
Το στέκι μου στη Ρίγα τα βράδια των αγώνων της Εθνικής στο Ευρωμπάσκετ τον περασμένο Σεπτέμβριο, μιλάμε για μαύρα μεσάνυχτα αφού η δουλειά τελείωνε αργά, ήταν ένα υπαίθριο μπαράκι με μεγάλη αυλή που έμοιαζε βγαλμένο από τα Εξάρχεια. Ψαγμένη ροκ μουσική, ενίοτε συναυλίες κι άλλες παραστάσεις, αφίσες που παρουσίαζαν όλη την εναλλακτική σκηνή της πόλης, γκραφίτι στους τοίχους, παλιοί καναπέδες και πολυθρόνες που παρέπεμπαν σε γιουσουρούμ, μπίρες από μικροζυθοποιίες κι όχι από πολυεθνικές, φοβερά τυπάκια και νεαρόκοσμος, έκδηλη πολιτικοποίηση, αύρα κοινότητας και κοινοκτημοσύνης.
Το ανακάλυψα τυχαία και πήγαινα σχεδόν κάθε βράδυ για μια ανάσα και κρύο ζύθο, με ή χωρίς παρέα. Δυσκολεύομαι να θυμηθώ το όνομά του, αλλά ήταν κοντά στο γήπεδο. Εάν με χάσετε αύριο βράδυ της Παρασκευής, μετά από το κρίσιμο ραντεβού της «επίσημης αγαπημένης» με την Ουκρανία, εκεί θα με βρείτε, να μιλάω με ντόπιους και ντόπιες, αραγμένος σε κάποιον καναπέ που τρίζει. Αρκεί να μην βρέχει.
Πήγα να βρω μπελά όταν πρωτοπήγα στο μαγαζί που έμελλε να γίνει αγαπημένο στέκι μου. Πήρα μία IPA από μέσα, έπιασα θέση σε μία αρχαία πολυθρόνα, έβγαλα το λάπτοπ και βάλθηκα να γράφω το νυχτερινό μου πόνημα για το ματς που είχε προηγηθεί: Ελλάδα-Ισραήλ για τη φάση των «16». Ντυμένος με ένα μπλουζάκι των «Πελαργών» και φυσικά περιχαρής για την πρόκριση της Εθνικής στα προημιτελικά.
Μετά από λίγα λεπτά και λίγες γουλιές, κατάλαβα ότι κάποιοι «γείτονες» με στραβοκοίταζαν και απέφευγαν να καθίσουν κοντά μου. Επειδή στο συγκεκριμένο μπαράκι όλοι γίνονταν μια παρέα, ντόπιοι με τα τέλεια αγγλικά τους και ξένοι, παραξενεύτηκα και -κόντρα στα αντανακλαστικά μου- σκέφτηκα να κάνω εγώ το πρώτο βήμα. Προτού το αποφασίσω, με πλεύρισε με εμφανή επιφυλακτικότητα ένα τύπος γύρω στα 30, αρκετά πιωμένος, αλλά όχι τόσο ώστε να χάνει τα λόγια του.
«Αν είσαι αστυνομικός, λυπάμαι αλλά πρέπει να του δίνεις», μου είπε αυστηρά!
Εγώ αστυνομικός; Που τους βλέπω και αλλάζω πεζοδρόμιο; Πήγα να βάλω τα γέλια, αλλά είδα ότι ο άλλος δεν αστειευόταν. «Όχι, φίλε μου. Δημοσιογράφος είμαι, από την Ελλάδα. Ήρθα εδώ στη Ρίγα για το Ευρωμπάσκετ». Ούτε αυτό του πολυάρεσε. Το θεώρησε δικαιολογία, μέχρι που έβγαλα την κάρτα διαπίστευσης και του την έδειξα. Και πάλι, όμως, με κοίταζε με δυσπιστία. Ακολούθησε ιερά εξέταση, με μία και μοναδική ερώτηση: «Τι γνώμη έχεις για την Παλαιστίνη;»
«Στη Γάζα γίνεται γενοκτονία», απάντησα μεμιάς. «Κι αυτό μου προκαλεί απέχθεια».
Ε, αυτό ήταν. Γίναμε αμέσως φίλοι με τον άγνωστο Λεττονό και με την παρέα του και τσουγκρίζαμε γεμάτα ποτήρια όλο το βράδυ, με ένα «Free Palestine» να συνοδεύει κάθε «εβίβα». Ισραηλινοί δεν εμφανίστηκαν ποτέ στην κατάμεστη αυλή, παρ’ όλο που υπήρχαν αρκετοί στην ευρύτερη γειτονιά, λόγω του αγώνα μπάσκετ. Είχα όμως βαρεθεί να βλέπω τέτοιους στο δεκαήμερο που προηγήθηκε, στη Λεμεσό. Και πιο πριν και πιο μετά, στην Αθήνα.
Ναι, αλλά γιατί με πέρασε αρχικά για αστυνομικό ο νεαρός Λεττονός; «Ίσως του φάνηκε περίεργο να κυκλοφορεί μόνος του στο συγκεκριμένο στέκι ένας γκριζομάλλης εξηντάρης και μάλιστα μοναχός του», σκέφτηκα. Μέχρι που μου το έλυσε μόνος του το μυστήριο, όταν κέρασε μία μπύρα για να ζητήσει συγγνώμη. «Το μπλουζάκι που φοράς έχει στο μανίκι μία μικρή ελληνική σημαία. Μόνο αστυνομικοί φοράνε ρούχα με σημαίες»!
Έκτοτε δεν το ξαναφόρεσα. Διότι κακοτοπιές φυτρώνουν εκεί που δεν τις σπέρνεις. Και μπορεί να μοιάζω με πολλά διαφορετικά πράγματα, αλλά αστυνομικό δεν με είχε πει ποτέ κανένας.
Θεωρήστε το παραπάνω κείμενο ως ετεροχρονισμένο παράρτημα του ταξιδιωτικού βιβλίου μου, «Ο Νίκος Λείπει», το οποίο ωστόσο κυκλοφόρησε έξι χρόνια νωρίτερα. Και συμπαθάτε με για τη γκρίζα διαφήμιση, αλλά δενμπόρεσα να κρατηθώ.