
Μέσα σε ένα αποπνικτικό πρωινό του Ιουλίου, με τη θερμοκρασία να οδεύει προς τους 40°C, δεκάδες κάτοικοι της Ναντέρ, στα προάστια του Παρισιού, έσπρωχναν μανιασμένα τις πόρτες ενός καταστήματος Lidl μέχρι που αυτές κατέρρευσαν. Δεν επρόκειτο για λεηλασία, αλλά για έναν αγώνα δρόμου με έπαθλο την τελευταία φορητή μονάδα κλιματισμού. Λίγα χιλιόμετρα μακριά, σε άλλο κατάστημα της ίδιας αλυσίδας, δύο άνδρες πιάστηκαν στα χέρια για τον ίδιο λόγο. Την ίδια ώρα, η πολιτική αντιπαράθεση στη Γαλλία είχε μεταφερθεί επίσης γύρω από τον κλιματισμό και για το πόσο αναγκαίος είναι και πότε γίνεται υπερβολή;
Την ίδια περίοδο, χιλιάδες χιλιόμετρα ανατολικότερα, σε πόλεις του Πακιστάν και του Μπανγκλαντές, πολίτες απέκλειαν δρόμους και πολιορκούσαν γραφεία ηλεκτροδότησης έπειτα από εβδομάδες εκτεταμένων διακοπών ρεύματος, ενώ ο υδράργυρος άγγιζε τους 45°C. Στο Τσαντπούρ του Μπανγκλαντές, κάτοικοι φέρονται να επιτέθηκαν σε υπάλληλο της Αγροτικής Υπηρεσίας Ηλεκτροδότησης. Ανάλογες κινητοποιήσεις είχαν προηγηθεί και στην Ινδία, όπου οι συνεχείς διακοπές ρεύματος κατά τη διάρκεια καύσωνα άφηναν ολόκληρα χωριά χωρίς τη δυνατότητα να λειτουργήσουν ακόμη και έναν ανεμιστήρα τη νύχτα. Αντίστοιχες κοινωνικές εντάσεις έχουν ήδη καταγραφεί στο Ιράκ και στη Σρι Λάνκα, όπου οι ελλείψεις ενέργειας καθιστούν την πρόσβαση στην ψύξη ολοένα δυσκολότερη.
Η ακραία ζέστη δεν δοκιμάζει πλέον μόνο τα όρια των ανθρώπων, αλλά και την αντοχή των ηλεκτρικών δικτύων. Και όσο αυξάνεται η ζήτηση για κλιματισμό ή για την ηλεκτρική ενέργεια που τον τροφοδοτεί τόσο περισσότερο το ζήτημα μετατρέπεται σε πολιτικό πεδίο σύγκρουσης.
Πρόκειται για ένα σχετικά νέο φαινόμενο. Μέχρι τη δεκαετία του 1960, ακόμη και στις Ηνωμένες Πολιτείες ο κλιματισμός ήταν πολυτέλεια. Σήμερα, όμως, η κλιματική αλλαγή τον έχει μετατρέψει σε βασική προϋπόθεση διαβίωσης σε μεγάλο μέρος του πλανήτη. Δεν είναι τυχαίο ότι στη Σύνοδο COP30 για το Κλίμα, που πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο στο Μπελέμ της Βραζιλίας, οι τεχνολογίες ψύξης χαρακτηρίστηκαν «κρίσιμη υποδομή», ισότιμη με το νερό, την ενέργεια και τις υπηρεσίες υγιεινής.
Και όχι άδικα. Από όλα τα ακραία καιρικά φαινόμενα, η υπερβολική ζέστη προκαλεί μακράν τους περισσότερους θανάτους. Σύμφωνα με μελέτη του ιατρικού περιοδικού The Lancet, μεταξύ 2000 και 2019 περίπου 489.000 άνθρωποι έχαναν κάθε χρόνο τη ζωή τους εξαιτίας των υψηλών θερμοκρασιών. Ο κλιματισμός έχει αποδειχθεί ένα από τα αποτελεσματικότερα μέσα προστασίας. Άλλη μελέτη του ίδιου περιοδικού εκτιμά ότι στις αρχές της δεκαετίας του 2020 απέτρεπε σχεδόν 190.000 θανάτους ετησίως σε άτομα άνω των 65 ετών.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ερευνητές του National Bureau of Economic Research υπολογίζουν ότι η εξάπλωση του οικιακού κλιματισμού μείωσε κατά περίπου 75% τον κίνδυνο θανάτου τις ημέρες με πολύ υψηλές θερμοκρασίες κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Η συντριπτική πλειονότητα αυτής της μείωσης σημειώθηκε μετά το 1960, όταν τα αμερικανικά νοικοκυριά άρχισαν να εγκαθιστούν μαζικά κλιματιστικά.
Με αυτά τα δεδομένα, η πολιτική απάντηση μοιάζει αυτονόητη: περισσότερος κλιματισμός για περισσότερους ανθρώπους. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Στις ανεπτυγμένες οικονομίες, η αντιπαράθεση επικεντρώνεται στην κλιματική αλλαγή και την ενεργειακή αποδοτικότητα. Στις φτωχότερες χώρες, το διακύβευμα είναι διαφορετικό: το υψηλό κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας και τα πεπαλαιωμένα ηλεκτρικά δίκτυα. Παντού, όμως, οι κυβερνήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με κοινωνίες που θεωρούν πλέον την πρόσβαση στον κλιματισμό όχι πολυτέλεια, αλλά δικαίωμα.
Στις πλούσιες χώρες, ο κλιματισμός έχει εξελιχθεί σε νέο πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης. Οι δυνάμεις της λαϊκιστικής δεξιάς βλέπουν στη ζέστη μια ευκαιρία πολιτικής εκμετάλλευσης. Τον Ιούνιο, η επικεφαλής του γαλλικού Εθνικού Συναγερμού, Μαρίν Λεπέν, ζήτησε την εγκατάσταση περισσότερων κλιματιστικών σε σχολεία, νοσοκομεία και οίκους ευγηρίας. Ο ηγέτης της ριζοσπαστικής αριστεράς Ζαν-Λικ Μελανσόν απάντησε ότι ο «κλιματισμός παντού» θα επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το κλίμα, ενισχύοντας τελικά το ίδιο το πρόβλημα που καλείται να αντιμετωπίσει.
Το επιχείρημά του βασίζεται σε πραγματικά δεδομένα. Σήμερα, οι τεχνολογίες ψύξης ευθύνονται για περίπου 4% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, αν δεν αλλάξει η σημερινή πορεία, η ζήτηση για κλιματισμό και ψύξη θα υπερτριπλασιαστεί έως το 2050, οδηγώντας σε σχεδόν διπλασιασμό των σχετικών εκπομπών.
Αλλά ακόμη και στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου περίπου εννέα στα δέκα νοικοκυριά διαθέτουν κλιματισμό, το ζήτημα έχει αποκτήσει πολιτικές διαστάσεις. Κατά τη διάρκεια πρόσφατου καύσωνα, ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Ζοχράν Μαμντάνι κάλεσε τους πολίτες να ρυθμίσουν τα κλιματιστικά τους στους 26°C, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος υπερφόρτωσης του ηλεκτρικού δικτύου. Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής του Τέξας Τεντ Κρουζ χλεύασε την προτροπή, υποστηρίζοντας ότι «σε μια χώρα του πρώτου κόσμου απλώς ανοίγεις το κλιματιστικό». Ωστόσο, πολλοί έσπευσαν να υπενθυμίσουν ότι και το ίδιο το Τέξας εκδίδει ανάλογες οδηγίες κάθε φορά που το ηλεκτρικό του σύστημα δοκιμάζεται από ακραία ζήστη.
Στην Ευρώπη, πάντως, τα επιχειρήματα της Λεπέν βρίσκουν απήχηση και στα στατιστικά στοιχεία. Παρότι η ήπειρος φιλοξενεί λιγότερο από το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού, συγκεντρώνει περίπου το 36% των θανάτων που αποδίδονται στη ζέστη, σύμφωνα με το The Lancet. Επιπλέον, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας καταγράφει αύξηση της θνησιμότητας από καύσωνες κατά 30% μέσα στις τελευταίες δύο δεκαετίες.
Η γήρανση του ευρωπαϊκού πληθυσμού και το γεγονός ότι η Ευρώπη είναι η ήπειρος που θερμαίνεται ταχύτερα συμβάλλουν σημαντικά σε αυτή την εικόνα. Όμως, εξίσου σημαντικός παράγοντας είναι η περιορισμένη διείσδυση του κλιματισμού. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, μόνο το 23% των ευρωπαϊκών νοικοκυριών διαθέτει μονάδα κλιματισμού.
Στις αναπτυσσόμενες χώρες, όπου οι θερμοκρασίες είναι ακόμη υψηλότερες, το πρόβλημα αποκτά πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις. Η αγορά ενός κλιματιστικού, η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και η αναβάθμιση των δικτύων αποτελούν δυσβάσταχτο οικονομικό βάρος τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για τα κράτη. Έτσι, ενώ περισσότερο από το 80% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε περιοχές όπου η ψύξη είναι αναγκαία, μόλις τέσσερις στους δέκα έχουν πραγματική πρόσβαση σε κλιματισμό.
Η Ινδία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μέσα σε μόλις πέντε χρόνια προστέθηκαν περίπου 50 εκατομμύρια νέες μονάδες κλιματισμού, ενώ οι προβλέψεις κάνουν λόγο για ακόμη 130 έως 150 εκατομμύρια μέσα στην επόμενη δεκαετία. Ωστόσο, η συντριπτική πλειονότητα αυτών των συσκευών καταλήγει στα εύπορα νοικοκυριά. Πολλές οικογένειες χαμηλού εισοδήματος αναγκάζονται να νοικιάζουν κλιματιστικά μόνο για τους μήνες του καλοκαιριού, συχνά καταφεύγοντας ακόμη και σε δανεισμό.
Το κόστος, όμως, δεν σταματά στην αγορά της συσκευής. Τα φτωχότερα νοικοκυριά σε χώρες όπως η Ινδία δαπανούν έως και 8% του εισοδήματός τους μόνο για την ηλεκτρική ενέργεια που απαιτείται για την ψύξη, όταν τα αντίστοιχα ποσοστά για τα εύπορα νοικοκυριά διεθνώς κυμαίνονται μεταξύ 0,2% και 2,5%. Επιπλέον, επειδή αναγκάζονται να αγοράζουν τις φθηνότερες και λιγότερο αποδοτικές συσκευές και να τις χρησιμοποιούν σε σπίτια με ανεπαρκή μόνωση, καταναλώνουν ακόμη περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια για να επιτύχουν το ίδιο αποτέλεσμα.
Η ταχεία εξάπλωση του κλιματισμού, ωστόσο, ασκεί ολοένα μεγαλύτερη πίεση σε ηλεκτρικά δίκτυα που ήδη λειτουργούν στα όριά τους. Στην Ινδία, τα κλιματιστικά ευθύνονται πλέον για περίπου το ένα τέταρτο της μέγιστης ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας. Αν συνεχιστεί η σημερινή τάση, η αιχμή της κατανάλωσης αποκλειστικά για ανάγκες ψύξης ενδέχεται να τριπλασιαστεί έως το 2035, φτάνοντας τα 180 γιγαβάτ.
Το India Energy and Climate Centre (IECC) προειδοποιεί ότι η χώρα μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με σοβαρές ελλείψεις ηλεκτρικής ενέργειας ήδη από το 2028, ακόμη κι αν ολοκληρωθούν όλα τα εργοστάσια παραγωγής που βρίσκονται σήμερα υπό κατασκευή. Ήδη τον περασμένο Μάιο, η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στην Ινδία κατέγραψε ιστορικό υψηλό, προκαλώντας εκτεταμένες διακοπές ρεύματος, καταστροφές σε μετασχηματιστές και αναγκάζοντας τις εταιρείες ηλεκτρισμού να αγοράζουν πανάκριβη ενέργεια από τη βραχυχρόνια αγορά.
Όταν καταρρέει το δίκτυο
Οι διακοπές ρεύματος εμφανίζονται σχεδόν πάντα κατά τη διάρκεια των καυσώνων, ακριβώς τη στιγμή που η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια κορυφώνεται. Το αποτέλεσμα είναι διπλά οδυνηρό: άνθρωποι που έχουν πλέον συνηθίσει να βασίζονται στον κλιματισμό μένουν ξαφνικά χωρίς προστασία, ενώ ταυτόχρονα ο οργανισμός τους έχει χάσει σε μεγάλο βαθμό την ανθεκτικότητά του στις ακραίες θερμοκρασίες.
Η αναξιοπιστία της ηλεκτροδότησης υπονομεύει και την ίδια τη λογική της επένδυσης στον κλιματισμό. Τα νοικοκυριά καλούνται να αγοράσουν συσκευές που συχνά αδυνατούν να χρησιμοποιήσουν όταν τις χρειάζονται περισσότερο. Από την άλλη πλευρά, οι εταιρείες ηλεκτρισμού οι περισσότερες κρατικές σε χώρες όπως η Ινδία, το Πακιστάν και το Μπανγκλαντές βυθίζονται ακόμη περισσότερο στα χρέη, καθώς αναγκάζονται να αγοράζουν ακριβή ηλεκτρική ενέργεια για να καλύψουν τις αιχμές της ζήτησης. Έτσι, στερούνται των πόρων που απαιτούνται για την αναβάθμιση των απαρχαιωμένων δικτύων.
Παράλληλα, βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα δύσκολο πολιτικό δίλημμα. Αν διακόψουν την ηλεκτροδότηση για να προστατεύσουν το δίκτυο από κατάρρευση, οι κυβερνήσεις έρχονται αντιμέτωπες με μαζικές κοινωνικές αντιδράσεις.
Σε πολλές φτωχές και θερμές χώρες, οι διαδηλωτές κατηγορούν τις αρχές ότι διοχετεύουν την ηλεκτρική ενέργεια κατά προτεραιότητα σε κυβερνητικά κτίρια ή σε εύπορους καταναλωτές, όπως μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις. Ζητούν πιο δίκαιη κατανομή της ηλεκτροδότησης και, όπου δεν υπάρχουν κρατικές επιδοτήσεις, χαμηλότερες τιμές.
Ωστόσο, η εφαρμογή μιας τέτοιας πολιτικής μόνο εύκολη δεν είναι. Όσο πιο φθηνό και προσβάσιμο γίνεται το ηλεκτρικό ρεύμα, τόσο περισσότεροι πολίτες χρησιμοποιούν κλιματιστικά ιδίως παλαιότερες και ενεργοβόρες συσκευές αυξάνοντας ακόμη περισσότερο την πίεση στα ήδη εύθραυστα δίκτυα.
Ο φαύλος κύκλος της ζέστης και της φτώχειας
Οι χώρες που αδυνατούν να επενδύσουν τόσο στα ηλεκτρικά τους δίκτυα όσο και στην ευρεία πρόσβαση στον κλιματισμό κινδυνεύουν να εγκλωβιστούν σε έναν φαύλο κύκλο.
Το 2009, ο ιδρυτής της Σιγκαπούρης Λι Κουάν Γιου είχε χαρακτηρίσει τον κλιματισμό μία από τις σημαντικότερες εφευρέσεις της σύγχρονης ιστορίας, υποστηρίζοντας ότι «έκανε δυνατή την ανάπτυξη στις τροπικές περιοχές». Η οικονομική επιτυχία της Σιγκαπούρης οφείλεται φυσικά σε πολλούς παράγοντες, όμως ο κλιματισμός συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου άνθρωποι και επιχειρήσεις μπορούσαν να λειτουργούν παραγωγικά παρά τις ακραίες θερμοκρασίες.
Για πολλές άλλες θερμές χώρες, η έλλειψη πρόσβασης στην ψύξη κινδυνεύει να διευρύνει ακόμη περισσότερο το αναπτυξιακό χάσμα.
Στην ανατολική και νότια Αφρική, η UNICEF εκτιμά ότι οι υπερβολικά υψηλές θερμοκρασίες στις σχολικές αίθουσες, σε συνδυασμό με άλλες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, έχουν διαταράξει την εκπαίδευση περίπου 130 εκατομμυρίων παιδιών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας (ILO), έως το 2030 η θερμική καταπόνηση θα έχει μειώσει κατά 2,2% τις συνολικές ώρες εργασίας παγκοσμίως απώλεια που αντιστοιχεί σε περίπου 80 εκατομμύρια θέσεις πλήρους απασχόλησης. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της απώλειας αναμένεται να καταγραφεί στους εργαζομένους της γεωργίας στη Νότια Ασία και τη Δυτική Αφρική.
Οι ανεπτυγμένες οικονομίες μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπιση του προβλήματος. Μία λύση θα ήταν να ενσωματώσουν το κόστος πρόσβασης στον κλιματισμό κατά τη διάρκεια ακραίων καυσώνων στα προγράμματα χρηματοδότησης που διαθέτουν για την προσαρμογή των φτωχότερων χωρών στην κλιματική αλλαγή.
Παράλληλα, οι κυβερνήσεις των πλούσιων κρατών θα μπορούσαν να στηρίξουν προγράμματα μαζικής προμήθειας ενεργειακά αποδοτικών κλιματιστικών, μειώνοντας σημαντικά το κόστος αγοράς τους. Αντίστοιχα, οι αναπτυξιακές τράπεζες θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις σε συστήματα αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας και στον εκσυγχρονισμό των δικτύων, ώστε να περιοριστούν οι συχνές καταρρεύσεις τους. Σημαντική συμβολή θα μπορούσαν να έχουν και οι εταιρείες που κατέχουν τις σχετικές πατέντες, παραχωρώντας με χαμηλότερο κόστος άδειες χρήσης νέας γενιάς ψυκτικών μέσων, τα οποία επιτρέπουν την κατασκευή πολύ πιο αποδοτικών κλιματιστικών.
Μέχρι σήμερα, ωστόσο, οι διεθνείς πρωτοβουλίες παραμένουν περιορισμένες σε σχέση με το μέγεθος του προβλήματος.
Περισσότερες από 70 χώρες έχουν υπογράψει τη Global Cooling Pledge, δεσμευόμενες να μειώσουν τις εκπομπές που σχετίζονται με την ψύξη, να βελτιώσουν την ενεργειακή απόδοση των νέων κλιματιστικών και να διευρύνουν την πρόσβαση σε βιώσιμες λύσεις ψύξης. Παράλληλα, η διεθνής εκστρατεία "Beat the Heat" επιδιώκει να εντάξει την πρόσβαση στην ψύξη στα εθνικά σχέδια προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή 50 χωρών έως το 2030.
Ωστόσο, οι περισσότερες από αυτές τις πρωτοβουλίες δίνουν έμφαση κυρίως σε παθητικές λύσεις όπως η καλύτερη θερμομόνωση των κτιρίων ή ο βιοκλιματικός σχεδιασμός και λιγότερο στην άμεση χρηματοδότηση ή επιδότηση της αγοράς κλιματιστικών για τα φτωχότερα νοικοκυριά. Εξαίρεση αποτελεί η πρόταση της Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία υπέρ της κρατικής ενίσχυσης για την απόκτηση κλιματιστικών.
Το βασικό εμπόδιο εξακολουθεί να είναι η έλλειψη κεφαλαίων. Σύμφωνα με τη Διεθνή Χρηματοδοτική Εταιρεία (IFC), τον επενδυτικό βραχίονα της Παγκόσμιας Τράπεζας, η κάλυψη του σημερινού ελλείμματος πρόσβασης στην ψύξη στις αναδυόμενες οικονομίες απαιτεί επενδύσεις ύψους 400 έως 800 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Παράλληλα, σε ορισμένους κύκλους του ανεπτυγμένου κόσμου εξακολουθεί να υπάρχει μια ιδεολογική επιφύλαξη απέναντι στον κλιματισμό ως μέσο προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή. Ο Ζαν-Λικ Μελανσόν αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της προσέγγισης. Αντίστοιχα, ο πρώην αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Αλ Γκορ είχε χαρακτηρίσει την υπερβολική έμφαση στην προσαρμογή «μια μορφή τεμπελιάς», υποστηρίζοντας ότι η προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στον περιορισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.
Η αγορά, όμως, φαίνεται να έχει ήδη πάρει διαφορετική κατεύθυνση.
Το φετινό καλοκαίρι, οι εξαγωγές κινεζικών κλιματιστικών προς την Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκαν κατά 43% σε σχέση με πέρυσι, φθάνοντας τα 3,8 δισ. δολάρια. Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνουν οι φορητές μονάδες, οι οποίες συμμορφώνονται με τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς που περιορίζουν τις επεμβάσεις στις όψεις των κτιρίων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενός Αυστριακού καταναλωτή, ο οποίος ταξίδεψε 200 χιλιόμετρα για να αγοράσει την τελευταία διαθέσιμη συσκευή σε κατάστημα της περιοχής του.
Το συμπέρασμα είναι σαφές. Η πολιτική συζήτηση για το αν οι πολίτες «χρειάζονται» περισσότερο κλιματισμό μοιάζει να έχει ήδη ξεπεραστεί από την ίδια την πραγματικότητα. Καθώς οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν, η ζήτηση για ψύξη αυξάνεται ταχύτερα από οποιαδήποτε πολιτική αντίρρηση. Η μάχη για το αν θα πρέπει να υπάρχει περισσότερος κλιματισμός έχει ουσιαστικά χαθεί· οι καταναλωτές έχουν ήδη αποφασίσει και σπεύδουν να τον αποκτήσουν.
Πηγή: Economist