
Τέτοια μέρα πριν από 22 χρόνια, βρισκόμασταν ακόμα στην εκκίνηση των εν Αθήναις Ολυμπιακών Αγώνων και αναζητούσαμε εύσχημο τρόπο για να δικαιολογήσουμε τα αδικαιολόγητα, δηλαδή το σκάνδαλο Κεντέρη-Θάνου, το κρούσμα ντόπινγκ του πρώτου ελληνικού μεταλλίου (Σαμπάνης) και τη θεόξινη γεύση στο ποτήρι της σαμπάνιας που κεράσαμε τον εαυτό μας για να γιορτάσουμε το «ελληνικό θαύμα».
Αν θέλουμε να είμαστε τίμιοι με την Ιστορία, το μοναδικό θαύμα που συντελέστηκε εκείνες τις μέρες ήταν ότι δεν μας αφαιρέθηκε κλωτσηδόν το χρίσμα για τη διεξαγωγή των Αγώνων. Αν ο μέσος πατριώτης νεοέλληνας θυμάται σήμερα τους Αγώνες του 2004 ως θρίαμβο, είναι επειδή ό,τι θυμάται χαίρεται. Και επειδή το συνάφι μου φρόντισε να ταΐσει την κοινή γνώμη με τόννους σανό, με το αζημίωτο φυσικά και με ανταλλάγματα που ζύγιζαν το βάρος της Ολυμπιακής δάδας σε χρυσάφι.
Οι ξένοι ακούνε «Αθήνα 2004» και καγχάζουν χαχανίζοντας, διότι θυμούνται καλά το οργανωτικό χάος της επταετίας που προηγήθηκε, την ντροπιαστική «κίτρινη κάρτα» της ΔΟΕ, το τσουνάμι της ντόπας και την τριτοκοσμική προχειρότητα με την οποία κουκουλώθηκαν όλα τα προβλήματα προκειμένου να ολοκληρωθεί το εγχείρημα. Τα αιώνια κλισέ που συνοδεύουν τον Έλληνα δικαιώθηκαν τότε μέχρι κεραίας. Ξέρετε ποιαλώ, αυτά που εμείς θεωρούμε τίτλο τιμής και όλοι οι άλλοι καραγκιοζιλίκια: «Ο ανεύθυνος ο Έλληνας αφήνει τα πάντα για την τελευταία στιγμή, να όμως που τελικά τα καταφέρνει».
Το πρόβλημα δεν είναι τι λένε οι ξένοι, αλλά τι δεν λένε οι Έλληνες. Αυτοί που θα έπρεπε να επαναστατήσουν μπροστά στον εξευτελισμό της χώρας και της κοινωνίας, αλλά έκαναν τα στραβά μάτια ανεμίζοντας σημαιάκια, επειδή έτσι απαιτούσε το εθνικό όραμα της μεγάλης Ελλάδας. Οι συντεταγμένες της τραγωδίας ήταν οι περισσότερες αόρατες για τα βλέμματα των ξένων, αλλά παραμένουν ορατές ακόμα και σήμερα για τα μάτια όσων αρνούνται να κοιτάξουν αλλού.
Η οικονομική χρεοκοπία της χώρας στον βωμό ενός ασήμαντου κέρδους που δεν ήρθε ποτέ. Η διαφθορά που έφτασε στο κόκαλο και τα μαλαματένια πιρούνια όσων μοιράστηκαν τα λάφυρα. Οι τσιμεντένιοι «λευκοί ελέφαντες» που σαπίζουν ακόμα και σήμερα, δύο δεκαετίες αργότερα. Ο αποικιακός εξανδραποδισμός των ελευθεριών του πολίτη στο όνομα της «ασφάλειας», με τα C4I και τα άλλα χρυσοπληρωμένα συστήματα. Η αναγωγή του ντόπινγκ σε εθνική αθλητική πολιτική για το κυνήγι των μεταλλίων. Τα έργα υποδομής που, πέραν του ότι είναι ανεπαρκή (όπως το τριτοκοσμικό αεροδρόμιο), θα μπορούσαν κάλλιστα να δρομολογηθούν και χωρίς να βάλουμε το κεφάλι στον ντορβά των Ολυμπιακών Αγώνων. Η παράδοση της χώρας σε μία ολιγαρχική ελίτ που έπινε, πίνει και θα πίνει το αίμα του λαουτζίκου.
Και, last but not least που θα έλεγαν και στο σαλόνι της Γιάννας Αγγελοπούλου, ο πλήρης εξανδραποδισμός της «τέταρτης εξουσίας», όχι πολύ διαφορετικός από αυτόν που ζούμε σήμερα. Το «Αθήνα 2004» φρόντισε εξαρχής να εντάξει στο μισθολόγιό του σχεδόν όλους τους διευθυντές αθλητικών τμημάτων των εφημερίδων, των καναλιών και άλλων μέσων ενημέρωσης, σε μία ξεδιάντροπη αργομισθία που του εξασφάλιζε την έξωθεν καλή μαρτυρία ή απλά την «ομερτά».
Στο ίδιο γκρουπ καλοπληρωμένων καλοθελητών εντάχθηκε και αξιοσημείωτος αριθμός πολιτικών συντακτών ή προσωπικοτήτων της τηλεόρασης και του γραπτού Τύπου. Παράλληλα, η Οργανωτική Επιτροπή έσπευσε να προσλάβει με παχυλούς μισθούς στο γιγάντιο Γραφείο Τύπου τη συντριπτική πλειοψηφία των αθλητικών συντακτών, Αθηνών και πάσης Ελλάδας.
Οι μεγαλοεκδότες μετείχαν εξαρχής στο φαγοπότι, αφού η Ελλάδα και ιδίως η Αθήνα μετατράπηκαν σε «απέραντο εργοτάξιο» με ευνοιοκρατικές αναθέσεις, πρόσχημα για τις οποίες ήταν το μαχαίρι που είχαμε στο λαιμό. Περιθώριο για χρονοβόρους διαγωνισμούς δεν υπήρχε μετά την «κίτρινη κάρτα» του 2000 και την αλλαγή ηγεσίας στην Οργανωτική Επιτροπή, οπότε τα χρυσά έργα δόθηκαν σε ημέτερους με συνοπτικές διαδικασίες και με ζημιωμένο πάντοτε το Δημόσιο.
Αντιμέτωπη με αυτή τη λαίλαπα, η αργυρώνητη δημοσιογραφία έκανε μόκο, διότι ουδείς δαγκώνει το χέρι που τον ταΐζει, ιδίως όταν ο μεζές ξεκινάει από χαβιάρι και καταλήγει σε αστακό. Σε αυτή την αιχμαλωσία, υπήρξε μία και μοναδική νομίζω πηγή αντίστασης: η εφημερίδα Ελευθεροτυπία, η οποία -με σημαιοφόρο τον Φίλιππο Συρίγο, που δεν ήταν άγιος αλλά κάπως έτσι έχτισε τον μύθο του- απαγόρευσε ρητά στους συντάκτες της να εργαστούν σα γραφεία Τύπου και στις έμμισθες επιτροπές του «Αθήνα 2004».
Ήταν έτσι ελεύθερη να ασκήσει τη γνώριμη στους αναγνώστες της δριμεία κριτική στη γενικευμένη αθλιότητα, από την εποχή κιόλας της διεκδίκησης, μέχρι και στα χρόνια που ακολούθησαν τους Αγώνες, όταν κατέφτασε η λυπητερή και ξέσπασαν τα δύσοσμα σκάνδαλα της ντόπας. Προσωπικά αισθάνομαι υπερήφανος που ήμουν μέλος του αθλητικού τμήματος αυτής της εφημερίδας από το 1991 μέχρι το κλείσιμο και το δεύτερο κλείσιμό της. Και που δεν δούλεψα ποτέ στο «Αθήνα 2004»
Από την άλλη, οι πάντες και τ’ αδέλφια τους πλούτισαν με το ζεστό χρήμα των Ολυμπιακών Αγώνων, εκτός από καμιά τριανταριά κορόιδα που δώσαμε πτωχοί πλην τίμιοι τη μάχη της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας απέναντι στο τέρας. Και τι καταλάβαμε; Σάμπως πήραμε κανένα Πούλιτζερ; Στις κηδείες όσων -ουκ ολίγων- από εμάς έφυγαν νωρίς (με πρώτο τον ίδιο τον Συρίγο), δεν ήρθε σχεδόν κανένας. Ρε συ Φίλιππε, μήπως τελικά πιαστήκαμε μαλάκες;