
Θεσμικά, η προκήρυξη των εκλογών δεν είναι κάτι περισσότερο από αυτό που λένε οι λέξεις: μια επίσημη πολιτική πράξη, με την οποία κινείται η εκλογική διαδικασία και οι πολίτες καλούνται να εκλέξουν τη νέα Βουλή, μετά τη λήξη της θητείας της προηγούμενης. Αυτά, βεβαίως, θεωρητικά... Διότι στην πράξη, αυτό που συμβαίνει είναι ότι η συνταγματική μας τάξη παρέχει στον εκάστοτε πρωθυπουργό τη δυνατότητα, επικαλούμενος την ύπαρξη εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας, να αξιοποιήσει το εργαλείο της πρόωρης διάλυσης της Βουλής είτε για να αιφνιδιάσει είτε για να εκμεταλλευτεί μια ευνοϊκή πολιτική συγκυρία.
Στην περίοδο που διανύουμε και με τη συζήτηση περί πρόωρων εκλογών μονίμως ανοιχτή, το στοιχείο του αιφνιδιασμού έχει προφανώς εξατμιστεί. Αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεγε να οδηγήσει τη χώρα στις κάλπες το ερχόμενο Φθινόπωρο, δεν θα το επιχειρούσε για να αιφνιδιάσει τους αντιπάλους του, αλλά γιατί θα είχε πειστεί ότι η πρόωρη προσφυγή προσφέρει στη Νέα Δημοκρατία πλεονεκτήματα, τα οποία αφαιρεί η ολοκλήρωση της τετραετίας.
Τελικά, φαίνεται ότι ο κύβος ερρίφθη και επί τη βάσει των πιο πρόσφατων δηλώσεων του πρωθυπουργού η χώρα θα οδηγηθεί στις κάλπες την ερχόμενη Άνοιξη – αν και επί εκλογικών σεναρίων το «ποτέ μη λες ποτέ» έχει πάντοτε τη δική του αξία. Ποιοι είναι οι λόγοι, όμως, που ώθησαν τον Πρόεδρο της ΝΔ να κλείσει τη συζήτηση για τις πρόωρες εκλογές, πέρα από τα μηνύματα δυσφορίας των υποψηφίων βουλευτών, που έβλεπαν να εγκλωβίζονται σε μια πολύμηνη προεκλογική περίοδο;
Αν επιχειρήσουμε να δούμε τις παραμέτρους που ορίζουν την εκλογική εξίσωση, θα διαπιστώσουμε ότι οι περισσότερες είναι γνωστές (δημοσκοπικά δεδομένα, οικονομικά περιθώρια, διεθνές περιβάλλον), με την εξαίρεση του απρόβλεπτου γεγονότος και την αβεβαιότητα που γεννάται για τις επιδόσεις των νέων κομμάτων.
Προφανώς, κάθε πολιτικό τον οδηγεί πρωτίστως το ένστικτο και δευτερευόντως η βεβαιότητα των αριθμών. Το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός επιλέγει να πάει σε εκλογές στον συνταγματικά προβλεπόμενο χρόνο, σημαίνει ότι «ανταλλάσσει» τον κίνδυνο ενίσχυσης της ΕΛΑΣ και του υπό δημιουργία κόμματος Σαμαρά με το εργαλείο της ΔΕΘ.
Και ο κίνδυνος αυτός δεν είναι αμελητέος… Το επιχείρημα άλλωστε των συνεργατών του Κυριάκου Μητσοτάκη που είχαν ταχθεί εδώ και καιρό υπέρ των πρόωρων εκλογών ήταν ότι η Νέα Δημοκρατία δεν είχε κανέναν λόγο να χαρίσει χρόνο στον Τσίπρα, καθώς τίποτα δεν αποκλείει να κλείσει αισθητά την ψαλίδα σε βάθος χρόνου, αλλά ούτε και στον Σαμαρά, για να αλωνίζει επί εννέα μήνες στις τοπικές οργανώσεις του κυβερνώντος κόμματος.
Παρ’ όλα αυτά, ο πρωθυπουργός θεωρεί ότι βασικός του αντίπαλος δεν είναι ακόμα η αντιπολίτευση, αλλά η ακρίβεια και η οικονομική στενότητα, η αδυναμία αντιμετώπισης της οποίας κατατρώγει πολιτικό κεφάλαιο και προκαλεί διάχυτη δυσφορία όχι μόνο στα αδύναμα οικονομικά στρώματα, αλλά και στη μεσαία τάξη.
Η επιλογή της Άνοιξης επιτρέπει στον Μητσοτάκη να αξιοποιήσει το βήμα της ΔΕΘ για να ανακοινώσει διορθωτικές κινήσεις που θα γίνουν αντιληπτές από τον ερχόμενο Γενάρη, αλλά και για να προβεί σε συγκεκριμένες εξαγγελίες για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες.
Στην πολιτική, άλλωστε, δεν γίνονται όλα: είτε θα παίξεις το χαρτί της πρόωρης προσφυγής και θα υποσχεθείς καλύτερες μέρες, έχοντας απέναντί σου μια ανοργάνωτη ακόμα αντιπολίτευση, είτε θα επιχειρήσεις να επενδύσεις σε οικονομικές παροχές και στο αφήγημα της σταθερότητας που ευνοεί η ολοκλήρωση της τετραετίας, προσφέροντας χρόνο, ωστόσο, στους αντιπάλους σου…
Πολιτικές «παντός καιρού» δεν υπάρχουν… Και όπως λένε και οι βετεράνοι της πολιτικής, στις εκλογές επιτρέπονται όλα, εκτός από τις… εκλογικές βεβαιότητες.