που απομακρύνουν τις δημοκρατίες

Το αποτέλεσμα είναι ότι ολοένα και λιγότερες δημοκρατικές κυβερνήσεις εμφανίζονται διατεθειμένες να αναλάβουν το οικονομικό ρίσκο. Η Βραζιλία δαπάνησε περισσότερα από 13 δισ. ευρώ για το Μουντιάλ του 2014. Έναν χρόνο αργότερα η οικονομία της είχε εισέλθει σε ύφεση, ενώ αρκετά από τα γήπεδα που κατασκευάστηκαν παραμένουν μέχρι σήμερα ελάχιστα αξιοποιημένα.

Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί η «Arena Amazônia» στο Μανάους. Το στάδιο κόστισε περίπου 236 εκατ. ευρώ, διαθέτει χωρητικότητα 44.000 θέσεων και κατασκευάστηκε σε περιοχή χωρίς σύλλογο πρώτης κατηγορίας. Μετά το τέλος της διοργάνωσης χρησιμοποιείται μόνο περιστασιακά για αγώνες χαμηλής εμπορικής αξίας.

Παρόμοια εικόνα εμφανίζεται και στη Νότια Αφρική (διοργάνωσε το Μουντιάλ το 2010), όπου αρκετές εγκαταστάσεις συνεχίζουν να επιβαρύνουν τους κρατικούς προϋπολογισμούς με υψηλό κόστος συντήρησης.

Η μοναδική διοργάνωση που πλησίασε οικονομική ισορροπία ήταν εκείνη της Ρωσίας το 2018. Σύμφωνα με σχετικές μελέτες, η χώρα ανέκτησε περίπου 12 από τα σχεδόν 14 δισ. ευρώ που επένδυσε, σε ένα οικονομικό περιβάλλον όπου το κράτος μπορεί να απορροφά ζημιές χωρίς την πολιτική πίεση που συναντάται στις δυτικές δημοκρατίες.

Η ίδια τάση αποτυπώνεται ήδη ενόψει του Μουντιάλ 2030. Στην Ισπανία, τόσο η Λα Κορούνια όσο και η Μάλαγα απέσυραν την υποψηφιότητά τους ως πόλεις φιλοξενίας, θεωρώντας δυσανάλογο το κόστος των απαιτούμενων έργων. Η δήμαρχος της Λα Κορούνια, Ινές Ρέι, αποκάλυψε μάλιστα ότι η φιλοξενία μόλις πέντε αγώνων θα απαιτούσε περίπου 100 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε περισσότερο από το ένα τέταρτο του ετήσιου δημοτικού προϋπολογισμού.

Η Σαουδική Αραβία και η νέα γεωπολιτική του ποδοσφαίρου

Μέσα σε αυτό το οικονομικό περιβάλλον, η ανάθεση του Μουντιάλ 2034 στη Σαουδική Αραβία αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Το βασίλειο ήταν ουσιαστικά η μοναδική υποψηφιότητα που παρέμεινε μέχρι το τέλος της διαδικασίας. Η Αυστραλία εξέτασε το ενδεχόμενο συμμετοχής αλλά αποχώρησε, ενώ η κοινή πρόταση χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας δεν προχώρησε ποτέ.

Το επενδυτικό σχέδιο της Σαουδικής Αραβίας προβλέπει την κατασκευή ή ανακαίνιση 11 σταδίων, τη δημιουργία περίπου 185.000 νέων ξενοδοχειακών δωματίων και τεράστιες δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές.

Στο επίκεντρο βρίσκεται και η Neom, η υπερσύγχρονη πόλη που σχεδιάζεται με συνολικό προϋπολογισμό σχεδόν 450 δισ. ευρώ, αν και τα τελευταία χρόνια έχουν εκφραστεί σοβαρές αμφιβολίες για την πλήρη υλοποίηση του έργου.

Από το 2021 η Σαουδική Αραβία έχει επενδύσει περισσότερα από 5 δισ. ευρώ στον αθλητισμό, ενώ μόνο στο ποδόσφαιρο έχουν ανακοινωθεί δεκάδες συμφωνίες. Παράλληλα, η κρατική πετρελαϊκή Aramco αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους χορηγούς της FIFA, στηρίζοντας τόσο το ανδρικό όσο και το γυναικείο Παγκόσμιο Κύπελλο.

Τα ανθρώπινα δικαιώματα και η αλλαγή του κοινού

Η ανάθεση του 2034 συνοδεύεται από έντονη κριτική διεθνών οργανώσεων. Η Διεθνής Αμνηστία και η Human Rights Watch υποστηρίζουν ότι η διοργάνωση κινδυνεύει να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο βελτίωσης της διεθνούς εικόνας της Σαουδικής Αραβίας, παρά τις καταγγελίες για περιορισμούς στις ατομικές ελευθερίες, το σύστημα kafala για τους μετανάστες εργαζόμενους, τις διακρίσεις απέναντι στην κοινότητα ΛΟΑΤΚΙ+ και τους περιορισμούς στην ελευθερία του Τύπου.

Οι ίδιες οργανώσεις είχαν επικρίνει και τη διαδικασία επιλογής, καθώς οι ομοσπονδίες-μέλη της FIFA κλήθηκαν να εγκρίνουν μαζί τις διοργανώσεις του 2030 και του 2034, χωρίς δυνατότητα ξεχωριστής ψηφοφορίας.

Την ίδια στιγμή, η FIFA συνεχίζει να διευρύνει το εμπορικό αποτύπωμα της διοργάνωσης. Η αύξηση των συμμετεχουσών εθνικών ομάδων σε 48 εξυπηρετεί και τη στρατηγική ανάπτυξης νέων αγορών, ιδιαίτερα στην Ασία και την Αφρική. Η δυνητική τηλεοπτική απήχηση του Μουντιάλ 2026 εκτιμάται στα 6 δισεκατομμύρια ανθρώπους.

Ωστόσο, σε αρκετές ευρωπαϊκές κοινωνίες παρατηρείται διαφορετική τάση. Πριν από το Κατάρ 2022, δημοσκοπήσεις κατέγραψαν ισχυρή κοινωνική αντίδραση στη Γερμανία και τη Γαλλία, ενώ αρκετές γαλλικές πόλεις αρνήθηκαν να εγκαταστήσουν δημόσιες γιγαντοοθόνες. Η συμβολική διαμαρτυρία της εθνικής Γερμανίας με τα χέρια μπροστά στο στόμα, μετά την απαγόρευση του περιβραχιονίου «One Love», αποτέλεσε μία από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες εκείνης της διοργάνωσης.

Η εμπορική ανάπτυξη του Παγκοσμίου Κυπέλλου συνεχίζεται με αμείωτη ένταση. Το ερώτημα, όμως, αφορά στο ποιοι θα μπορούν πλέον να το διοργανώσουν. Όσο το οικονομικό μοντέλο μεταφέρει το μεγαλύτερο μέρος του κόστους στις διοργανώτριες χώρες, οι δημοκρατίες δυσκολεύονται να δικαιολογήσουν τέτοιες επενδύσεις απέναντι στους φορολογούμενους. Αντίθετα, κράτη με διαφορετικές πολιτικές και οικονομικές προτεραιότητες εμφανίζονται πρόθυμα να αναλάβουν το βάρος, θεωρώντας το Μουντιάλ εργαλείο διεθνούς επιρροής και γεωπολιτικής προβολής. Αυτό ενδέχεται να αποτελέσει τη σημαντικότερη αλλαγή στην ιστορία της κορυφαίας ποδοσφαιρικής διοργάνωσης.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΑ