
Τα Κουφονήσια τα είχα στο μυαλό μου ως ένα μικρό καταφύγιο των Κυκλάδων. Ένα νησί που δεν χρειαζόταν προσπάθεια για να σε κερδίσει, γιατί είχε ήδη όλα όσα χρειαζόταν. Εκείνο το σχεδόν εξωπραγματικό γαλάζιο, τις παραλίες στις οποίες μπορούσες να πας με τα πόδια, τη Χώρα που δεν είχε ανάγκη από κοσμική επίδειξη και, πάνω απ’ όλα, μια αίσθηση ανεμελιάς. Πήγαινες εκεί για να κατεβάσεις λίγο την ένταση της ζωής σου. Τουλάχιστον αυτά είχα ακούσει από παρέες που τα είχαν επισκεφθεί χρόνια πριν.
Μόνο που φέτος η ένταση ήρθε μαζί μας στο νησί και δεν εννοώ απλώς ότι είχε πολύ κόσμο. Το πρόβλημα με τον υπερτουρισμό δεν είναι μόνο αριθμητικό, δεν είναι το θέμα πόσες πετσέτες χωράνε σε μια παραλία, ούτε πόσοι άνθρωποι μπορούν να περπατήσουν ταυτόχρονα στα σοκάκια. Είναι και το τι κουβαλάει μαζί του αυτός ο κόσμος. Τη συμπεριφορά του, την αισθητική του, τον θόρυβό του, την απαίτησή του να μετατρέψει κάθε μέρος στο οποίο φτάνει σε προέκταση του σαλονιού του.


Στην Ιταλίδα και στο Πορί, για παράδειγμα, κάποια στιγμή άκουγες τέτοια βαβούρα που μπορούσες να κλείσεις τα μάτια και να φανταστείς ότι βρίσκεσαι σε διαδήλωση στο Σύνταγμα ή σε συναυλία. Παρέες μιλούσαν όλες μαζί και όλες δυνατότερα από τις διπλανές, κινητά χτυπούσαν, παιδιά ούρλιαζαν, ηχεία έπαιζαν μουσική στην παραλία σαν να ήταν απολύτως αυτονόητο ότι οι υπόλοιποι έχουμε ταξιδέψει μέχρι τα Κουφονήσια για να ακούσουμε το playlist κάποιου αγνώστου. Το φορητό ηχείο στην παραλία είναι ίσως μία από τις πιο ενοχλητικές εφευρέσεις της εποχής μας. Όχι το ίδιο το αντικείμενο, προφανώς, αλλά η πεποίθηση που το συνοδεύει, ότι η προσωπική σου μουσική πρέπει να γίνει υποχρεωτικά και μουσική όλων των άλλων. Δεν έχει σημασία αν ο διπλανός θέλει να ακούσει τη θάλασσα, τον αέρα, τα τζιτζίκια ή απολύτως τίποτα. Εσύ έφερες JBL, άρα όλοι θα ακούσουμε. Και ας θυμίζει βραδιά σε μπουζούκια.
Φτάσαμε να ψάχνουμε μικρούς κολπίσκους για να βρούμε λίγη ησυχία και δεν αναφέρομαι σε κάποια μυστική παραλία που θα ανεβάζαμε μετά στο ίνστα με λεζάντα #hidden gem, αλλά κυριολεκτικά ένα σημείο στο οποίο να μπορούμε να καθίσουμε χωρίς να συμμετέχουμε άθελά μας σε δέκα διαφορετικές παρέες.

Γιατί υπάρχει και η νέα μεγάλη κοινωνική μάστιγα της ανοιχτής ακρόασης. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, ένα εντυπωσιακά μεγάλο ποσοστό ανθρώπων έχει αποφασίσει ότι το τηλέφωνο δεν χρειάζεται πλέον να πηγαίνει στο αυτί, μπαίνει σε ανοιχτή ακρόαση και το κρατάμε μπροστά στο στόμα μας σαν φέτα ψωμί με βούτυρο. Στην παραλία, στο εστιατόριο, στον δρόμο, στο καραβάκι. Και ξαφνικά όλοι πρέπει να γνωρίζουμε αν η Μαρία τελικά θα έρθει, τι είπε ο Γιώργος, πού είναι τα παιδιά και τι συνέβη χθες το βράδυ. Κάπου δίπλα μας ένας τύπος ενημέρωνε με τη δέουσα ένταση τον συνομιλητή του: «Άστα ρε, χάλια είμαι σήμερα, δεν πάει το καραβάκι στο Κάτω Κουφονήσι, έχει αέρα». Κι εμείς, χωρίς να έχουμε ρωτήσει, μάθαμε και ότι είναι χάλια και ότι δεν πάει το καραβάκι και ότι έχει αέρα.
Αυτό είναι ίσως που με ενόχλησε περισσότερο στα φετινά Κουφονήσια, η παντελής απουσία επίγνωσης ότι υπάρχει και ο Άλλος. Άνθρωποι που φωνάζουν αντί να μιλούν, που καταλαμβάνουν τον χώρο γύρω τους σαν να τους ανήκει, που θεωρούν φυσιολογικό να επιβάλλουν τη μουσική τους, τις τηλεφωνικές τους συνομιλίες, τα παιδιά τους, ολόκληρη την παρουσία τους στους υπόλοιπους. Και ναι, τα παιδιά είναι παιδιά, θα τρέξουν, θα παίξουν, θα φωνάξουν, θα πετάξουν άμμο. Το θέμα είναι τι κάνουν οι γονείς τους όταν η άμμος καταλήγει πάνω στους διπλανούς. Και αρκετές φορές η απάντηση ήταν, απολύτως τίποτα. Παιδάκια ούρλιαζαν και πετούσαν άμμο, ενώ οι γονείς συνέχιζαν αμέριμνοι τη συζήτησή τους. Γιατί κάπως έχουμε φτάσει από το «τα παιδιά πρέπει να είναι ελεύθερα» στο «οι υπόλοιποι οφείλουν να υποστούν τα παιδιά μου».
Και γύρω από όλα αυτά, η γνωστή πλέον αισθητική της ελληνικής τουριστικής υπερπαραγωγής. Φουσκωμένα χείλη, βλεφαρίδα-σκούπα, κινητό μονίμως σε θέση μάχης, φωτογραφίες, βίντεο, stories, πόζες. Δεν με ενδιαφέρει πώς επιλέγει να εμφανίζεται ο καθένας, ο καθένας κάνει ό,τι θέλει στο σώμα και στο πρόσωπό του. Αλλά όταν βλέπεις την ίδια ακριβώς αισθητική, την ίδια συμπεριφορά-κόπια, το ίδιο lifestyle να κατακλύζει ένα μικροσκοπικό κυκλαδίτικο νησί, καταλαβαίνεις ότι κάτι έχει αλλάξει βαθύτερα. Τα Κουφονήσια έχουν αρχίσει να μοιάζουν με μια μικρή Πάρο.

Και αυτό δεν αφορά μόνο τον κόσμο, αφορά και τις τιμές. Το πρωινό ξεκινά περίπου από 11 ευρώ για δύο αυγά ή για ένα μπολ με γιαούρτι και chia, χωρίς καν τον καφέ. Και κάπου εκεί θυμόμουν το άλλο πρωινό, στο άλλο νησί που πήγα φέτος, όπου έτρωγα τα τηγανητά αυγουλάκια μου με μπέικον και τυρί, έπινα και τον καφέ μου και το μπουκαλάκι με νερό και πλήρωνα συνολικά 8,50 ευρώ. Στο Πορί, μια μερίδα τηγανητές πατάτες μόνο κοστίζει 8 ευρώ. Οκτώ ευρώ οι τηγανητές πατάτες, επαναλαμβάνω. Κάπου, λοιπόν, πρέπει να αποφασίσουμε αν μιλάμε ακόμη για τουριστική ανάπτυξη ή αν έχουμε περάσει πλέον στη φάση του “ας πάρουμε ό,τι προλάβουμε όσο το μέρος είναι της μόδας”.
Το αποκορύφωμα αυτής της παράξενης μετάλλαξης ήρθε με τα γενέθλια ενός εφοπλιστή, για τα οποία πασίγνωστη λαϊκή τραγουδίστρια έφτασε στο νησί με ελικόπτερο για να τραγουδήσει. Δεν έχω απολύτως τίποτα με την πασίγνωστη λαϊκή τραγουδίστρια, κάνει τη δουλειά της και έχει το κοινό της. Το σουρεάλ της υπόθεσης ήταν η εικόνα. Ένα μικροσκοπικό νησί των Κυκλάδων, που ποτέ δεν είχε τέτοιου τύπου διασκέδαση ως κομμάτι της ταυτότητάς του, να μετατρέπεται ξαφνικά σε σκηνικό ιδιωτικού πάρτι με ελικόπτερο και live, την ώρα που μόνιμοι κάτοικοι γκρίνιαζαν για αυτό ακριβώς που έβλεπαν να συμβαίνει γύρω τους. Ακόμη πιο παράξενο ήταν ότι η συναυλία διαφημιζόταν στο νησί με αφίσες ως δωρεάν, με ελεύθερη είσοδο στο λιμάνι. Μόνο που όταν πήγαινες εκεί, μάθαινες ότι δωρεάν ήταν για τους κατοίκους, ενώ οι τουρίστες πλήρωναν κανονικά τον "λογαριασμό". Μια μικρή λεπτομέρεια που κάπως είχε χαθεί ανάμεσα στις αφίσες και στην "ελεύθερη είσοδο".

Μπορεί κάποιος να πει ότι όλα αυτά είναι το τίμημα της επιτυχίας, ότι τα Κουφονήσια έγιναν δημοφιλή, ότι ο κόσμος ταξιδεύει περισσότερο, ότι οι επιχειρηματίες έχουν λίγους μήνες για να βγάλουν τη χρονιά, ότι κανείς δεν μπορεί να απαιτεί να έχει ένα νησί μόνο για τον εαυτό του. Συμφωνώ, κανένα νησί δεν μας ανήκει και δεν έχω καμία νοσταλγία για κάποια δήθεν εποχή όπου οι «σωστοί» ταξιδιώτες γνώριζαν τα μυστικά μέρη και οι υπόλοιποι έπρεπε να μένουν μακριά. Ο τουρισμός δεν είναι ιδιωτικό κλαμπ και οι παλιοί επισκέπτες δεν αποκτούν δικαιώματα ιδιοκτησίας επειδή πρόλαβαν ένα μέρος πριν γίνει δημοφιλές, αλλά υπάρχει μια τεράστια διαφορά ανάμεσα στο να έρθει περισσότερος κόσμος και στο να αλλάξει ο χαρακτήρας ενός τόπου για να βολέψει τον κόσμο που έρχεται.
Η μαγεία ενός νησιού δεν βρίσκεται μόνο στις παραλίες του, αν ήταν έτσι, θα αρκούσε να έχει καθαρά νερά και θα τελείωνε εκεί η συζήτηση, άλλωστε η ομορφιά είναι ακόμη εκεί. Το Πορί παραμένει πανέμορφο, τα νερά εξακολουθούν να έχουν εκείνο το χρώμα που σε κάνει να κοντοστέκεσαι πριν μπεις μέσα και το νησί εξακολουθεί να έχει μια γεωγραφία σχεδόν φτιαγμένη για καλοκαιρινή ανεμελιά.
Η μαγεία βρίσκεται στον ρυθμό, στο πόσος χώρος μένει για τη σιωπή, στο πώς συμπεριφέρονται οι άνθρωποι μεταξύ τους. Στο αν μπορείς να καθίσεις δίπλα στη θάλασσα χωρίς κάποιος να θεωρεί αυτονόητο ότι πρέπει να ακούσεις το ηχείο του, στο αν ένα πρωινό παραμένει πρωινό και δεν μετατρέπεται σε luxury experience επειδή έβαλες chia πάνω στο γιαούρτι και φυσικά στο αν το νησί διατηρεί κάτι δικό του ή γίνεται ακόμη ένα σκηνικό πάνω στο οποίο παίζεται το ίδιο έργο που παίζεται πια παντού.

Ευτυχώς, τα Κουφονήσια δεν έχουν παραδοθεί εντελώς, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι και στιγμές που φροντίζουν να κρατούν ζωντανό εκείνο το ωραίο vibe, ακόμη κι αν πια πρέπει να το ψάξεις λίγο περισσότερο. Είναι εκείνο το κορίτσι και το αγόρι που κάθονται με τις κιθάρες τους στην πλατεία της Χώρας και τραγουδούν τον “Πεχλιβάνη” χωρίς ηχεία και γύρω τους γινόμαστε όλοι μία παρέα με λίγο ροζέ κρασί που σου χάρισε το ευγενικό αγόρι που δουλεύει στην αυθεντική, μουσική αυλή του Λωλού (και σου θύμισε εκείνα τα ανθρώπινα, παρεΐστικα, παλιά καλοκαίρια στη Δονούσα), είναι τα ήσυχα σοκάκια που θα βρεις μόλις απομακρυνθείς από το κέντρο και είναι φυσικά και οι ντόπιοι που, παρά τον νεοπλουτισμό που απλώνεται γύρω τους, εξακολουθούν να κρατούν τον χαρακτήρα και την απλότητά τους. Και την ημέρα, οι αμέτρητοι μικροί κολπίσκοι, εκεί όπου κάποια στιγμή θα βρεις την ηρεμία που τόσο επίμονα έψαχνες, θα μπεις στα απίστευτα διάφανα νερά τους και για λίγο θα ξεχάσεις όλη τη βαβούρα. Και τότε, έστω για λίγες στιγμές, τα Κουφονήσια γίνονται ξανά ένα νησί που θυμίζει νησί και όχι ίνσταγκραμ στόρι στη Νάουσα της Πάρου, Δεκαπενταύγουστο.
Απλώς πρέπει να θυμόμαστε ότι η μαγεία είναι άλλο πράγμα. Η μαγεία χρειάζεται και λίγη ησυχία. Χρειάζεται μέτρο και ανθρώπους που όταν φτάνουν κάπου δεν προσπαθούν να κάνουν το μέρος να προσαρμοστεί σε αυτούς, αλλά προσαρμόζονται εκείνοι στο μέρος που τους υποδέχεται.