Τριάντα οκτώ χρόνια έχουν περάσει από τη δολοφονία του Κώστα Ταχτσή, μιας από τις σημαντικότερες και πιο αντισυμβατικές προσωπικότητες της μεταπολεμικής ελληνικής λογοτεχνίας, και το τελευταίο κεφάλαιο της ζωής του εξακολουθεί να παραμένει ανεξιχνίαστο.
Ο συγγραφέας που συνέδεσε το όνομά του με το εμβληματικό «Τρίτο Στεφάνι» βρέθηκε νεκρός στις 27 Αυγούστου 1988 στο σπίτι του στον Κολωνό, με την έρευνα να οδηγείται σε πολλαπλά σενάρια χωρίς κανένα από αυτά να δίνει οριστική απάντηση για την ταυτότητα και το κίνητρο του δράστη. Το απόγευμα εκείνου του Σαββάτου η αδελφή του, Ελπίδα, έφτασε στο σπίτι του στην οδό Τυρνάβου 26. Είχαν περάσει περίπου δύο ημέρες χωρίς να καταφέρει να επικοινωνήσει μαζί του και η ανησυχία της την οδήγησε μέχρι την κατοικία του.
Εκεί βρέθηκε αντιμέτωπη με την τραγική εικόνα του νεκρού αδελφού της και ειδοποίησε αμέσως την Αστυνομία. Ο Ταχτσής, σε ηλικία 60 ετών, βρέθηκε πάνω στο κρεβάτι του, ξαπλωμένος στο πλάι. Ήταν γυμνός, φορούσε ξανθιά γυναικεία περούκα και τα νύχια του ήταν βαμμένα κόκκινα, ενώ γυναικεία ρούχα βρίσκονταν πεταμένα δίπλα στο κρεβάτι. Ο ιατροδικαστής Χαράλαμπος Σταμούλης διαπίστωσε ότι ο θάνατος είχε προκληθεί από ασφυξία λόγω στραγγαλισμού με τα χέρια. Η εκτίμηση ήταν ότι είχε δολοφονηθεί περίπου δύο 24ωρα πριν από την ανεύρεση της σορού του, πιθανότατα τη νύχτα της 25ης Αυγούστου. Δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι είχε προηγηθεί πάλη. Παράλληλα, η τοξικολογική εξέταση έδειξε μεγάλη ποσότητα αλκοόλ στο αίμα του, γεγονός που θεωρήθηκε πιθανή εξήγηση για το ότι δεν είχε καταφέρει να αντισταθεί στον άνθρωπο που τον στραγγάλισε.
Τα λιγοστά στοιχεία που βρήκαν οι αστυνομικοί στο σπίτι
Από τις πρώτες ώρες της έρευνας έγινε εμφανές ότι η εξιχνίαση της υπόθεσης θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Στον χώρο δεν εντοπίστηκαν αξιοποιήσιμα δακτυλικά αποτυπώματα πέρα από εκείνα ανθρώπων του στενού περιβάλλοντος του συγγραφέα. Την ίδια στιγμή, από το σπίτι διαπιστώθηκε ότι έλειπαν τρία αντικείμενα: ένα VCR, δηλαδή συσκευή βίντεο, ένας αυτόματος τηλεφωνητής και μία φωτογραφική μηχανή.
Η εικόνα παρέπεμπε αρχικά σε ληστεία. Υπήρχε όμως ένα στοιχείο που δημιουργούσε ερωτήματα. Στην τσέπη του παντελονιού του Ταχτσή είχαν παραμείνει 5.500 δραχμές. Παράλληλα, ο δράστης δεν είχε πάρει πίνακες σημαντικής αξίας που υπήρχαν στο σπίτι, μεταξύ των οποίων έργα του στενού φίλου του Αλέκου Φασιανού και του Αλέξη Ακριθάκη. Έτσι, ήδη από την αρχή, το ενδεχόμενο η ληστεία να ήταν το αποκλειστικό κίνητρο δεν μπορούσε να εξηγήσει με βεβαιότητα όσα είχαν συμβεί.
Η μαρτυρία για τους τρεις άνδρες που είχαν επισκεφθεί τον Ταχτσή
Ένας γείτονας έδωσε στους αστυνομικούς μία από τις σημαντικότερες μαρτυρίες σχετικά με τις τελευταίες ώρες πριν από τη δολοφονία. Σύμφωνα με όσα είχε αναφέρει, είχε δει τον συγγραφέα να επιστρέφει στο σπίτι του κατά το σούρουπο, φορώντας γυναικεία ρούχα και περούκα και έχοντας μαζί του έναν νεαρό άνδρα. Ο συγκεκριμένος άνδρας έφυγε αργότερα από την κατοικία. Ο Ταχτσής βγήκε ξανά και επέστρεψε με δεύτερο νεαρό, ο οποίος επίσης αποχώρησε έπειτα από κάποιο διάστημα.
Περίπου στις 3 τα ξημερώματα, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία, ο συγγραφέας εμφανίστηκε για ακόμη μία φορά έχοντας μαζί του έναν τρίτο άνδρα. Ο τελευταίος περιγραφόταν ως περίπου 30 ετών, καλοντυμένος και με μουστάκι. Ήταν, σύμφωνα με όσα κατάφερε να συγκεντρώσει η έρευνα, ο τελευταίος άνθρωπος που είχε θεαθεί μαζί με τον Ταχτσή πριν από τον θάνατό του. Παρά τις έρευνες, ο μυστηριώδης άνδρας δεν ταυτοποιήθηκε ποτέ και η συγκεκριμένη μαρτυρία, αν και φαινόταν αρχικά ιδιαίτερα σημαντική, δεν στάθηκε αρκετή για να οδηγήσει την Αστυνομία στον δολοφόνο.
Το σενάριο της ληστείας και το λάθος που δυσκόλεψε τις έρευνες
Η πρώτη εκδοχή που εξετάστηκε σοβαρά από την Αστυνομία ήταν εκείνη της ληστείας μετά φόνου. Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, ένας άπειρος ληστής θα μπορούσε να έχει ψάξει το σπίτι αναζητώντας αντικείμενα που θα μπορούσε εύκολα να πουλήσει. Έτσι θα εξηγούνταν η εξαφάνιση της συσκευής βίντεο, του αυτόματου τηλεφωνητή και της φωτογραφικής μηχανής, αλλά και το γεγονός ότι δεν είχε αντιληφθεί την αξία των έργων τέχνης.
Στο πλαίσιο αυτής της έρευνας, ωστόσο, έγινε ένα λάθος που θεωρήθηκε σημαντικό. Η συσκευή βίντεο είχε μοναδικό σειριακό αριθμό και η ανεύρεσή της θα μπορούσε ενδεχομένως να αποτελέσει διαδρομή προς τον άνθρωπο που την είχε αφαιρέσει από το σπίτι.
Πριν όμως προκύψει κάποιο αποτέλεσμα, ο συγκεκριμένος κωδικός δημοσιοποιήθηκε στον Τύπο. Έτσι, εάν το βίντεο πράγματι βρισκόταν στην κατοχή του δράστη, εκείνος γνώριζε πλέον ότι μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τον εντοπισμό του και είχε κάθε λόγο να το εξαφανίσει.
Το ενδεχόμενο ενός θανάτου κατά τη διάρκεια ερωτικής συνεύρεσης
Ένα δεύτερο σενάριο συνδέθηκε με την προσωπική και ερωτική ζωή του συγγραφέα. Άνθρωποι που γνώριζαν τις σεξουαλικές του προτιμήσεις είχαν εκφράσει την εκτίμηση ότι ο θάνατος ενδεχομένως να προκλήθηκε κατά τη διάρκεια σαδομαζοχιστικής ερωτικής πράξης. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, ο στραγγαλισμός θα μπορούσε αρχικά να αποτελούσε μέρος της ερωτικής πράξης και να εξελίχθηκε κατά λάθος σε θανατηφόρο. Ούτε αυτή η θεωρία, ωστόσο, επιβεβαιώθηκε ποτέ από στοιχεία.
Το σενάριο ότι κάποιος ήθελε να τον εμποδίσει να μιλήσει
Μία ακόμη θεωρία που αναπτύχθηκε μετά τον θάνατο του Κώστα Ταχτσή αφορούσε το ενδεχόμενο κάποιος να ήθελε να τον φιμώσει. Η συγκεκριμένη εκδοχή είχε δύο διαφορετικές παραμέτρους. Σύμφωνα με την πρώτη, ο δράστης θα μπορούσε να είναι παλαιότερος εραστής του συγγραφέα, ο οποίος δεν ήθελε να αποκαλυφθεί η μεταξύ τους σχέση.
Η δεύτερη συνδέθηκε με το βιβλίο αυτοβιογραφικού χαρακτήρα που ετοίμαζε ο Ταχτσής. Διατυπώθηκε η υπόθεση ότι κάποιος ίσως φοβόταν πως ο συγγραφέας επρόκειτο να αποκαλύψει στοιχεία για την ιδιωτική του ζωή ή για πρόσωπα με τα οποία είχε συναναστραφεί. Τα χειρόγραφα, όμως, βρέθηκαν στο σπίτι χωρίς να έχουν πειραχθεί. Όταν αργότερα η ημιτελής αυτοβιογραφία του εκδόθηκε με τον τίτλο «Το φοβερό βήμα», δεν εντοπίστηκαν σε αυτήν οι αποκαλύψεις που θα μπορούσαν να στηρίξουν το συγκεκριμένο σενάριο.
Η έρευνα του Κώστα Τσαρούχα έδωσε μια διαφορετική εκδοχή για εκείνη τη νύχτα
Μια τέταρτη θεωρία διατυπώθηκε από τον δημοσιογράφο και φίλο του συγγραφέα Κώστα Τσαρούχα. Στο βιβλίο του «Η δολοφονία του συγγραφέα: ποιος, πώς και γιατί σκότωσε τον Κώστα Ταχτσή» επιχείρησε να ανασυνθέσει τις τελευταίες ώρες της ζωής του. Σύμφωνα με την εκτίμησή του, ο Ταχτσής είχε οδηγήσει εκείνο το βράδυ τρεις πελάτες στο σπίτι του στον Κολωνό αντί να συναντηθεί μαζί τους στο ξενοδοχείο «Εστία».
Ήταν γνωστό ότι ο συγγραφέας κινούνταν σε νυχτερινές πιάτσες της Αθήνας αναζητώντας περιστασιακές ερωτικές επαφές και αρκετές φορές κυκλοφορούσε με γυναικεία εμφάνιση. Κατά την εκδοχή του Τσαρούχα, ο Ταχτσής ήταν μεθυσμένος και δεν μπόρεσε να αντιδράσει όταν ο τελευταίος άνδρας που είχε πάει μαζί του στο σπίτι αντιλήφθηκε ότι δεν βρισκόταν στο κρεβάτι με γυναίκα αλλά με άνδρα και τον στραγγάλισε. Η θεωρία αυτή αποτέλεσε μία ακόμη προσπάθεια ερμηνείας της υπόθεσης, χωρίς όμως να αποδειχθεί δικαστικά ή αστυνομικά.
Το έγκλημα παρέμεινε χωρίς δράστη
Οι έρευνες ήταν εκτεταμένες, όμως δεν κατέληξαν στην ταυτότητα του ανθρώπου που σκότωσε τον Κώστα Ταχτσή. Η εποχή δεν προσέφερε στις διωκτικές Αρχές τις δυνατότητες που υπάρχουν σήμερα. Τα εγκληματολογικά εργαστήρια διέθεταν πολύ πιο περιορισμένα μέσα και η αξιοποίηση γενετικού υλικού μέσω DNA δεν αποτελούσε τότε το εργαλείο που είναι στις σύγχρονες έρευνες.
Έτσι, 38 χρόνια αργότερα, το ερώτημα για το ποιος μπήκε στο σπίτι της οδού Τυρνάβου και στραγγάλισε τον συγγραφέα παραμένει αναπάντητο. Το μυστήριο του θανάτου του έγινε αναπόφευκτα μέρος της δημόσιας αφήγησης γύρω από τη ζωή του. Ωστόσο, η προσωπικότητα του Ταχτσή δεν εξαντλείται στην ανεξιχνίαστη δολοφονία του. Πίσω από την αστυνομική υπόθεση βρίσκεται ένας συγγραφέας με μια πολυτάραχη διαδρομή, ο οποίος ταξίδεψε σε διαφορετικές ηπείρους, αμφισβήτησε κοινωνικές συμβάσεις, συγκρούστηκε με τα στερεότυπα της εποχής του και άφησε πίσω του ένα από τα σημαντικότερα έργα της μεταπολεμικής ελληνικής πεζογραφίας.
Τα δύσκολα παιδικά χρόνια και η παρουσία της γιαγιάς του
Ο Κώστας Ταχτσής γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 8 Οκτωβρίου 1927. Πατέρας του ήταν ο Γρηγόριος Ταχτσής και μητέρα του η Έλλη, το γένος Ζάχου. Οι γονείς του κατάγονταν από την Ανατολική Ρωμυλία, με τις οικογένειές τους να έχουν εγκατασταθεί ως πρόσφυγες στη Θεσσαλονίκη ήδη από το 1860. Ο Κώστας ήταν το δεύτερο παιδί της οικογένειας. Το πρώτο είχε πεθάνει λίγες ημέρες μετά τη γέννησή του, πριν ακόμη γεννηθεί ο ίδιος. Η παρουσία αυτού του αδελφού που δεν γνώρισε ποτέ εξελίχθηκε, σύμφωνα με όσα είχε αφηγηθεί, σε μία από τις έμμονες ιδέες που τον ακολουθούσαν.
Ο χωρισμός των γονιών του σημάδεψε επίσης βαθιά την παιδική του ηλικία. Ο ίδιος είχε περιγράψει εκείνη την περίοδο ως τραυματική και οδυνηρή, συνδέοντάς τη στη μνήμη του με τον χωρισμό της μητέρας του από τον πατέρα του και κυρίως με την απώλεια της πατρικής παρουσίας. Σε ηλικία επτά ετών έφυγε από τη Θεσσαλονίκη και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα με την οικογένεια της γιαγιάς του, Πολυξένης. Η γιαγιά του υπήρξε μία από τις πλέον καθοριστικές φιγούρες της ζωής του. Ήταν μια ισχυρή προσωπικότητα, η παρουσία της οποίας επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα αλλά και τις μνήμες του συγγραφέα.
Χρόνια αργότερα, η αδελφή του είχε περιγράψει αυτή τη σχέση ως βαθιά αντιφατική, λέγοντας ότι η γιαγιά από τη μία πλευρά τον αγαπούσε και από την άλλη επηρέαζε με τρόπο καταπιεστικό την ανάπτυξή του. Σύμφωνα με την ίδια, όταν ήταν παιδί τον έντυνε κορίτσι στις Απόκριες και του έδινε κούκλες για παιχνίδι. Παράλληλα, φέρεται να επενέβαινε στις επαφές του με κορίτσια και, όταν ο Ταχτσής ήταν μαθητής Γυμνασίου, απομάκρυνε με έντονο τρόπο μία κοπέλα με την οποία είχε αναπτύξει σχέση.
Οι δύο θείοι τού γνώρισαν δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους
Σημαντική επιρροή είχαν και οι δύο θείοι του, οι οποίοι τον έφεραν σε επαφή με εντελώς διαφορετικά κοινωνικά περιβάλλοντα. Ο ένας τον έπαιρνε μαζί του σε υπόγεια και κακόφημα μαγαζιά γύρω από την Ομόνοια, ενώ ο άλλος τον οδηγούσε σε επίσημες κοινωνικές εκδηλώσεις, όπου μπορούσε να συναντήσει υπουργούς και άλλα ισχυρά πρόσωπα της εποχής.
Ο ίδιος θεωρούσε ότι αυτή η εναλλαγή ανάμεσα σε δύο τόσο διαφορετικούς κόσμους τον βοήθησε να αισθάνεται κοινωνικά ανεξάρτητος. Με έναν ιδιαίτερο τρόπο έμαθε από μικρός να κινείται τόσο στις παρυφές της κοινωνικής ζωής όσο και στα περιβάλλοντα του κατεστημένου, μια εμπειρία που αργότερα θα άφηνε έντονα ίχνη και στη γραφή του.
Από τη Βέροια και τη Νομική στα πρώτα του επαγγελματικά βήματα
Τα πρώτα σχολικά χρόνια του Ταχτσή συνδέθηκαν τόσο με τη Βέροια όσο και με την Αθήνα. Στη Βέροια φοίτησε στη Β΄ Δημοτικού, έχοντας διδαχθεί την ύλη της Α΄ τάξης στο σπίτι, ενώ στη συνέχεια συνέχισε το Δημοτικό και το εξατάξιο Γυμνάσιο στην Αθήνα.
Από μικρός έδειχνε ενδιαφέρον για τα βιβλία και το θέατρο. Χρησιμοποιούσε το χαρτζιλίκι του για να αγοράζει βιβλία αλλά και εισιτήρια θεατρικών παραστάσεων. Το 1945 επρόκειτο να εξεταστεί για τη Σχολή Εμποροπλοιάρχων, όμως εκείνες τις ημέρες αρρώστησε από τυφοειδή πυρετό.
Αργότερα γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου φοίτησε για δύο χρόνια χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Υπηρέτησε επίσης τη στρατιωτική του θητεία και απολύθηκε με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού.
Η ζωή του έγινε μια συνεχής περιπλάνηση σε Ευρώπη, Αφρική, Αυστραλία και ΗΠΑ
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 ξεκίνησε μια περίοδος συνεχών μετακινήσεων και εντυπωσιακά διαφορετικών επαγγελματικών εμπειριών. Το 1951 εργάστηκε ως βοηθός του Αμερικανού διευθυντή στα έργα κατασκευής του φράγματος του Λούρου. Την περίοδο 1954-1955 έζησε στη Βρετανία και στη συνέχεια επέστρεψε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως καθηγητής αγγλικών. Το 1956 ταξίδεψε στο Αμβούργο και μπάρκαρε σε δανικό πλοίο ως καμαρότος. Αποβιβάστηκε αργότερα στο Λιβόρνο και επέστρεψε στην Ελλάδα. Την ίδια χρονιά εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη στην κινηματογραφική ταινία «Το παιδί και το δελφίνι», ενώ το φθινόπωρο έφυγε για τη Βιέννη με σκοπό να αφοσιωθεί στο γράψιμο.
Το 1957 βρέθηκε στην ανατολική Αφρική ως μάνατζερ του πιανίστα Τώνη Γεωργίου. Από το Ναϊρόμπι συνέχισε το ταξίδι του προς την Αυστραλία. Εκεί εργάστηκε αρχικά σε πολυκατάστημα, στη συνέχεια ως υπάλληλος στους σιδηροδρόμους για δύο χρόνια και αργότερα στον τομέα Δημοσίων Σχέσεων της Κρατικής Τράπεζας της Αυστραλίας. Στην Αυστραλία έφτασε μάλιστα κοντά στον γάμο. Η προσπάθεια όμως δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, καθώς το βράδυ πριν από την τελετή διαφώνησε με τη μέλλουσα σύζυγό του για οικονομικά ζητήματα και η σχέση τους τελείωσε εκείνο το ίδιο βράδυ.
Έγραψε κομμάτια από το «Τρίτο Στεφάνι» ταξιδεύοντας στην Ευρώπη
Το 1960 επέστρεψε στην Ελλάδα και αποφάσισε να πραγματοποιήσει ένα μεγάλο ταξίδι στην Ευρώπη με βέσπα. Έφτασε μέχρι το Εδιμβούργο και κατά τη διάρκεια εκείνης της περιπλάνησης έγραψε κεφάλαια από το έργο που επρόκειτο να καθορίσει τη λογοτεχνική του πορεία, «Το Τρίτο Στεφάνι».
Ύστερα από μια σύντομη νέα παραμονή στην Αυστραλία, εγκαταστάθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου έζησε από το 1962 έως το 1964. Με την επιστροφή του στην Αθήνα συνεργάστηκε με το περιοδικό «Πάλι» την περίοδο 1963-1965, ενώ εργάστηκε ακόμη ως ξεναγός και μεταφραστής.
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά θεωρούσε τον εαυτό του Αθηναίο
Παρότι η ληξιαρχική του αφετηρία βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη, ο Κώστας Ταχτσής αισθανόταν βαθιά συνδεδεμένος με την Αθήνα και επέμενε ότι αυτή ήταν η πραγματική πόλη του. Σε τηλεοπτική εμφάνισή του στην ΕΡΤ το 1977, διαβάζοντας από το κείμενό του «Η γιαγιά μου η Αθήνα», είχε αμφισβητήσει με το χαρακτηριστικό του ύφος τη σημασία της τυπικής αναγραφής του τόπου γέννησης στην ταυτότητα.
Για τον ίδιο, η οικογενειακή σύνδεση με την Αθήνα πήγαινε πολύ πιο πίσω. Αναφερόταν στον προπάππο του, ο οποίος είχε εγκαταλείψει την καλλιέργεια της γης στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη και είχε ανοίξει καφενείο στη συμβολή της Πειραιώς με την Κολοκυνθούς, ενώ τα παιδιά της οικογένειας που ακολούθησαν είχαν γεννηθεί στην Αθήνα. Η πόλη δεν ήταν απλώς τόπος κατοικίας του. Έγινε βασικός τόπος των αναμνήσεων και της λογοτεχνίας του.
Μίλησε ανοιχτά για τη σεξουαλικότητά του σε μια πολύ διαφορετική εποχή
Ήδη από τα χρόνια της Κατοχής ο Ταχτσής ήταν ανοιχτός σχετικά με την ομοφυλοφιλία του, σε μια κοινωνική πραγματικότητα πολύ διαφορετική από τη σημερινή. Ο ίδιος είχε μιλήσει για μια μακρά προσωπική προσπάθεια να ξεπεράσει τις αναστολές και τα τραύματα των παιδικών του χρόνων. Αντιλαμβανόταν τον έρωτα ως έναν από τους δρόμους μέσα από τους οποίους μπορούσε να διεκδικήσει την προσωπική του ελευθερία.
Σύμφωνα με μαρτυρία της αδελφής του σε τηλεοπτική συνέντευξη, όταν η μητέρα τους πληροφορήθηκε τον σεξουαλικό προσανατολισμό του αντέδρασε βίαια και τον καταδίωξε, μέχρι που μία θεία τους βοήθησε να απομακρυνθεί. Σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Διαβάζω», ο συγγραφέας είχε περιγράψει την ταυτότητά του ως μια διαρκή άρνηση να περιοριστεί σε συγκεκριμένες κατηγορίες. Για εκείνον, η πραγματική ελευθερία δεν μπορούσε να δοθεί από άλλους, αλλά αποτελούσε προσωπική κατάκτηση.
Συγκρούστηκε με τη χούντα και διεκδίκησε δικαιώματα μετά τη Μεταπολίτευση
Η αντισυμβατική στάση του Ταχτσή δεν περιοριζόταν στην προσωπική του ζωή. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας συμμετείχε ενεργά στην αντίσταση των ανθρώπων των γραμμάτων απέναντι στη λογοκρισία. Συνδέθηκε με τη «Δήλωση των 18» και συμμετείχε στην έκδοση των «18 Κειμένων» το 1970, ενώ οι Αρχές τον καλούσαν επανειλημμένα στην Ασφάλεια.
Μετά την πτώση της δικτατορίας έδωσε δημόσια μάχες για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, σε μια εποχή κατά την οποία η δημόσια συζήτηση για αυτά τα ζητήματα ήταν εξαιρετικά περιορισμένη. Την ίδια περίοδο εκδιδόταν και κυκλοφορούσε συχνά τη νύχτα με γυναικεία εμφάνιση, χωρίς να επιχειρεί να προσαρμόσει τη ζωή του στις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής.
Το «μαύρο πρόβατο» που άφησε το δικό του αποτύπωμα στη λογοτεχνία
Ο Κώστας Ταχτσής ανήκε στην πρώτη μεταπολεμική γενιά Ελλήνων ποιητών και συγγραφέων. Η ποίησή του είχε στο επίκεντρό της στιγμές και εικόνες της καθημερινής ζωής, τις οποίες επεξεργαζόταν με έντονο λυρισμό. Το ίδιο στοιχείο πέρασε αργότερα και στην πεζογραφία του.
Το έργο που έμελλε να τον καθιερώσει ήταν «Το Τρίτο Στεφάνι», το οποίο κυκλοφόρησε το 1962. Πριν φτάσει στους αναγνώστες, το βιβλίο είχε απορριφθεί από εκδότες ως ακατάλληλο και τελικά ο Ταχτσής αποφάσισε να αναλάβει ο ίδιος τα έξοδα της έκδοσής του. Η αρχική του πορεία δεν προμήνυε την τεράστια αναγνώριση που θα ακολουθούσε. Σταδιακά όμως το μυθιστόρημα καθιερώθηκε ως ένα από τα σημαντικότερα έργα της μεταπολεμικής ελληνικής πεζογραφίας. Μέσα από τις φωνές και τις ζωές των ηρώων του, ο Ταχτσής αποτύπωσε την ελληνική μικροαστική κοινωνία με ρεαλισμό, λυρισμό και μια γλώσσα άμεση, ζωντανή και προσιτή.
Η καθημερινή ομιλία μετατράπηκε στα χέρια του σε λογοτεχνική γλώσσα, ενώ το έργο κατάφερε να αποτυπώσει όχι μόνο προσωπικές ιστορίες αλλά και μεγάλες περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Το «Τρίτο Στεφάνι» ήταν τελικά το βιβλίο που έκανε τον Κώστα Ταχτσή αναπόσπαστο μέρος της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Τριάντα οκτώ χρόνια μετά τη δολοφονία του, η αντίθεση παραμένει έντονη. Το έργο του είναι γνωστό και διαβάζεται ακόμη, ενώ το τελευταίο μυστήριο της δικής του ζωής δεν λύθηκε ποτέ.
Ο άνθρωπος που πέρασε τη ζωή του κινούμενος ανάμεσα σε διαφορετικούς τόπους, κοινωνικούς κόσμους και ταυτότητες άφησε πίσω του ένα έργο που εξακολουθεί να συζητείται και μια υπόθεση δολοφονίας για την οποία δεν δόθηκε ποτέ οριστική απάντηση.