Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
21.10.2021

Αποχαιρετισμός στη Μέη, έναν υπέροχο σκύλο-οδηγό τυφλών

Η ψυχολόγος και πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ελληνικής Σχολής Σκύλων Οδηγών Τυφλών «Λάρα», Ιωάννα Μαρία Γκέρτσου, μιλάει στη Μαρία Λούκα για την κοινή ζωή της με τη Μέη που πέθανε πρόσφατα, αφήνοντας ένα αποτύπωμα τρυφερότητας στον κόσμο.

Η Ιωάννα Μαρία Γκέρτσου είναι γνωστή και το έργο της αξιοθαύμαστο. Σε μια κοινωνία διαβρωμένη σε μεγάλο βαθμό από την υπεροψία της αρτιμέλειας και βολικά αφημένη στην ιδέα ότι οι ανάπηροι άνθρωποι μπορεί να στερούνται βασικά δικαιώματα προσβασιμότητας, η Ιωάννα, ως τυφλή η ίδια, πίστεψε στη δυνατότητα των σκύλων – οδηγών τυφλών και έφερε τον κόσμο τούμπα για να το κάνει πράξη. Απέκτησε τη Λάρα, τον πρώτο σκύλο – οδηγό τυφλών στην Ελλάδα και έφτιαξε την Ελληνική Σχολή Σκύλων Οδηγών Τυφλών «Λάρα». Ο δεύτερος σκύλος που είχε η Ιωάννα ήταν η Μέη. Μαζί τις γνώρισα το 2018 και σαγηνεύτηκα από τη σχέση τους, από την αδιάκοπη ροή αγάπης που υπήρχε ανάμεσα τους. Πριν λίγες μέρες η Μέη πέθανε. Ζήτησα από την Ιωάννα να πούμε την ιστορία της, ως δημόσιο αποχαιρετισμό σ’ ένα εκπληκτικό πλάσμα άλλα και ως υπόδειγμα αποδόμησης στερεοτύπων τόσο για την αναπηρία, όσο και για τα ζώα.

«Με την Μέη βρεθήκαμε το Νοέμβριο του 2009. Η σχολή VBM της Ελβετίας μας έκανε χορηγία την εκπαίδευση ενός σκύλου οδηγού, στην ουσία μας βοηθούσαν να πάρουμε τεχνογνωσία γιατί δεν υπήρχε ακόμα τίποτα σχετικό στην Ελλάδα πέρα από μένα. Εγώ τότε ζούσα στην Κρήτη και είχα τη Λάρα. Στείλαμε επιστολές σε διάφορους συλλόγους τυφλών ότι υπάρχει διαθέσιμος ένας σκύλος οδηγός μα δεν λάβαμε καμία απάντηση. Κάπως συμπαντικά, η Λάρα κάποια στιγμή δεν μπορούσε να δουλέψει άλλο, έπαθε ρήξη χιαστού και την πήραν οι γονείς μου. Ήμουν αρκετά δεμένη μαζί της και έλεγα ότι δεν αντέχω να πάρω άλλον σκύλο. Ωστόσο, οι Ελβετοί με προέτρεπαν να πάρω τη Μέη. Πήγα στην Ελβετία, έμεινα μαζί της 10 μέρες και μετά ήρθε δύο φορές η εκπαιδεύτρια στην Ελλάδα για να συνεκπαιδευτούμε. Στην αρχή η Μέη δε με ήθελε κι εγώ δε μπορούσα να τη συνηθίσω. Σιγά σιγά δεθήκαμε. Με κέρδισε ο τρόπος της, το πώς μπορούσε να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Ο σκύλος οδηγός γίνεται όλη μέρα τα μάτια μας. Μπορεί να πάει οπουδήποτε πάμε εμείς και καθώς δεν έχουμε οπτική επαφή με το περιβάλλον και δε μπορούμε να προβλέψουμε τι θα γίνει μπροστά, λειτουργεί προστατευτικά. Παρακολουθούσα τη Μέη να το παλεύει, να δείχνει τρομερή πίστη και ευγένεια».

Ήταν μια αρχετυπική, συννεφιασμένη, μελαγχολική Κυριακή η μέρα που συναντηθήκαμε. Ο ουρανός έσταζε ράθυμα μικρές σταγόνες βροχής. Ανά διαστήματα τα μάτια μας ήταν σίγουρα πιο υγρά, καθώς η Ιωάννα περιέγραφε την κοινή τους ζωή:

«Αγαπηθήκαμε πάρα πολύ. 12 χρόνια που ήταν στο πλάι μου γυρίσαμε όλη την Ευρώπη, πήγαμε στο Ευρωκοινοβούλιο, ήμασταν οι κύριοι εισηγητές για μια νομοθεσία που πέρασε το 2013 ώστε να είναι όλοι οι κυβερνητικοί ιστότοποι προσβάσιμοι σε αναπήρους, είχαμε πάει στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, όταν διορίστηκα στο ΕΣΥ η Μέη ήταν μαζί μου και έγινε ο πρώτος σκύλος που είχε πρόσβαση σε δημόσιο νοσοκομείο. Έχουμε πάει σε μεγάλα ευρωπαϊκά μουσεία μαζί. Μια τυφλή κι ένας σκύλος έβλεπαν έναν πίνακα. Ήταν μοναδικό. Έχασα τους γονείς μου παρέα με τη Μέη. Λύπες, χαρές, ξενύχτια, βλακείες, όλα μαζί της. Δεν είχε κάνει λάθος ποτέ, ποτέ δεν είχε ενοχλήσει, ποτέ δεν είχε κάνει ζημιά. Είχε ένα ελάττωμα που το ήξερα, αν την άφηνες ελεύθερη σε μη περιφραγμένο χώρο έψαχνε να βρει φαγητό. Γελάγαμε, όμως. Είχε πλάκα. Ήξερα πως ακόμα κι αν φύγει, θα γυρίσει πίσω ή κάπως θα τη βρω. Στη δουλειά της ήταν εξαιρετική, είχε στωικότητα και οξυδέρκεια για τα πράγματα. Περάσαμε μαζί 12 χρόνια.  Ήταν τα πιο παραγωγικά, τα ωραιότερα και ταυτόχρονα δυσκολότερα χρόνια και την είχα στο πλευρό μου. Δούλευα στο Ίδρυμα Τεχνολογίας, μετά διορίστηκα στο ΕΣΥ, πρώτα στην Κρήτη κι έπειτα στο Παίδων, συμμετείχα σε συνέδρια. Έγινε το μοντέλο μου για να μπορώ να φωτογραφίζω. Αυτή με παρακίνησε και άρχισα να ξεδιπλώνω τις γνώσεις που είχα αποκομίσει για τη φωτογραφία. Αν και η πρώτη φωτογραφία που ανέβασα δειλά δειλά ήταν με τη Λάρα, η Μεη ήταν το μοντέλο μου. Παίζαμε μαζί με το φακό, ήξερε ότι θα τη φωτογραφίσω και πόζαρε. Την έπαιρνα μαζί μου στις προπονήσεις στο καράτε και περίμενε να τελειώσω. Σκέφτομαι ότι αν οι άνθρωποι συμπεριφέρονταν όπως η Μέη, ίσως να ήταν καλύτερος ο κόσμος μας».

Κάτω από το τραπέζι που καθόμασταν, στα πόδια της Ιωάννας, ήταν ο Μπάμπου, ο καινούργιος σκύλος – οδηγός της. Τον πήρε το περασμένο Πάσχα. Τώρα που έφυγε η Μέη, είναι ο πολυτιμότερος συνεργάτης της τόσο στην ασφαλή διεκπεραίωση των αναγκών της καθημερινότητας, όσο και στην ψυχοσυναισθηματική διαχείριση της απώλειας.

«Αν δεν τον είχα, θα έμενα χωρίς σκύλο. Αυτό σημαίνει πως λειτουργικά θα ήμουν σε χειρότερη φάση, γιατί θα έπρεπε να γυρίσω στο λευκό μπαστούνι και συναισθηματικά θα δυσκολευόμουν αρκετά. Έχω συνηθίσει να έχω σκύλο δίπλα μου, να νιώθω την παρουσία του. Ευτυχώς λοιπόν που τον έχω γιατί βιώνω πένθος. Έχω αποδεχτεί το θάνατο. Ήταν επιλογή μου να προχωρήσω στην ευθανασία, αφού ο όγκος στο θώρακα και στο λαιμό της είχαν επιδεινώσει την υγεία της και η θεραπεία δεν απέδωσε. Μου λείπει πάρα πολύ, όμως, η Μέη. Ο μπούφος εδώ το χει καταλάβει.  Την ημέρα που πήγα τη Μέη στο νοσοκομείο σκύλων για ευθανασία, μας είδε που φύγαμε μαζί το πρωί. Όταν γύρισα χωρίς εκείνη, το κατάλαβε. Κόλλησε τη μύτη του στο παντελόνι μου πέντε λεπτά και μύριζε. Μετά για δύο μέρες ήταν πολύ στεναχωρημένος και γαντζωμένος πάνω μου. Του το πα κιόλας: Τώρα μείναμε οι δυο μας».

Στο διανοητικό συγκείμενο των κοινωνιών μας που εδράζεται στον ναρκισσισμό του ανθρωποκεντρικού πολιτισμού, τα ζώα αντιμετωπίζονταν συχνά ως χρηστικά είδη που έπρεπε να επιτελούν συγκεκριμένες εργασίες , σαν μια λίγο πιο χνουδωτή εκδοχή των λούτρινων παιχνιδιών που όταν τα βαριόμαστε μπορούμε αβίαστα να τα παρατήσουμε ή ακόμα χειρότερα σαν αντικείμενα εκτόνωσης διαστροφικού μίσους. Χρειάστηκε πολύς κόπος και θαρραλέες φιλοζωικές πρωτοβουλίες για να κατατριφθούν ορισμένες τουλάχιστον από τις στρεβλώσεις και να καλλιεργηθεί μια πιο φιλοζωική κουλτούρα. Η περίπτωση των σκύλων οδηγών είναι χαρακτηριστική των οριζόντων που μπορεί να ανοιχτούν από μια τέτοια συνεργασία. Οι σκύλοι- οδηγοί εντοπίζουν στοιχεία όπως διαβάσεις, πόρτες, σκάλες, ταμεία και μέσα μαζικής μεταφοράς. Διασχίζουν δρόμους ταχείας κυκλοφορίας κι αποφεύγουν πάσης φύσεως εμπόδια. Οι χειριστές τους κινούνται με ταχύτητα κι ασφάλεια, δίχως να κινδυνεύουν να ξεφύγουν από την πορεία τους, να χτυπήσουν επάνω σε κάποιο εμπόδιο, να τραυματιστούν από τα αυτοκίνητα, να πέσουν επάνω σε έναν άνθρωπο, στο έδαφος ή από τις σκάλες. Έτσι κινούνται πιο ελεύθερα στην πόλη, πράγμα που συμβάλλει στην ενδυνάμωση τους.

«Ο σκύλος – οδηγός βελτιώνει την ποιότητα ζωής για ένα τυφλό άτομο. Το πιστεύω ακράδαντα, το έχω διαπιστώσει στη δική μου ζωή και στις ζωές των ανθρώπων που έχουμε δώσει σκύλους – οδηγούς. Γι’ αυτό φέραμε αυτή την εξειδίκευση από το εξωτερικό. Έχω ταξιδέψει σε πάνω από 10 σχολές εκπαίδευσης στην Ευρώπη για να δω πως λειτουργούν. Προϋποθέτει, όμως, δουλειά και απαιτεί κάποιες προδιαγραφές. Δεν έχει νόημα να δοθεί σε έναν άνθρωπο πχ που δε γνωρίζει κινητικότητα με λευκό μπαστούνι ή σε κάποιον που δεν έχει προσανατολισμό ή σε κάποιον που δε θέλει να φροντίσει τον σκύλο. Θα τους είναι περισσότερο βάρος παρά βοήθημα. Πρέπει η Πολιτεία να μας προσφέρει αυτό που δικαιούμαστε. Είναι σημαντικό τα τυφλά παιδιά να μαθαίνουν από μικρά αυτονομία, να έχουν ψυχολογική υποστήριξη, να έχουν οι γονείς τους υποστήριξη, να έχουν επίγνωση της αναπηρίας. Όλα αυτά θέλουν πλαισίωση για να φτάσει ο άνθρωπος με βλάβη στην όραση να πει είμαι δυνατός, έχω τη γνώση και την επιθυμία να συνεχίσω με έναν σκύλο οδηγό. Δυστυχώς δεν είναι αυτονόητο σ’ ένα περιβάλλον γεμάτο στερεότυπα. Οι αναπαραστάσεις για τα τυφλά άτομα είναι στερεότυπες. Εμένα συχνά μου λένε ότι βλέπω, επειδή δεν είμαι αυτό που έχουν στο μυαλό τους για τα τυφλά άτομα. Προσπαθώ κάθε μέρα. Πηγαινοέρχομαι στη δουλειά μου, μπορεί να βρω πολλά εμπόδια ή να κινδυνεύσω στο δρόμο, αυτό δε σημαίνει ότι θα τα παρατήσω. Αν τα παρατήσω τους έχω κάνει τη χάρη, να μη με υπολογίζουν στο δρόμο, να με θέλουν κλεισμένη στο σπίτι μου, να μην κυκλοφορώ αυτόνομα. Με τον σκύλο – οδηγό εξελίσσεσαι. Ταυτόχρονα αυτή η συνεργασία είναι κι ένα μάθημα για την αναπηρία, τη φιλοζωία, την εξάλειψη των ταμπού. Βλέπουμε τι είναι ικανός να κάνει ένας άνθρωπος αν του δώσεις αυτά που χρειάζεται.»

Για την Ιωάννα ο θάνατος της Μέη συνέπεσε χρονικά με τον εντοπισμό μιας εντελώς προβληματικής διάταξης στο νόμο για τα ζώα συντροφιάς που συγκροτεί όρους για ρατσιστική αντιμετώπιση των σκύλων οδηγών και των τυφλών χειριστών τους. Ειδικότερα στο άρθρο 21 προβλέπει:  «Οι σκύλοι βοήθειας και τα ζώα θεραπείας μπορούν να εισέρχονται όπου επιτρέπεται η είσοδος των ατόμων τα οποία συνοδεύουν, συμπεριλαμβανομένων εστιατορίων, ξενοδοχείων, νοσοκομείων, σχολείων, δημόσιων υπηρεσιών, αθλητικών εγκαταστάσεων και εκκλησιών, εφόσον το επιτρέπουν το μέγεθος και τα ειδικά χαρακτηριστικά τους». Η Ιωάννα που, όπως όλα τα ανάπηρα υποκείμενα, έχει βιώσει μισαναπηρικές συμπεριφορές με πιο γνωστή την υπόθεση του 2016, όπου οδηγός λεωφορείου φώναξε την αστυνομία για να την κατεβάσει από το λεωφορείο μαζί με τη Μέη μέχρι πρόσφατα που ταξιτζής τη χρέωσε παραπάνω επειδή είχε μαζί της τον σκύλο, είναι αποφασισμένη να μην το αφήσει να περάσει έτσι.

«Αυτό που ίσχυε μέχρι πρότινος ήταν πως οι σκύλοι - οδηγοί επιτρέπονται παντού χωρίς κλουβί και χωρίς φίμωτρο ανεξάρτητα από το μέγεθος τους. Τώρα που ψηφίστηκε το νομοσχέδιο για τα ζώα συντροφιάς περιλάμβανε κι ένα εδάφιο για το οποίο ουδέποτε ενημερωθήκαμε και το παρατήρησα τυχαία αυτές τις μέρες. Λέει ότι οι σκύλοι οδηγοί και θεραπείας επιτρέπονται σε χώρους εφόσον το επιτρέπουν τα χαρακτηριστικά και το μέγεθος τους, δηλαδή δίνουν ένα αυθαίρετο κριτήριο επιλογής στον κάθε επιχειρηματία για τους σκύλους μας. Τα σκυλιά αυτά εξ ανάγκης είναι μεγαλόσωμα, πρέπει να έχουν δύναμη να μας τραβάνε μπροστά, δε γίνεται να αποκλειστούν. Με θύμωσε πάρα πολύ. Πρέπει να τροποποιηθεί άμεσα».

Ευχήθηκα στην Ιωάννα καλή δύναμη στην προσπάθεια της που οφείλει να γίνει προσπάθεια όλων. Για τη Μέη, για κάθε σκύλο που στάθηκε αρωγός σ’ ένα τυφλό άτομο πολύ περισσότερο απ’ ό,τι έκανε το κράτος, ενάντια στον μισαναπηρισμό και σε κάθετι που περιορίζει και υποβαθμίζει τις ζωές των ανάπηρων ανθρώπων. Καλή δύναμη.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
NEWS
Save