
Υπάρχουν αυτές οι φορές που χρειάζεται να γκρεμιστούν όλα για να δούμε καθαρά τι έχει πραγματικά σημασία. Ένας σεισμός μπορεί να κρατήσει λίγα δευτερόλεπτα, αλλά μέσα σε αυτά ο χρόνος, η κοινωνική τάξη, οι σχέσεις, οι νόμοι, η αγάπη και όλα όσα θεωρούμε δεδομένα μπορούν να χάσουν το μέγεθός τους. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στον Σεισμό στη Χιλή του Χάινριχ φον Κλάιστ που «ανακαλύπτει» ο Δημήτρης Σταυρόπουλος. Ένας κόσμος καταρρέει και, για μια μικρή στιγμή, ένας άλλος μοιάζει πιθανός.
Ο Χερώνυμο και η Χοσέφα βρίσκονται ξαφνικά ελεύθεροι μέσα στα ερείπια μιας πόλης που δεν υπάρχει πια όπως πριν. Εκεί όπου μέχρι χθες υπήρχαν νόμοι, απαγορεύσεις, ενοχές και κοινωνικές ιεραρχίες, τώρα υπάρχει μόνο η ανάγκη της επιβίωσης και του ανθρώπου να βρει τον άλλον. Μια αγκαλιά, μια πίστη, μια ελπίδα. Κάτι άυλο που μπορεί να αποδειχθεί πιο δυνατό από όσα χτίζουμε με πέτρα. Κι όμως, ο Κλάιστ δεν χαρίζει στους ήρωές του ούτε την εύκολη λύτρωση ούτε την αισιοδοξία. Γιατί όταν η καταστροφή τελειώνει και η κανονικότητα επιστρέφει, επιστρέφει μαζί της και η ανθρώπινη σκληρότητα. Ίσως γι’ αυτό το κείμενο, γραμμένο στις αρχές του 19ου αιώνα, εξακολουθεί να μοιάζει παράξενα σύγχρονο. Γιατί μιλά για την ανάγκη να ξαναρχίσουμε κάτι που χάθηκε, αλλά και για τον φόβο μας μπροστά σε έναν κόσμο που θα μπορούσε να είναι διαφορετικός.
Ο Δημήτρης Σταυρόπουλος σκηνοθετεί για πρώτη φορά τον Σεισμό στη Χιλή και συναντά ένα κείμενο που μοιάζει να τον ενδιαφέρει ακριβώς επειδή δεν δίνει εύκολες απαντήσεις. Γεννημένος το 1992, απόφοιτος της Σχολής Σκηνοθεσίας της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, έχει ήδη περάσει από έργα και κόσμους πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους, από τον Ευαγγελισμό και τον Κροκόδειλο μέχρι τον Αβελάρδο και Ελοΐζα και την Τελευταία Έξοδο – Ρίτα Χέιγουορθ.
Υπάρχει, όμως, και μια ακόμη ιστορία που τον ακολουθεί στη σκηνή: ο δίδυμος αδελφός του, Ορέστης Σταυρόπουλος, είναι επίσης σκηνοθέτης. Οι δυο τους σπούδασαν μαζί στο Εθνικό, συνεργάζονται κατά διαστήματα και έχουν βρεθεί ο ένας δίπλα στον άλλον σε διαφορετικές θεατρικές διαδρομές- οι συνεργασίες τους σε παραστάσεις του Νίκου Καραθάνου, της Μαρίας Πρωτόπαπα και του Θωμά Μοσχόπουλου είναι χαρακτηριστικές.
Τον Ορέστη, τον είχαμε συναντήσει παλαιότερα στην Popaganda, με αφορμή το σκηνοθετικό του ντεμπούτο στους Προβοκάτορες της Πειραματικής Σκηνής Νέων Δημιουργών στο ΡΕΞ, έργο του τότε πρωτοεμφανιζόμενου θεατρικού συγγραφέα Γιάννη Αποσκίτη- που εξελίχθηκε σε θεατρικό θαυματοποιό.
Κάπως έτσι, ανάμεσα σε δύο αδέλφια που μοιράζονται τη σκηνή, τη σκηνοθεσία και μια κοινή θεατρική αφετηρία, φτάνουμε και στον Δημήτρη Σταυρόπουλο. Μιλά για το θέατρο, την καταστροφή, την πίστη, την ελπίδα, την επιστροφή στην κανονικότητα και για όλα όσα μπορεί να αρχίσουν ξανά όταν ο κόσμος έχει μόλις γκρεμιστεί.

Σπούδασες Κοινωνικές Επιστήμες πριν στραφείς στη σκηνοθεσία. Πόσο έχει επηρεάσει αυτή η ματιά τον τρόπο με τον οποίο «διαβάζεις» τα θεατρικά έργα; Ασυνείδητα αρκετά. Πάντα θα δώσω βάση στο υπόβαθρο και το πλαίσιο ενός έργου και της στιγμής μέσα στην οποία γράφτηκε. Έχω την ανάγκη να κατανοήσω τα γεγονότα και κοινωνικά φαινόμενα της εποχής του και να τα συσχετίσω με το σήμερα, ώστε να καταλάβω και την χειρονομία που κάνει το έργο προς εμάς, το τώρα μας. Με ενδιαφέρει το τι λέμε, με μια παράσταση σε μια περίοδο που ακούγονται τόσα από παντού. Το θέατρο είναι πολιτική πράξη από την φύση του, δεν μπορεί να αποκοπεί από την κοινωνία στην οποία απευθύνεται.
Κοιτάζοντας τις μέχρι τώρα παραστάσεις σου, νιώθεις ότι διαμορφώνεται ήδη μια προσωπική σκηνοθετική γλώσσα ή αντιστέκεσαι στην ιδέα του «ύφους»; Προσπαθώ ακόμα να μην έχω βεβαιότητες ως προς το σωστό ύφος. Διαπιστώνω ότι υπάρχουν στοιχεία που συναντάω ξανά στις δουλειές μου. Προσπαθώ να δω τα περιθώρια εξέλιξης που έχει αυτό, γιατί νιώθω ότι είναι νωρίς ώστε να παγιώσω μια τεχνική ή ένα στυλ. Έχω ακόμα την ανάγκη της εξερεύνησης. Άλλωστε και το κάθε έργο σε καλεί να επισκεφτείς έναν άλλο τόπο, έχει την δίκη του γεωγραφία και αυτό με προκαλεί πολύ, να το ανακαλύπτω όσο γίνεται με καινούργια ματιά.
Ποια πεποίθησή σου θα ήθελες να γκρεμίσει αυτή η παράσταση πρώτα απ' όλα σε σένα; Την βεβαιότητα πως ο κόσμος είναι οριοθετημένος μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια. Ο Κλάιστ καταρρίπτει συνεχώς αυτά τα στεγανά πολύ θαρραλέα, τοποθετώντας τον άνθρωπο σε ακραία και υπερβατικά διλήμματα. Με παρόμοιο τρόπο που το κάνουν και οι αρχαίοι τραγωδοί. Όπως συμβαίνει και στην ζωή, στις πιο απίθανες εκφάνσεις της.
Είσαι ένας σκηνοθέτης της νεότερης γενιάς που κινείται ανάμεσα στο κλασικό και το σύγχρονο ρεπερτόριο. Τι αναζητάς κάθε φορά σε ένα κείμενο πριν αποφασίσεις να το ανεβάσεις; Το κάθε υλικό κινεί μέσα σου άλλες δυνάμεις και βρίσκει διαφορετικές διαδρομές. Με ιντριγκάρουν τα κείμενα που έχουν μια ποίηση, μια μοναδικότητα στο ύφος και που τοποθετούν την ανθρώπινη φύση μπροστά στο ανεξήγητο και παράλογο της ζωής.
Είσαι απαισιόδοξος; Ο Κλάιστ μοιάζει να πιστεύει ότι ο πολιτισμός είναι ένα πολύ λεπτό στρώμα πάνω από τη βία. Όταν ο ίδιος ο πολιτισμός γίνεται τόσο βίαιος με την πρώτη ευκαιρία που θα του δοθεί θέλει πολύ πίστη στον άνθρωπο για να πιστεύεις το αντίθετο. Ο Κλάιστ ευτυχώς δίνει δυο όψεις σε αυτό το νόμισμα, παρουσιάζει μια κοινωνία πολιτισμένη με νόμους η οποία είναι μια βίαιη κατασκευή και παρουσιάζει και τον άνθρωπο ελεύθερο, που μέσα από μεγάλες δυσκολίες τείνει όμως προς μια φύση αλληλεγγύης και σύμπραξης. Για λίγο καταλύονται τα στεγανά και βρισκόμαστε ο ένας με τον άλλο. Θέλω να πιστεύω στο δεύτερο.
Ο Κλάιστ δεν χαρίζει εύκολες απαντήσεις ούτε αισιοδοξία. Πώς διαχειρίζεται ένας σκηνοθέτης αυτή τη σκληρότητα χωρίς να γίνει διδακτικός ή κυνικός; Ευτυχώς ο λόγος του Κλάιστ δεν είναι διδακτικός, ως ρομαντιστής είναι απαισιόδοξος αλλά είναι και πολύ λυρικός. Υπάρχει πολύ ομορφιά μέσα από την απλότητα στο έργο του. Από εκεί πιάνεσαι, από αυτές τις στιγμές ομορφιάς που οι άνθρωποι είναι σχεδόν σαν μωρά. Και επίσης είναι ικανοί για την μεγαλύτερη σκληρότητα. Αυτή η αντίφαση με συγκινεί, με τροφοδοτεί. Ένα έργο με τέτοιες αντιφάσεις δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατο.





Πόσο σε ενδιαφέρει η θρησκευτική διάσταση του έργου; Με ενδιαφέρει η ματιά του Κλάιστ πάνω στην θρησκεία. Υπάρχει η εκκλησία και οι θρησκευτικοί κανόνες ως ένα σύστημα εξουσίας που γίνεται τιμωρητικό και εκδικητικό. Από την άλλη υπάρχει ένα μεταφυσικό στοιχείο που είναι σαν να φέρνει τους ανθρώπους κοντά, να ανταμείβει την αγάπη, να φωτίζει το μεγαλείο της ζωής μετά από τις πιο δύσκολες ώρες. Αυτό συγκινεί τους ήρωες μας. Σε αυτό θέλει να προσευχηθεί η Γιοζέφα, μια γυναίκα που την έκαναν μοναχή με το ζόρι επειδή ερωτεύτηκε. Αυτά είναι τα μεγάλα διλήμματα που βάζει ο Κλάιστ, δεν γίνεται να σε αφήσουν ασυγκίνητο.
Οι ήρωες του Κλάιστ σώζονται από τη φύση αλλά όχι από την κοινωνία. Είναι τελικά ο πολιτισμός μια εύθραυστη κατασκευή; Μπορεί να γίνει μια πολύ σκληρή και καταστροφική κατασκευή. Όπως μπορεί να είναι και αξιοθαύμαστη. Και ο Κλάιστ πολιτισμός είναι. Αυτό που αξίζει να μπει στην συζήτηση είναι ο τρόπος που επιλέγουμε να ζούμε ως κοινωνία. Γύρω από ποιες αξίες αρθρώνεται ο πολιτισμός μας; Τι σχέση έχουμε με την φύση; πόσο νομίζουμε ότι ηγεμονεύουμε και είμαστε βέβαια γι’ αυτόν τον κόσμο; Και το έργο με αυτά καταπιάνεται, αυτές τις βεβαιότητες θέλει να ταρακουνήσει.
Αν έπρεπε να κόψεις μία μόνο φράση από τον Κλάιστ και να την κρεμάσεις στην είσοδο του θεάτρου, ποια θα ήταν; “Ήταν σαν οι ψυχές των ανθρώπων, μετά από το φριχτό χτύπημα που τις είχε συγκλονίσει, να είχαν όλες συμφιλιωθεί. Κανείς δεν έμοιαζε να θυμάται τίποτα περισσότερο από το παρελθόν, παρά μόνο την καταστροφή.”
Η ιστορία διαδραματίζεται τον 17ο αιώνα, παρόλα αυτά έχει μια ιδιαίτερη επαφή με τις σημερινές κοινωνικές και πολιτικές διαιρέσεις. Σε ενδιαφέρει αυτή η επικαιρότητα ; Όταν μας φτάνουν ειδήσεις από τα γεγονότα στην Βενεζουέλα, με εκείνες τις εικόνες βιβλικής καταστροφής και μαζί οι υπεράνθρωπες κι ατελείωτες προσπάθειες διάσωσης και ανθρώπινης αντοχής, πως να μην το συσχετίσεις;
Ο σεισμός λειτουργεί μήπως σαν αφορμή για να αποκαλυφθεί η πραγματική φύση της κοινωνίας; Ο σεισμός είναι η κατάρρευση του πολιτισμού για λίγο, ένα ακραίο όριο στο οποίο η ανθρώπινη φύση δοκιμάζεται. Και η Γάζα ένας αντίστοιχος “σεισμός” είναι για εμάς. Μας φέρνει μπροστά σε ένα υπαρξιακό αδιέξοδο και ο πολιτισμός μας, αποδεικνύεται κατώτερος των προσδοκιών. Και εκεί μέσα στα χαλάσματα φυτρώνει ένας σπόρος αντοχής, επιμονής και εν τέλη ελπίδας που αντλεί από κάτι βαθύτερο στην ανθρώπινη φύση.

Στα έργα που έχεις σκηνοθετήσει μέχρι σήμερα επανέρχεται συχνά η σχέση του ανθρώπου με την πίστη, τον έρωτα ή την εξουσία. Είναι κάτι που σε απασχολεί συνειδητά ή το διαπιστώνεις εκ των υστέρων; Με τραβάνε οι ιστορίες όπου ερχόμαστε αντιμέτωποι με τα πιο μεγάλα κι ακατανόητα ή φωτίζουμε τα πιο απλά και θαυμαστά μας. Δεν σκέφτομαι θεματικές, περισσότερο βλέπω ιστορίες, παραβολές ή μια σύγκρουση ενός κόσμου με έναν άλλο που είναι αναπόφευκτο πως κάποιος θα καεί. Αυτά που τα βλέπεις από μακριά και λες τώρα σε λίγο θα πέσει καψουροτράγουδο, δεν έχει πίσω αυτό, δεν είναι έτσι απλά τα πράγματα, κάποιος σπαράζεται εδώ.
Στο σημείωμά σου γράφεις ότι «ο άνθρωπος είναι ελεύθερος. Για λίγο». Πόσο διαρκεί τελικά αυτή η ελευθερία; Διαρκεί για όσο δεν την παίρνουμε για δεδομένο. Όσο την κάνουμε πράξη με έργα σε ένα πεδίο συγκρούσεων όπως είναι η κοινωνία που ζούμε, που συνεχώς όλο και περισσότερες αξίες τίθενται υπό αμφισβήτηση εν μία νυκτί και δοκιμάζονται στην ουσία. Καμία από αυτές τις ελευθερίες δεν χαρίστηκε σε κανέναν, ούτε ήρθε ουρανοκατέβατη. Την άνοιξη αν δεν τη βρεις, τη φτιάχνεις όπως λέει ο Ελύτης.
Το έργο μοιάζει να λέει ότι η φύση είναι τελικά πιο επιεικής από τους ανθρώπους. Συμφωνείς με αυτή την ανάγνωση; Συμφωνώ ως ένα παιδί της πόλης.
Τι έχει αλλάξει από την εποχή των σπουδών στο Εθνικό; Νιώθεις αυτό το διάστημα κοντά; Ή πολύ μακριά; Πόσο νιώθεις να έχεις αλλάξει ως σκηνοθέτης από τότε; Έχω περισσότερα εργαλεία και μικρότερο περιθώριο λάθους. Θέλω να υπενθυμίζω στον εαυτό μου την ορμή με την οποία δουλεύαμε στην σχολή και με χαρά την διαπιστώνω στην δουλειά των συμφοιτητών και συνοδοιπόρων μου πια στο επάγγελμα. Ένα μέρος του τρόπου που δουλεύω, η βάση, είναι εκεί από την σχολή. Άλλο ένα μέρος έχει έρθει μέσα από την τύχη των συνεργασιών με σπουδαίους μάστορες και επαγγελματίες με μεγάλη εμπειρία. Και μέσα από τις δοκιμές και τα λάθη βρίσκεις σιγά-σιγά μια αλήθεια δικά σου.
Πιστεύεις ότι υπάρχει κάτι πιο επικίνδυνο από έναν άνθρωπο που είναι βέβαιος ότι έχει δίκιο; Ένας άνθρωπος που είναι βέβαιος πως έχει δίκιο κι έχει τα μέσα να το επιβάλλει στους άλλους.
Η παράσταση Σεισμός στη Χιλή του Χάινριχ φον Κλάιστ, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Σταυρόπουλου, μια παραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας, παρουσιάζεται στο πλαίσιο του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων, στο κτίριο πρώην Lord, στην Καβάλα, στις 31 Αυγούστου και 1 Σεπτεμβρίου. Το αθηναϊκό κοινό θα μπορεί να την δει στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στις 18-20 Σεπτεμβρίου