
Για δεκαετίες, η ιστορία της αμερικανικής τέχνης έμοιαζε να χωρίζεται σε δύο κόσμους που δεν θα συναντιούνταν ποτέ. Από τη μία ο Andy Warhol, ο άνθρωπος που έκανε τις κονσέρβες Campbell's, τα μπουκάλια της Coca-Cola και τη Marilyn Monroe συνώνυμα της pop art και από την άλλη ο Jamie Wyeth, γιος του Andrew Wyeth και κληρονόμος της σημαντικότερης ίσως δυναστείας ζωγράφων στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένας καλλιτέχνης που συνέχισε την παράδοση της παραστατικής ζωγραφικής σε μια εποχή που πολλοί τη θεωρούσαν ήδη ξεπερασμένη. Κι όμως, οι δυο τους όχι μόνο έγιναν φίλοι, αλλά δημιούργησαν μία από τις πιο απρόσμενες και ουσιαστικές καλλιτεχνικές σχέσεις του 20ού αιώνα.
Στην ιστορία της τέχνης αρέσουν οι αντιθέσεις. Οι ιμπρεσιονιστές απέναντι στους ακαδημαϊκούς, οι μοντερνιστές απέναντι στους παραδοσιακούς, οι αφηρημένοι απέναντι στους ρεαλιστές. Είναι ένας εύκολος τρόπος να οργανώσεις δεκαετίες δημιουργίας σε αντίπαλα στρατόπεδα. Κάπως έτσι αντιμετωπίστηκε για χρόνια και η αμερικανική τέχνη μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Από τη μία υπήρχε η Νέα Υόρκη, το εργαστήριο των νέων ιδεών, των γκαλερί, των συλλεκτών και της pop art και από την άλλη, μια διαφορετική Αμερική, αυτή της υπαίθρου, της παράδοσης και της ζωγραφικής που συνέχιζε να πιστεύει ότι ένας πίνακας αφηγείται ιστορίες χωρίς να χρειάζεται ειρωνεία ή εννοιολογικά παιχνίδια.
Ο Andy Warhol και ο Jamie Wyeth έμοιαζαν να εκπροσωπούν ακριβώς αυτές τις δύο όψεις της χώρας. Ο πρώτος είχε ήδη γίνει πολιτισμικό φαινόμενο. Μετέτρεψε τις κονσέρβες Campbell's σε έργα τέχνης, αποθέωσε τη διασημότητα ως προϊόν κατανάλωσης, έκανε τη μεταξοτυπία βασικό εργαλείο της καλλιτεχνικής του γλώσσας και έχτισε γύρω από το Factory έναν μικρό πλανήτη όπου συνυπήρχαν μουσικοί, μοντέλα, σκηνοθέτες, drag queens, συλλέκτες, δημοσιογράφοι και κάθε λογής εκκεντρικές προσωπικότητες της Νέας Υόρκης. Ο Warhol δημιουργούσε εικόνες, μύθους, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό. Ήταν ίσως ο πρώτος καλλιτέχνης που κατάλαβε ότι, στη μεταπολεμική Αμερική, η δημόσια εικόνα μπορούσε να γίνει εξίσου σημαντική με το ίδιο το έργο.
Ο Jamie Wyeth, αντίθετα, γεννήθηκε μέσα σε μια οικογένεια-θεσμό της εικαστικής τέχνης. Ο πατέρας του, Andrew Wyeth, είχε ήδη αποκτήσει μυθικές διαστάσεις με έργα όπως το εμβληματικό Christina's World, ενώ ο παππούς του, N.C. Wyeth, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς εικονογράφους του 20ού αιώνα. Για έναν νέο ζωγράφο, ένα τέτοιο επώνυμο μπορούσε να λειτουργήσει περισσότερο ως βάρος παρά ως προνόμιο, αφού κάθε έργο του συγκρινόταν με εκείνα του πατέρα του. Σαν να περνάει εξετάσεις.
Κι όμως, αντί να απομακρυνθεί από αυτή την παράδοση, ο Wyeth την αγκάλιασε. Παρέμεινε πιστός στη ζωγραφική του βλέμματος, στη σχολαστική παρατήρηση, στην αργή διαδικασία μέσα από την οποία ένα πρόσωπο αποκτά χαρακτήρα και μια λεπτομέρεια αποκτά σημασία. Εκεί όπου ο Warhol αναζητούσε την επανάληψη, ο Wyeth κυνηγούσε τη μοναδικότητα και εκεί όπου ο ένας αφαιρούσε πληροφορίες, ο άλλος τις πρόσθετε. Και ακριβώς γι' αυτό η γνωριμία τους έμοιαζε τόσο απίθανη.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Ο άνθρωπος που τους έφερε κοντά ήταν ο φωτογράφος, εικαστικός και συγγραφέας, Peter Beard, μια από τις πιο χαρισματικές φυσιογνωμίες της αμερικανικής καλλιτεχνικής σκηνής. Ήξερε και τους δύο αρκετά καλά ώστε να αντιληφθεί ότι πίσω από τις προφανείς διαφορές τους, υπήρχε μια κοινή περιέργεια. Όταν πρότεινε στον Wyeth να γνωρίσει τον Warhol, δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί ότι αυτή η σύσταση θα εξελισσόταν σε μια φιλία που θα κρατούσε σχεδόν δύο δεκαετίες.
Η πρώτη τους επαφή έγινε στο Factory στα τέλη της δεκαετίας του '60. Για τον Wyeth, το περιβάλλον εκείνο δεν έμοιαζε με τίποτα από όσα είχε γνωρίσει μέχρι τότε. Άνθρωποι έμπαιναν και έβγαιναν διαρκώς, φωτογραφίσεις γίνονταν δίπλα σε επαγγελματικές συναντήσεις, τηλεφωνήματα διακόπτονταν από αυτοσχέδια πάρτι, μουσικοί δοκίμαζαν καινούργια κομμάτια ενώ κάποιος ετοίμαζε μια ταινία ή μια μεταξοτυπία. Ο ίδιος ο Warhol φρόντιζε ώστε όλα να μοιάζουν σχεδόν αυθόρμητα και ότι εκείνος απλώς παρακολουθούσε τα πράγματα να συμβαίνουν. Ήταν μια εικόνα που ο ίδιος καλλιεργούσε μεθοδικά και ο Jamie Wyeth ήταν από τους λίγους που είδαν τι πραγματικά συνέβαινε πίσω από αυτή την περσόνα. «Έλεγε συχνά πως τις περισσότερες δουλειές τις έκαναν "τα παιδιά". Στην πραγματικότητα δούλευε ασταμάτητα», θα πει αργότερα, αναγνωρίζοντας ότι ο Warhol είχε πολύ μεγαλύτερη συμμετοχή στη δημιουργική διαδικασία απ' όση άφηνε να φανεί δημόσια.

Jamie Wyeth, Portrait of Andy Warhol (c. 1976). Credit: wikiart.com
Η ουσιαστική συνεργασία τους ξεκίνησε το 1976, όταν ο Warhol κάλεσε τον Wyeth να εγκατασταθεί για ένα διάστημα στο Factory προκειμένου να ζωγραφίσει το πορτρέτο του. Του παραχώρησε έναν μικρό χώρο, προστατευμένο πίσω από ένα μαύρο παραβάν, ώστε να μπορεί να δουλεύει χωρίς να τον ενοχλεί η ασταμάτητη κίνηση του εργαστηρίου. Ο Fred Hughes, ο στενότερος συνεργάτης και επιχειρηματικός διαχειριστής του Warhol, φρόντιζε ώστε κανείς να μην παραβιάζει αυτή τη μικρή ζώνη ηρεμίας μέσα στο οργανωμένο χάος του Factory. Εκεί αποτυπώθηκε ίσως η μεγαλύτερη αντίθεση ανάμεσα στους δύο καλλιτέχνες.
Ο Wyeth δεν ξεκινούσε ποτέ έναν πίνακα χωρίς να προηγηθεί μια μακρά περίοδος παρατήρησης. Δημιουργούσε δεκάδες προσχέδια με μολύβι, μελάνι και ακουαρέλα, μελετούσε ξεχωριστά τα χέρια, τα μάτια, τα παπούτσια, τις κινήσεις του σώματος, ακόμη και τις διαφορετικές λευκές περούκες που φορούσε ο Warhol σχεδόν καθημερινά, αλλάζοντας κάθε φορά ελαφρά την εικόνα του. Για εκείνον, το τελικό πορτρέτο ήταν απλώς η κορυφή ενός τεράστιου παγόβουνου παρατήρησης.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Δεν δίσταζε ακόμη και να χρησιμοποιεί παχύμετρα για να μετρά με ακρίβεια τις αποστάσεις ανάμεσα στα χαρακτηριστικά του προσώπου του μοντέλου του. Ο Warhol αντιμετώπιζε αυτά τα εργαλεία με χιούμορ, αποκαλώντας τα εργαλεία βασανιστηρίων, αλλά συγχρόνως έδειχνε να απολαμβάνει αυτή τη διαδικασία. Ήταν σαν να ανακάλυπτε μια εντελώς διαφορετική αντίληψη για το πορτρέτο, πολύ πιο κοντά στην παράδοση των μεγάλων Ευρωπαίων ζωγράφων απ' ό,τι στη δική του βιομηχανική αισθητική.
Η διαδικασία, ωστόσο, δεν ήταν μονόπλευρη. Όσο ο Wyeth αφιέρωνε εβδομάδες μελετώντας κάθε λεπτομέρεια του προσώπου του Warhol, ο Warhol παρακολουθούσε με ειλικρινή περιέργεια έναν τρόπο εργασίας που του ήταν σχεδόν άγνωστος. Ο ίδιος είχε ήδη καθιερώσει τη δική του μέθοδο. Η Polaroid Big Shot φωτογράφιζε το μοντέλο από πολλές γωνίες και στη συνέχεια οι εικόνες μετατρέπονταν στις χαρακτηριστικές μεταξοτυπίες του μέσα από μια διαδικασία όπου η ζωγραφική συναντούσε τη μηχανική αναπαραγωγή. Η αντίθεση ανάμεσα στους δύο δεν θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη. Ο ένας χρειαζόταν εβδομάδες για να ολοκληρώσει ένα πορτρέτο, ο άλλος λίγα λεπτά για να δημιουργήσει το υλικό πάνω στο οποίο θα βασιζόταν το έργο του. Κι όμως, κανείς από τους δύο δεν αντιμετώπιζε τη διαφορετική μέθοδο του άλλου με συγκατάβαση, αντίθετα, υπήρχε ένας ειλικρινής θαυμασμός. Ο Warhol παραδεχόταν ότι πάντοτε ευχόταν να μπορεί να ζωγραφίζει όπως ο Wyeth, ενώ ο Wyeth έβλεπε στον Warhol έναν άνθρωπο που είχε κατορθώσει να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος αντιλαμβανόταν την τέχνη.
Αυτή η αμοιβαία εκτίμηση αποτυπώθηκε και στα ίδια τα πορτρέτα. Ο Wyeth δημιούργησε μία από τις πιο απογυμνωμένες εικόνες του Warhol που έχουν υπάρξει ποτέ, αφού μακριά από τις πολύχρωμες επιφάνειες της pop art και από τη μυθολογία που είχε χτίσει γύρω από τον εαυτό του, ο καλλιτέχνης εμφανίζεται εύθραυστος, σχεδόν απόκοσμος. Είναι ένας Andy Warhol που δεν κοιτάζει τον θεατή σαν σταρ. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί ιστορικοί της τέχνης εξακολουθούν να θεωρούν αυτό το έργο το σημαντικότερο ζωγραφικό πορτρέτο του Warhol. Ο επιμελητής Walter Hopps είχε χαρακτηρίσει μια φωτογραφία του Dennis Hopper ως την καλύτερη φωτογραφική απεικόνιση του καλλιτέχνη. Δεκατρία χρόνια αργότερα, ο Wyeth πέτυχε κάτι αντίστοιχο στη ζωγραφική. Κατέγραψε όχι τον μύθο του Warhol αλλά την ανθρώπινη παρουσία του.
Ο Warhol, από την άλλη πλευρά, δεν προσπάθησε να μιμηθεί τον Wyeth, δεν θα είχε άλλωστε κανένα νόημα. Τον φωτογράφισε με την Polaroid ενώ εργαζόταν και στη συνέχεια δημιούργησε τις χαρακτηριστικές μεταξοτυπίες του. Παράλληλα, όμως, σχεδίασε και μια σειρά από εξαιρετικά ευαίσθητα σχέδια με μολύβι, τα οποία συχνά επισκιάζονται από τα πιο διάσημα έργα του εκείνης της περιόδου. Για τον Wyeth, αυτά τα σχέδια αποκάλυπταν μια διαφορετική πλευρά του φίλου του, έναν άνθρωπο πολύ πιο επιμελή και πολύ πιο αφοσιωμένο στη ζωγραφική από όσο άφηνε ο ίδιος να πιστεύει το κοινό.

Invitation to to the 1976 exhibition “Andy Warhol and Jamie Wyeth Portraits of Each Other” at the Coe Kerr Gallery– Hirshhorn Museum and Sculpture Garden Library.
Η κοινή τους έκθεση, με τίτλο Andy Warhol and Jamie Wyeth: Portraits of Each Other, εγκαινιάστηκε στις 3 Ιουνίου 1976 στην Coe Kerr Gallery της Νέας Υόρκης και εξελίχθηκε σε κοσμικό γεγονός. Περισσότεροι από 2.200 επισκέπτες προσπάθησαν να χωρέσουν στον χώρο των εγκαινίων, ενώ η ουρά εκτεινόταν κατά μήκος του δρόμου. Ένας φρουρός της Pinkerton βρισκόταν στην είσοδο για να ελέγχει τις προσκλήσεις, καθώς οι διοργανωτές δεν περίμεναν τόσο μεγάλη προσέλευση. Ανάμεσα στους επισκέπτες βρίσκονταν ο Henry Fonda, η Angela Lansbury, ο Valentino, η Paulette Goddard, ο John Phillips και πολλές ακόμη προσωπικότητες της καλλιτεχνικής και κοσμικής ζωής της εποχής. Ο Victor Hugo, στενός συνεργάτης του Warhol και του Halston, κυκλοφορούσε κρατώντας ως... συνοδό έναν ανθρώπινο σκελετό, μια εικόνα που θα μπορούσε να έχει ξεπηδήσει από κάποια ταινία του ίδιου του Warhol.
Οι κριτικοί δεν ήξεραν ακριβώς πώς να αντιμετωπίσουν αυτή τη συνεργασία. Η New York Times μίλησε για τη συνάντηση του «Πατριάρχη της pop art» με τον «Πρίγκιπα του ρεαλισμού», ενώ ο αυστηρός κριτικός Hilton Kramer περιέγραψε τη σχέση τους ως μια ανδρική εκδοχή της «Πεντάμορφης και του τέρατος». Για ένα μεγάλο μέρος του καλλιτεχνικού κατεστημένου, η έκθεση έμοιαζε σχεδόν με πρόκληση. Οι Wyeth αντιπροσώπευαν την παράδοση, ο Warhol την ανατροπή της. Το γεγονός ότι όχι μόνο συνεργάζονταν αλλά διασκέδαζαν και ο ένας με την παρέα του άλλου έμοιαζε να καταρρίπτει βολικές κατηγοριοποιήσεις που για χρόνια χρησιμοποιούσε ο κόσμος της τέχνης.

Jamie Wyeth, FOR F.W.—WHO GETS WHAT THIS IS ALL ABOUT MORE THAN ANYONE (c. 1976). © Jamie Wyeth / Artists Rights Society (ARS), New York. Photo: Steven DeWitt and Matt Hopen/Lowy, courtesy Schoelkopf Gallery.

Jamie Wyeth, a.w. liked this but this week didn’t. I stopped (c. 1976). © Jamie Wyeth / Artists Rights Society (ARS), New York. Photo: Steven DeWitt and Matt Hopen/Lowy, courtesy Schoelkopf Gallery.
Η έκθεση δεν έμεινε στη Νέα Υόρκη. Το επόμενο μεγάλο κεφάλαιο γράφτηκε στο Chadds Ford της Πενσυλβάνια, όπου παρουσιάστηκε στο Brandywine River Museum. Εκεί ο Warhol βρέθηκε σε ένα περιβάλλον εντελώς ξένο προς τη δημόσια εικόνα του. Ανέβηκε στο αγρόκτημα της οικογένειας Wyeth, πέρασε την Ημέρα των Ευχαριστιών μαζί τους, έκανε βόλτες με άμαξες, απόλαυσε ένα οικογενειακό γεύμα που χαρακτήρισε τέλειο στο ημερολόγιό του και περνούσε ώρες βλέποντας σαπουνόπερες στην τηλεόραση επειδή πίστευε ότι εκεί η λήψη ήταν καλύτερη από ό,τι στη Νέα Υόρκη.
Στο Point Lookout Farm γνώρισε καλύτερα και τον Andrew Wyeth. Η συνάντησή τους έχει αποκτήσει σχεδόν μυθικές διαστάσεις. Ο Warhol, βλέποντας μπροστά του τον ζωγράφο που θαύμαζε επί χρόνια, αναφώνησε αυθόρμητα «Gee whiz, is this Andy Wyeth?». Ο πατέρας του Jamie, από την πλευρά του, βρήκε τον Warhol συμπαθή και ευχάριστο, μια περιγραφή που έρχεται σε αντίθεση με το στερεότυπο του ψυχρού και απόμακρου καλλιτέχνη.
Η περιοδεία της έκθεσης συνεχίστηκε στο Nashville, όπου οι δύο ζωγράφοι έγιναν δεκτοί από μαζορέτες στο αεροδρόμιο και παρακολούθησαν παράσταση στο Grand Ole Opry. Εκεί γνώρισαν τον θρύλο της country Roy Acuff, ο οποίος παραδέχτηκε ότι δεν ήξερε ποιος ήταν ο Warhol, προσθέτοντας όμως πως «όποιος κι αν είναι, είμαστε χαρούμενοι που βρίσκεται εδώ». Ο καλλιτέχνης που είχε ταυτιστεί όσο κανείς με τη μητρόπολη της σύγχρονης Αμερικής βρισκόταν στην καρδιά της παραδοσιακής country κουλτούρας, όπου η φήμη του δεν είχε ακόμη αποκτήσει μυθικές διαστάσεις.
Το τελευταίο μεγάλο επεισόδιο αυτής της κοινής διαδρομής γράφτηκε το 1980 στο Monte Carlo. Εκεί η έκθεση τους προσέλκυσε προσωπικότητες όπως η Πριγκίπισσα Γκρέις του Μονακό, ο Sylvester Stallone και η Lynn Wyatt. Ο Warhol κατέγραψε στα ημερολόγιά του ακόμη και τις κοινωνικές ισορροπίες που παρατηρούσε γύρω του, σημειώνοντας με το χαρακτηριστικό του χιούμορ ότι η Grace Kelly έδειχνε περισσότερο εντυπωσιασμένη από τον Jamie Wyeth και τη σύζυγό του Phyllis παρά από τον ίδιο.
Η σχέση τους δεν σταμάτησε με το τέλος της έκθεσης. Παρέμειναν φίλοι μέχρι τον θάνατο του Warhol το 1987. Στο μεταξύ ο Wyeth παρακολουθούσε τον φίλο του να ξεκινά μια νέα δημιουργική περίοδο μέσα από τη συνεργασία του με τον Jean-Michel Basquiat, ενώ ο Warhol σημείωνε στα ημερολόγιά του ότι ο Jamie άρχιζε να ζωγραφίζει πιο pop. Είναι δύσκολο να μετρήσει κανείς την πραγματική επιρροή που άσκησε ο ένας στον άλλον. Ο Wyeth δεν έγινε ποτέ pop artist και ο Warhol δεν εγκατέλειψε ποτέ τη μεταξοτυπία για τη ρεαλιστική ζωγραφική. Αυτό που άλλαξε ήταν κυρίως ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνονταν τα όρια της τέχνης.
Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η ιστορία παραμένει σχετικά άγνωστη, προσφάτως έχουν αρχίσει στα ξένα μέσα να γράφουν γι’ αυτή. Οι περισσότερες βιογραφίες του Warhol την αναφέρουν επιγραμματικά, σαν μια μικρή παρένθεση ανάμεσα στις συνεργασίες του με μουσικούς, ηθοποιούς και συλλέκτες. Στη ζωή του Jamie Wyeth, αντίθετα, θεωρείται καθοριστική στιγμή, ίσως επειδή εκείνος δεν θυμάται μόνο τον διάσημο Andy Warhol, αλλά τον άνθρωπο που καθόταν υπομονετικά με τις ώρες για να τον ζωγραφίσει, που κρατούσε σφιχτά τον Archie στις βόλτες με την άμαξα, που περνούσε τα βράδια βλέποντας σαπουνόπερες στην εξοχή της Πενσυλβάνια και που απέδειξε, χωρίς ποτέ να το διακηρύξει, ότι η μεγάλη τέχνη γεννιέται όταν διαφορετικοί κόσμοι αποφασίζουν, έστω και για λίγο, να συνομιλήσουν.