
EPA/RODRIGO JIMENEZ
Αν έχεις δει τους The National live, ξέρεις. Αν δεν ξέρεις, πρέπει οπωσδήποτε να μάθεις ότι ο Matt Berninger είναι ένας από τους συγκλονιστικότερους περφόρμερ εκεί έξω και το λέω αυτό χωρίς καμία δόση υπερβολής. Αυτός είναι και ένας λόγος που η ακύρωση της εμφάνισης της μπάντας το 2020 στην Αθήνα, εξαιτίας της πανδημίας, πόνεσε πολύ παραπάνω από ότι άλλες ακυρώσεις. Η ώρα της δικαίωσης όμως πλησιάζει και την Τετάρτη 15 Ιουλίου, ο Matt θα βρεθεί στη σκηνή του Ejekt Festival πριν τους Nothing but Thieves και τους The Cure. Αλληλούια!
Ας τα πάρω όμως από την αρχή όλα. Στα μέσα της δεκαετίας του 2000 το indie rock βρισκόταν στην πιο δημιουργική του στιγμή. Οι The Strokes είχαν ήδη αναστήσει το garage rock με την αβίαστη cool αισθητική τους, οι Interpol έφερναν ξανά στο προσκήνιο το ψυχρό μεγαλείο της post-punk μουσικής, οι Arcade Fire μετέτρεπαν κάθε συναυλία σε μια σχεδόν θρησκευτική εμπειρία και οι Franz Ferdinand απέδειξαν ότι οι κιθάρες μπορούσαν ακόμη να κάνουν τον κόσμο να χορεύει. Μέσα σε αυτή τη γενιά σπουδαίων συγκροτημάτων, οι The National ακολούθησαν έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο. Δεν τους ενδιέφερε καθολου να γίνουν η φωνή των εικοσάχρονων, αντιθέτως χτύπησαν εκείνους που είχαν φάει ήδη τις πρώτες πίκρες της ενηλικίωσης.

EPA/JOSE SENA GOULAO
Οι δίσκοι τους δεν μιλούσαν για την αδρεναλίνη της πρώτης αγάπης, ούτε για τη μέθη των ξενυχτιών, αλλά για σχέσεις που ενώ φθείρονται δεν τελειώνουν, για οικογένειες που προσπαθούν να κρατηθούν ενωμένες, για κρίσεις άγχους, για την πολιτική απογοήτευση και για τη συνειδητοποίηση ότι η ενηλικίωση δεν είναι καθόλου έτσι όπως μας την είχαν πουλήσει στην εφηβεία μας. Οι στίχοι τους δεν είχαν πρόθεση να μας κάνουν να ξεχάσουμε τα προβλήματά μας, ίσα-ίσα μας έκαναν να νιώσουμε ότι είμαστε πολλοί που νιώθουμε το ίδιο (και όχι ζαβλακωμένοι στον πλανήτη χάπι). Και έπιασε. Θυμάμαι ατελείωτα ξενύχτια στο USE bar της Καρύτση και στο KEY bar στην Πραξιτέλους, στα ‘00s, με όλους μας να τραγουδάμε κάπου εκεί στο σβήσιμο της βραδιάς, τους στίχους των The National αγκαλιασμένοι.
Στο επίκεντρο αυτής της μπάντας, λοιπόν, ο Matt Berninger. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές φωνές της σύγχρονης μουσικής, ένας τραγουδιστής που δεν μοιάζει με κανέναν από τους συνομηλίκους του. Αν ακούσεις έστω και μία λέξη από το στόμα του, τραγουδιστά, καταλαβαίνεις αμέσως ότι είναι ο Matt. Η βαθιά, βελούδινη baritone φωνή του έχει συγκριθεί με εκείνες του Leonard Cohen, του Nick Cave ή του αείμνηστου Mark Lanegan, όμως στην πραγματικότητα ο Berninger δεν ανήκει στην ίδια κατηγορία, αφού δεν έχει ούτε το στυλάκι του προφήτη, αλλά ούτε και του σκοτεινούς αφηγητή. Όταν τραγουδάει, νιώθεις ότι έχεις απέναντί σου έναν άνθρωπο με ένα ποτήρι ποτό στο χέρι και σου εξομολογείται πράγματα που δεν είχε το κουράγιο να πει όλη μέρα.
Αυτό που κάνει ακόμη πιο εντυπωσιακή την πορεία του είναι ότι έγινε ροκ σταρ χωρίς να είναι η πρόθεσή του αυτή. Πριν αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη μουσική, εργαζόταν στη διαφήμιση και η ζωή του έμοιαζε πολύ πιο προβλέψιμη από εκείνη που θα ακολουθούσε. Οι The National χρειάστηκαν χρόνια μέχρι να αποκτήσουν το κοινό που τους άξιζε και η αναγνώριση ήρθε όταν ο ίδιος είχε ήδη περάσει τα τριάντα. Εκεί δηλαδή που πολλοί άλλοι είχαν ήδη ζήσει την άνοδο και την πτώση τους, ο Berninger μόλις άρχιζε να βρίσκει τη φωνή του.
Ίσως γι' αυτό οι στίχοι του μοιάζουν με σελίδες από ένα μυθιστόρημα ή με αποσπάσματα από ημερολόγια ανθρώπων που προσπαθούν να βρουν ισορροπία ανάμεσα στις προσδοκίες και την πραγματικότητα. Αυτή η κινηματογραφική γραφή είναι που έκανε τραγούδια όπως τα "Slow Show", "Apartment Story", "Conversation 16", "Pink Rabbits" ή το συγκλονιστικό "Light Years" να αποκτήσουν σχεδόν διαχρονική υπόσταση.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί θεωρούν τον Berninger έναν από τους σημαντικότερους στιχουργούς της γενιάς του. Όπως ο Michael Stipe των R.E.M. ή ο David Berman των Silver Jews, προτιμά τις μικρές λεπτομέρειες που αποκαλύπτουν ολόκληρους χαρακτήρες. Ένας στίχος όπως το «You know I dreamed about you for twenty-nine years before I saw you» από το "Slow Show" ή το «I'm trying to stay in touch with anything I'm still in touch with» από το "Bloodbuzz Ohio" μπορεί να περιγράψει μια ολόκληρη ζωή μέσα σε λίγες λέξεις. Αυτή η λογοτεχνική διάσταση είναι που έκανε τους The National να αγαπηθούν επίσης, όσο λίγες μπάντες, από συγγραφείς, σκηνοθέτες και σεναριογράφους.
Αν υπάρχει ένας δίσκος που συμπυκνώνει όσα κάνουν τους The National τόσο ξεχωριστούς, αυτός είναι το Boxer του 2007. Πολλοί μουσικοκριτικοί τον τοποθετούν δίπλα σε άλμπουμ όπως το Turn On the Bright Lights των Interpol, το Funeral των Arcade Fire ή το Is This It των The Strokes ως έναν από τους καθοριστικούς δίσκους του 21ου αιώνα. Και αν το Boxer τους καθιέρωσε καλλιτεχνικά, το High Violet του 2010 τους έκανε παγκόσμιο σημείο αναφοράς. Εκεί οι The National έπαψαν να είναι απλώς το αγαπημένο συγκρότημα των μουσικοκριτικών και έγιναν μία από τις μεγαλύτερες σύγχρονες ροκ μπάντες.
Η επιρροή τους στις επόμενες γενιές είναι πολύ μεγαλύτερη απ' όσο συχνά αναγνωρίζεται. Συγκροτήματα όπως οι The War on Drugs, οι Daughter, οι Frightened Rabbit ή ακόμη και η πιο κινηματογραφική κατεύθυνση που ακολούθησε ο Bon Iver μετά τα πρώτα του βήματα συναντούν, με διαφορετικούς τρόπους, την αισθητική που οι The National συνέβαλαν να διαμορφωθεί. Όχι μόνο μουσικά, αλλά και ως προς τη θεματολογία. Για την αβεβαιότητα, την ψυχική υγεία, τις οικογενειακές σχέσεις, την πολιτική απογοήτευση και τη δύσκολη διαδικασία του να μεγαλώνεις χωρίς να χάνεις την ευαισθησία σου.

EPA/JOSE SENA GOULAO
Ο ίδιος ο Berninger δεν έκρυψε ποτέ ότι αυτή η ευαισθησία είχε και κόστος. Τα τελευταία χρόνια μίλησε ανοιχτά για τη δημιουργική εξουθένωση που τον έκανε να πιστέψει ότι ίσως δεν θα έγραφε ποτέ ξανά τραγούδια. Περιέγραψε περιόδους έντονου άγχους, κατάθλιψης και ενός επίμονου writer's block που τον απομάκρυνε ακόμη και από τη μεγαλύτερη αγάπη του, τη σύνθεση. Αυτή η κρίση, όμως, μετατράπηκε τελικά σε δημιουργική πρώτη ύλη. Το προσωπικό του ντεμπούτο, Serpentine Prison, έδειξε έναν Berninger ακόμη πιο εσωστρεφή, σχεδόν γυμνό συναισθηματικά, ενώ το περσινό Get Sunk μοιάζει με μια ήρεμη επανεκκίνηση.
Παράλληλα, οι συνεργασίες του αποδεικνύουν το εύρος της εκτίμησης που απολαμβάνει στον μουσικό κόσμο. Από το project EL VY με τον Brent Knopf μέχρι τις εμφανίσεις δίπλα στον Booker T. Jones, τους Clap Your Hands Say Yeah και την Phoebe Bridgers, ο Berninger δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ ως απλώς ένας ακόμη frontman. Ακόμη και η συνεργασία του με την Taylor Swift, μέσα από τον δημιουργικό κύκλο που διαμόρφωσε ο Aaron Dessner στα folklore και evermore, έδειξε ότι η γραφή του μπορεί να συναντήσει έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο χωρίς να χάσει τίποτα από τη διακριτική της δύναμη.
Και θα επανέλθω στη σκηνική του παρουσία γιατί πραγματικά όσοι τον έχουν δει ζωντανά γνωρίζουν ότι κατακτά το κοινό με έναν εντελώς δικό του τρόπο. Περπατά νευρικά, κρατάει το μικρόφωνο σαν προέκταση του σώματός του, συχνά κατεβαίνει ανάμεσα στους θεατές, αφήνεται στην αγκαλιά του κοινού, αυτοσχεδιάζει, γελά, χάνεται για λίγο μέσα στον κόσμο και επιστρέφει στη σκηνή σαν να μη συνέβη τίποτα. Σε κάθε συναυλία δημιουργείται η αίσθηση ότι τα τραγούδια γεννιούνται εκείνη τη στιγμή, ακόμη κι αν έχουν ακουστεί εκατοντάδες φορές.
Ευτυχώς, όπως ανέφερα και πριν, η ώρα της δικαίωσης πλησιάζει και την Τετάρτη θα τον απολαύσουμε σε μία εμφάνιση που θα περιλαμβάνει και τραγούδια από τα προσωπικά του άλμπουμ αλλά και από τη δισκογραφία των The National. Επιτέλους!